Πως λειτουργεί η χρηματοδοτική μίσθωση (leasing) για τις επιχειρήσεις: Ποια τα πλεονεκτήματα

Της Σουζάνας Κλημεντίδη, Δικηγόρου-Νομικού Συνεργάτη ΕΕΑ

και της Σταυρούλας Πάλλη, Δικηγόρου

 

Στο πλαίσιο των σύγχρονων συναλλαγών, ευρέως διαδεδομένη έχει καταστεί η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, γνωστή ως «leasing», όπως αυτή καθιερώθηκε με το Ν. 1665/1986, η οποία αποτελεί μια εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης που συμβάλει στην ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στη διατήρηση της ρευστότητάς τους. Πρόκειται για σύμβαση με την οποία παραχωρείται στον μισθωτή η χρήση ενός περιουσιακού στοιχείου (κινητού ή ακινήτου, συνήθως μηχανολογικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, μηχανημάτων τεχνικών έργων, μέσων μεταφοράς κ.α.) για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο έναντι καταβολής μισθωμάτων. Η δε συμφωνημένη χρήση είναι αποκλειστικά επαγγελματική, ήτοι αφορά στην εκπλήρωση βιομηχανικού, βιοτεχνικού ή επαγγελματικού σκοπού.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις του Ν. 1665/1986 προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: (α) ανώνυμη εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, (β) επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, (γ) αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακίνητου, (δ) που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και (ε) το μίσθωμα. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι πάντοτε ορισμένη και δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από τρία (3) έτη για τα κινητά, ενώ παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

 

Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει φροντίζοντας, μάλιστα, ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους.

Συνήθως, η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού χωρίς όμως να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα.

Η κατά τα ανωτέρω σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως αποτελεί σύνθετη (ή μεικτή) σύμβαση η οποία έχει στοιχεία: α) συμβάσεως μισθώσεως, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, β) συμβάσεως εντολής, με την οποία η εκμισθώτρια εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει η εκμισθώτρια με τον προμηθευτή, γ) συμβάσεως εκχωρήσεως (455 επ. ΑΚ) με την οποία η εκμισθώτρια εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στον μισθωτή, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος να εξαναγκάζει τον προμηθευτή -πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεων του και δ) συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα με μονομερή δήλωσή του είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα) είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελεί έναν ευέλικτο τρόπο χρηματοδότησης του μισθωτή (είτε επιχείρηση είτε ελεύθερου επαγγελματία) που συνεπάγεται μία σειρά από πλεονεκτήματα και αποβλέπει στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας του μισθωτή-επιχείρησης. Πιο συγκεκριμένα, η σύναψη σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, προσφέρει στον μισθωτή άμεση χρηματοδότηση της συνολικής αξίας της επένδυσης για την κάλυψη αναγκών, χωρίς αυτός να διαθέσει δικά του κεφάλαια.

Επίσης, το εργαλείο leasing προσφέρει ταχύτητα στη διαδικασία και αμεσότητα στην υλοποίηση της επένδυσης, ενώ παράλληλα δίνει τη δυνατότητα ευελιξίας στους συμβατικούς όρους -ιδίως στο χρονοδιάγραμμα καταβολής των μισθωμάτων- ανάλογα τις ανάγκες, ιδιαιτερότητες και δυνατότητες του μισθωτή, χωρίς συνήθως να απαιτούνται πρόσθετες εξασφαλίσεις. Ακόμα, συμβάλει στη βελτίωση της χρηματοοικονομικής εικόνας του μισθωτή (αναδιάρθρωση), καθώς επίσης επιφέρει και φορολογικές ελαφρύνσεις, με τα μισθώματα να αποτελούν λειτουργικό έξοδο του μισθωτή. Μάλιστα, η επένδυση μέσω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συνδυαστεί με τα οφέλη που προκύπτουν από την υπαγωγή του μισθωτή-επιχείρησης στους αναπτυξιακούς νόμους.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής μίσθωσης και δυνάμει των έκτακτων μέτρων στήριξης λόγω της κρίσης της πανδημίας του κορωνοϊού, θεσμοθετήθηκε και η απαλλαγή, όσων επιχειρήσεων ανέστειλαν τη λειτουργία τους κατόπιν εντολής δημόσιας αρχής και όσων επιχειρήσεων ανήκουν στις πληττόμενες βάσει της λίστας ΚΑΔ του Υπουργείου Οικονομικών, από το 40% του συνολικού μισθώματος, χωρίς μάλιστα η μερική καταβολή να γεννά δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εις βάρος του μισθωτή.