tuv-iso-logo

Ποιοι είναι οι λόγοι λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας

 

Γράφει η Σουζάνα Κλημεντίδη, Δικηγόρος – Νομικός Συνεργάτης ΕΕΑ

 

Η Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.) είναι εμπορική κεφαλαιουχική εταιρεία, για τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της και το κεφάλαιο της οποίας είναι διαιρεμένο σε μετοχές. Το εταιρικό σχήμα αυτό δύναται, να ιδρυθεί από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή να καταστεί μονοπρόσωπη εταιρεία με τη συγκέντρωση των μετοχών σε ένα μόνο πρόσωπο. Για τη σύσταση της Α.Ε το ελάχιστο ύψος του κεφαλαίου ορίζεται στο ποσό των 25.000 ευρώ, ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά τη σύσταση της εταιρείας. Το ανώτατο όργανο της Α.Ε. είναι η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.), η οποία απαρτίζεται από τους μετόχους της εταιρείας. Ένα ακόμα σημαντικό όργανό της είναι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), το οποίο αποτελείται από τα μέλη που ψηφίστηκαν στη Γενική Συνέλευση και έχει το καθήκον της επίβλεψης και της χάραξης της στρατηγικής της εταιρείας.

Οι Α.Ε που εδρεύουν στη χώρα μας είναι πολυάριθμες, άλλες είναι μεγαλύτερες και άλλες έχουν πιο «οικογενειακό» χαρακτήρα. Υπάρχουν δηλαδή Α.Ε, οι οποίες έχουν προσωπικό χαρακτήρα και στις οποίες τα πρόσωπα των μετόχων και των διοικούντων έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία της εταιρείας. Έτσι λοιπόν, οποιαδήποτε κρίση στους κόλπους της εταιρείας, μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για την ίδια και τη βιωσιμότητά της. Πολύ συχνά επέρχεται η λύση μιας Α.Ε, η οποία γίνεται για διάφορους λόγους, αποκλειστικά περιγραφόμενους στο νόμο. Οι διατάξεις περί λύσης είναι αναγκαστικού δικαίου και οι νόμιμοι λόγοι λύσης δεν μπορούν να αποκλεισθούν με πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Επιπλέον, δεν θεωρούνται λόγοι λύσης οι μεταβολές στα πρόσωπα των μετοχών (π.χ. θάνατος μετόχου, δικαιοπρακτική αδυναμία μετόχου κ.λπ.) ή η μονομερής δήλωση βούλησης.

Οι λόγοι που λύεται μια Α.Ε είναι αποκλειστικά όσοι περιγράφονται στον νόμο περί Ανώνυμων Εταιρειών και διαφέρουν από τους λόγους λύσης των προσωπικών εταιρειών. Οι λόγοι λύσης της Α.Ε. όπως προβλέπονται στο άρθρο 164 του Ν. 4548/2018 είναι οι εξής: α) η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα, β) η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, γ) η λύση με δικαστική απόφαση, δ) η πάροδος του χρόνου της καταστατικής διάρκειας της εταιρείας (ισχύει για Α.Ε ορισμένου χρόνου) και ε) η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη να καλύψει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας.

Όσον αφορά τη λύση της ανώνυμης εταιρείας με δικαστική απόφαση, στον νόμο ορίζονται δυο περιπτώσεις. Η πρώτη εξ΄ αυτών είναι η λύση της Α.Ε με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον. Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν: α) κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού και εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης, ή β) η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο, ή γ) η εταιρεία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο (2) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση. Η αίτηση κοινοποιείται στην εταιρεία, εκδικάζεται δε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας. Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων.

Η δεύτερη περίπτωση είναι η λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση των μετόχων. Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι οι μέτοχοι, που έχουν προχωρήσει σε ανάληψη μετοχών, αλλά δεν έχουν καταβάλει το αντίστοιχο κεφάλαιο, δεν μπορούν, να αιτηθούν τη λύση της εταιρείας. Η έννοια του σπουδαίου λόγου περιλαμβάνει μη αναμενόμενα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν τη λύση της εταιρίας και που οδηγούν στην υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης με βάση την πραγματική κατάσταση, τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων, στοιχεία που καθιστούν μη ανεκτή μία έννομη σχέση. Στον νόμο περιγράφονται ενδεικτικά δύο περιστάσεις, ήτοι αν, λόγω ίσων συμμετοχών στην εταιρεία, η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει. Επειδή ακριβώς η αναφορά στον νόμο είναι ενδεικτική μπορούν, να προστεθούν σαν λόγοι λύσης της εταιρείας η αδράνεια και η απραξία της διοίκησης της Α.Ε, η οποία καταλήγει στην κατάφωρη δυσλειτουργία της ίδιας, η παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε, με παύση των συναλλαγών της έναντι τρίτων, πελατών ή προμηθευτών, η παύση της παραγωγικής δραστηριότητας, η οποία επιφέρει την οικονομική εξόντωση της εταιρείας ή η αδυναμία επιτυχίας της πλειοψηφίας στη ΓΣ αν και δεν υπάρχουν ίσες εταιρικές συμμετοχές κ.α.

Η αίτηση για τη λύση της Α.Ε ένεκα σπουδαίου λόγου ασκείται στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας και εκδικάζεται με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία και τους μετόχους εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι δύο (2) έως τέσσερις (4) μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων. Παράλληλα, οι μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του κεφαλαίου, μπορούν να παρέμβουν στη σχετική δίκη και να ζητήσουν την εξαγορά από αυτούς του συνόλου των μετοχών του αιτούντος ή των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο διατάσσει την εξαγορά και ορίζει και το αντάλλαγμα.

Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απορρίψει την αίτηση λύσης, εφόσον αρθεί ο επικαλούμενος λόγος λύσης, με πιο ήπια μέσα. Εάν όμως το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση λύσης της Α.Ε για σπουδαίο λόγο, τότε ακολουθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης και η εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται κανονικά υπό το καθεστώς αυτό. Ο εκκαθαριστής ορίζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που κηρύσσει και τη λύση της εταιρείας, άλλως το Δ.Σ αναλαμβάνει προσωρινά χρέη εκκαθαριστή, αν δεν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό της εταιρείας, μέχρι να ορισθεί εκκαθαριστής από τη Γενική Συνέλευση. Τέλος, με το πέρας της εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής μεριμνά για τη διαγραφή της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ..