Ποσοτικό όριο της ευθύνης του ασφαλιστή κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου – ΑΠ 144/2018

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Στην κρινόμενη υπόθεση τον Άρειο Πάγιο απασχόλησε το ζήτημα της κάλυψης του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης (ποσού ασφάλισης), που ορίζει ο νόμος, ή η σύμβαση ασφάλισης, κατά την περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι παθόντες από το ατύχημα, οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωσης από την ασφαλιστή, οπότε και ενδέχεται η καταβολή αποζημίωσης σε κάποιους από αυτούς – οι απαιτήσεις μάλιστα των οποίων έχουν αναγνωριστεί τελεσίδικα με δικαστικές αποφάσεις –, να οδηγήσει σε κάλυψη (εξάντληση) του ποσού του ανωτάτου ορίου ευθύνης του ασφαλιστή για αποζημίωση, γεγονός που οδηγεί στην άσκηση αναγωγικών αξιώσεων των λοιπών μη αποζημιωθέντων σε βάρος των αποζημιωθέντων παθόντων.

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου:

Κατά την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν.489/1976 το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Σε περίπτωση που έχουν ζημιωθεί περισσότερα πρόσωπα, όταν το σύνολο των αποζημιώσεων που πρέπει να καταβληθούν από τον υπαίτιο υπερβαίνει το ασφαλιστικό ποσό, το δικαίωμα του καθενός από αυτούς κατά του ασφαλιστή περιορίζεται σύμμετρα, μέχρι την συμπλήρωση του όλου ασφαλιστικού ποσού. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος αγνοεί την ύπαρξη, ή το μέγεθος άλλων απαιτήσεων, ή μετά από δικαστική απόφαση κατέβαλε σε κάποιο από τα πρόσωπα αυτά, ποσό ανώτερο από το μερίδιο, που αναλογεί σε αυτό ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων, μόνο μέχρι τη συμπλήρωση του ασφαλιστικού ποσού .Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά αυτού που αποζημιώθηκε καθ’ υπέρβαση.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνη του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, ποσοτικά περιορίζεται μέχρι τα κατά το χρόνο του ατυχήματος ισχύον ελάχιστο ασφαλιστικό ποσό .Το τελευταίο δεν ισχύει για κάθε παθόντα και γενικά δικαιούχο της αποζημιώσεως, αλλά ισχύει για όλους τους παθόντες ή δικαιούχους από το ίδιο ατύχημα .Η καταβολή από τον ασφαλιστή σε δικαιούχο ποσού αποζημίωσης, που του επιδικάστηκε με τελεσίδικη, ή προσωρινά εκτελεστή δικαστική απόφαση, σε έκταση τέτοια, που να εξαντλεί το ασφαλιστικό ποσό απαλλάσσει τον ασφαλιστή έναντι άλλων δικαιούχων, που ασκούν ακολούθως αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1904/2007). Για τον υπολογισμό του ύψους των απαιτήσεων στις σχέσεις μεταξύ ζημιωθέντων τρίτων και ασφαλιστή δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα ( ΑΠ 1217/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, σε τροχαίο ατύχημα από το οποίο είχε προκληθεί ο τραυματισμός περισσότερων ατόμων, που επέβαιναν στο ζημιωθέν όχημα, άσκησαν αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιώσαντος οδηγού, αρχικά οι δύο μόνο από τους παθόντες, οι οποίο και πέτυχαν την έκδοση προσωρινά εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων υπέρ τους, που τους επιδίκαζαν μεγάλα χρηματικά ποσά, ( 496.000 Ευρώ περίπου) που σχεδόν κάλυπταν ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό των 500.000 Ευρώ και απέμεινε ένα μικρό υπόλοιπο 6.000 Ευρώ για την συμπλήρωση του άνω ασφαλιστικού ποσού. Στην συνέχεια άσκησαν αγωγή και οι λοιποί ζημιωθέντες, οι οποίοι επίσης δικαιώθηκαν και επιδικάστηκε υπέρ τους, ποσό 39.000 Ευρώ περίπου.

Το δικάσαν Εφετείο δέχτηκε αφενός μεν ότι, η υποχρέωση του ασφαλιστή περιορίζεται μέχρι του ποσού των 6.000 Ευρώ ήτοι μέχρι την συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου του ασφαλιστικού ποσού, αφετέρου δε ότι, οι λοιποί ενάγοντες όφειλαν να καταβάλλουν συμμέτρως και αναγωγικά προς τους άλλους δύο μεταγενέστερους ενάγοντες το ποσό των 39.0000 Ευρώ, πλην όμως, για τον υπολογισμό του ασφαλιστικού ποσού των 500.000 Ευρώ και την συμπλήρωση του υπολόγισε στο καταβληθέν από τον ασφαλιστή ποσό και τους τόκους της επιδικασθείσας απαίτησης και τα επιβληθέντα δικαστικά έξοδα.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, το Εφετείο με την σχετική κρίση του έσφαλε και παραβίασε τις διατάξεις του Ν.489/1976, καθώς με τις κρίσεις του παραβίασε ειδικότερα την διάταξη των άρθρων 6 παρ.5 του Ν.489/1976 και 346ΑΚ, καθόσον το ποσοτικό όριο ευθύνης του ασφαλιστή δεν περιλαμβάνει τόκους και έξοδα, αφού συνυπολογισμός στο εκάστοτε όριο ευθύνης του ασφαλιστή και των δικονομικών τόκων, με τα λοιπά συναφή έξοδα, θα αποτελούσε στην ουσία διαστρέβλωση της λειτουργικής αποστολής του άρθρου 346ΑΚ.

Εξάλλου, η υπ. αριθμ. ΚΑ/585/5-4-1978 απόφαση, με τα άρθρο 5 και 22 της οποίας ορίστηκε ότι το ανώτατο όριο της ευθύνης του ασφαλιστή, μαζί με τους τόκους, τις δικαστικές δαπάνες και τα λοιπά έξοδα δεν μπορεί να υπερβεί τα ποσά που αναγράφονται στα ασφαλιστήριο συμβόλαιο, βρίσκεται έξω από τα όρια της εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν.489/1976, καθ΄ ό μέρος καθορίζει, πέρα από τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, την τύχη άλλων υποχρεώσεων του ασφαλιστή απέναντι στον ζημιωμένο, που δεν προκύπτουν απευθείας από την ασφαλιστική σύμβαση, όπως είναι η υποχρέωση του οφειλέτη χρηματικής παροχής, για την καταβολή τόκων από την υπερημερία, ή από την επίδοση της αγωγής, ή για την πληρωμή δικαστικών δαπανών.

Εξάλλου, η τυχόν υπάρχουσα στην ασφαλιστική σύμβαση απαλλακτική ρήτρα για τόκους και δαπάνες, δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή εναντίον του ζημιωθέντος, που ασκεί την προβλεπόμενη από τα άρθρο 10 του Ν.489/1976 ευθεία αξίωση του, γιατί το άρθρο 11 του Ν.489/1976 αποκλείει την προβολή των ενστάσεων, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση εναντίον του ζημιωμένου προσώπου. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, στα επιδικασθέντα με την πρωτόδικη δικαστική απόφαση αγωγικά κεφάλαια, που ανέρχονταν στο ποσό των 376.993,87 Ευρώ προσέθεσε και τους τόκους και ακολούθως έκρινε ότι, το συνολικό ποσοτικό όριο της ευθύνης του ασφαλιστή ανέρχεται στο ποσό των 493.897,34 Ευρώ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 5 10 παρ. 1 του Ν.489/1976 και 346ΑΚ και για τον λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου.