tuv-iso-logo

Πρακτικός Οδηγός: Χρονικά όρια εργασίας

6/10/2021

Επιμέλεια: Σουζάνα Κλημεντίδη,

Δικηγόρος, Συνεργάτης ΕΕΑ

 

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ως προς τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών αποτελούν πολύ σημαντικό τμήμα των εργασιακών σχέσεων, καθότι δεν καθορίζουν απλά τη διάρκεια της εργασίας, αλλά ρυθμίζουν και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής αυτής. Οι συγκεκριμένες δε ρυθμίσεις συνδέονται με άμεσο τρόπο με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

 

ΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Ως χρόνος εργασίας ορίζεται κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε περίοδο εργαζομένων (αρ. 2 του Π.Δ. 88/1999).

ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 
Νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας 45 ώρες επί πενθήμερου και 48 ώρες επί εξαήμερου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας.
Νόμιμο ημερήσιο ωράριο 9 ώρες επί πενθήμερου και  8 ώρες επί εξαήμερου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας.
Συμβατικό ωράριο καλείται το καθοριζόμενο με ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις ωράριο εργασίας και δύναται να είναι μικρότερο ποτέ όμως μεγαλύτερο από το νόμιμο. Ειδικότερα, με την από 14-2-84 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) καθώς και το άρθρο 55 του ν.4808/2021, καθορίστηκε σε 40 ώρες την εβδομάδα το οποίο ανέρχεται σε 8 ώρες ημερησίως επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 6,40 ώρες ημερησίως επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

 

ΔΙΑΚΟΠΕΣ, ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΑ

 

Όταν ο χρόνος ημερήσιας εργασίας υπερβαίνει τις 4 ώρες, πρέπει να χορηγείται διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών και κατά μέγιστον 30 λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου οι εργαζόμενοι δικαιούνται να απομακρυνθούν από τη θέση εργασίας τους.

Ο χρόνος του διαλείμματος δεν αποτελεί χρόνο εργασίας και δεν επιτρέπεται να χορηγείται συνεχόμενα με την έναρξη ή τη λήξη της ημερήσιας εργασίας (αρ. 4 του Π.Δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 56 του ν. 4808/2021).

 

ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΑΝΑΠΑΥΣΗ –

ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

 

Η ελάχιστη ανάπαυση των εργαζομένων, για κάθε περίοδο 24 ωρών, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 11 ώρες (αρ. 3 του Π.Δ. 88/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ 14, περ. 3 του Ν. 4093/2012).

Επίσης, εξασφαλίζεται ανά εβδομάδα ελάχιστη περίοδος συνεχούς ανάπαυσης 24 ωρών, η οποία συμπεριλαμβάνει κατ’ αρχήν την Κυριακή, στις οποίες προστίθενται οι 11 συνεχείς ώρες της ημερήσιας ανάπαυσης.

Σε περίπτωση εφαρμογής συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται δύο ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Η Κυριακή αρχίζει την 00:01 ώρα και λήγει την 00:00 ώρα. Για τους εργαζόμενους σε δραστηριότητες, που λειτουργούν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο με σύστημα διαδοχικών ομάδων εργασίας, η Κυριακή μπορεί να αρχίζει την 06:00 ώρα ή την 07:00 ώρα και να λήγει την αντίστοιχη ώρα της Δευτέρας.

 

ΜΕΓΙΣΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων μηνών τις 48 ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών (αρ. 6 του Π.Δ. 88/1999).

 

ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ

 

Επί πενθημέρου

 

Υπέρβαση των 8 ωρών ημερησίως και μέχρι την 9η ώρα με την προϋπόθεση ότι υφίσταται υπέρβαση των 40 ωρών την εβδομάδα και έως του ορίου των 45 ωρών
Επί εξαημέρου Υπέρβαση των 6,40 ωρών ημερησίως και μέχρι την 8η ώρα με την προϋπόθεση ότι υφίσταται υπέρβαση των 40 ωρών την εβδομάδα και έως του ορίου των 48

Οι 5 ώρες υπερεργασίας επί πενθημέρου (από την 41η έως την 45η ώρα) ή οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από την 41η έως την 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%.

 

ΥΠΕΡΩΡΙΑΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 9 ωρών ημερησίως, επί πενθημέρου, καθώς και η υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως, επί εξαημέρου.

 

Μη υπέρβαση ορισμένου ανωτάτου ορίου υπερωριακής απασχόλησης

 

Το ανώτατο όριο πραγματοποίησης υπερωριακής απασχόλησης σε όλες τις επιχειρήσεις και για όλους τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώνεται σε 150 ώρες ετησίως και μέχρι 3ώρες ημερησίως.

Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς, κατά τα ανωτέρω, δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως τρεις (3) ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40%.

 

Νομιμοποίηση υπερωριών

 

Η πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι νόμιμες μόνον εάν έχουν καταχωρηθεί από τον εργοδότη στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ»,  πριν από την έναρξη πραγματοποίησής τους.

[Η πραγματοποίηση υπερεργασίας θα σταματήσει να προδηλώνεται στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ μετά την έκδοση σχετικής Υ.Α. που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 79 του ν. 4808/2021].

 

Παράνομη Υπερωριακή Απασχόληση

 

Υπερωριακή απασχόληση, η οποία πραγματοποιείται χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία διατυπώσεων (προδήλωση στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ) ή καθ’ υπέρβαση των ανωτάτων ορίων [3 ώρες ημερησίως και 150 ετησίως], χωρίς την τήρηση των σχετικών διαδικασιών έγκρισης από το Υπουργείο Εργασίας, χαρακτηρίζεται ως παράνομη υπερωρία.

Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 120%.

  ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

α) Διευθέτηση με συμφωνία εργοδότη με το συνδικαλιστικό όργανο των εργαζομένων

 

Παρέχεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, να εφαρμόζουν για μία χρονική περίοδο, σύστημα αυξημένης απασχόλησης (δύο ώρες την ημέρα  επιπλέον των οκτώ ωρών), υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα, ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου, ώρες εργασίας την εβδομάδα να αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου, περίοδο μειωμένης απασχόλησης. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τους 6 μήνες σε διάστημα 12 μηνών (περίοδος αναφοράς).

Αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, δύναται μέχρι 256 ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός 1 ημερολογιακού έτους, να κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 32 εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό  ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας υιοθετείται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων εργαζομένων.

Με επιχειρησιακές και κλαδικές ΣΣΕ, μπορεί να καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.

β) Διευθέτηση με ατομική συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου

 

Παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας (σε εξάμηνη ή δωδεκάμηνη περίοδο αναφοράς), κατόπιν αιτήματος του εργαζόμενου προς τον εργοδότη και μετά από έγγραφη ατομική συμφωνία των μερών. Η διαδικασία αυτή είναι δυνατή μόνον στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση ή δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της συνδικαλιστικής οργάνωσης και του εργοδότη.
Νέο σύστημα οργάνωσης του χρόνου εργασίας –4ήμερη πλήρη απασχόληση:

Στο πλαίσιο διευθέτησης του χρόνου εργασίας, παρέχεται η δυνατότητα υιοθέτησης συστήματος 4ήμερης πλήρους απασχόλησης διάρκειας σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως και δέκα (10) ωρών ημερησίως.

Το συγκεκριμένο σύστημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας μπορεί να εφαρμόζεται, είτε σε μια χρονική περίοδο αναφοράς έξι (6) μηνών εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, είτε σε μια χρονική περίοδο αναφοράς ενός (1) ημερολογιακού έτους, μετά από συμφωνία των μερών.

Κατά την εφαρμογή του συστήματος αυτού, δεν είναι επιτρεπτή η απασχόληση πέραν των δέκα (10) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως που κατανέμεται σε 4ήμερη βάση.

ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΑΡΓΙΕΣ                                                                                 

α) Η 1η Ιανουαρίου.

β) Η εορτή των Θεοφανείων (6η Ιανουαρίου).

γ) Η 25η Μαρτίου.

δ) Η Δευτέρα του Πάσχα.

ε) Η 1η Μαΐου.

στ) Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15η Αυγούστου).

ζ) Η 28η Οκτωβρίου.

η) Η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού (25η Δεκεμβρίου).

θ) Η 26η Δεκεμβρίου.

Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, που εκδίδονται μετά από γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (Α.Σ.Ε.) και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να ορίζονται και άλλες εορτές, μέχρι πέντε (5) κατ’ έτος, ως ημέρες υποχρεωτικής ή προαιρετικής αργίας ανά την Επικράτεια. Εφόσον πρόκειται για τοπικές αργίες, η αρμοδιότητα ανήκει στους περιφερειάρχες. Με την ίδια διαδικασία, δύναται να καταργούνται ή να αλλάζουν οι προβλεπόμενες αργίες.

 

ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ

 

Στους μισθωτούς που απασχολούνται τις Κυριακές και τις ημέρες των αργιών, παρέχεται πρόσθετη  αμοιβή, η οποία ανέρχεται στο 75% του 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου.

Όσοι από τους μισθωτούς απασχολούνται πάνω από 5 ώρες την Κυριακή, δικαιούνται να λάβουν αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 ωρών σε άλλη εργάσιμη μέρα της εβδομάδας, που αρχίζει από την Κυριακή την οποία απασχολήθηκαν.

Σε περίπτωση απασχόλησης λιγότερες από 5 ώρες, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει ισόχρονη αναπληρωματική ανάπαυση. Διευκρινίζεται ότι αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση δικαιούνται μόνο όσοι απασχολούνται τις Κυριακές όχι όμως και τις εξαιρέσιμες εορτές.

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

 

Είναι η εργασία που παρέχεται κατά το χρονικό διάστημα της νύχτας, ήτοι από τις 10 μ.μ έως τις 6 π.μ της επόμενης ημέρας.

Οι εργαζόμενοι που θα απασχοληθούν, είτε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της νύχτας, είτε μόνο σε ορισμένες νυχτερινές ώρες δικαιούνται προσαύξηση 25% επί των νομίμων αποδοχών  τους.

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ

·         Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης.

·         Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά 1 εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου ή μέχρι τις 22 ημέρες επί πενθημέρου.

·         Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

·         Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου και 25 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου. Από 01-01-2008 δε, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται 1 επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή συνολικά 31 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου και 26 εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου.

→ Η χρονική περίοδος χορήγησης της ετήσιας άδειας κανονίζεται με συμφωνία μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη του. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια στο μισθωτό που υπέβαλλε σχετικό αίτημα μέσα σε δύο μήνες από τη διατύπωση του αιτήματος.

→ Σύμφωνα με το άρθρο 61 του ν. 4808/2021 που τροποποίησε το άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945 η ετήσια κανονική άδεια των εργαζομένων χορηγείται από τον εργοδότη έως και τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους από το ημερολογιακό έτος στο οποίο αφορά η χορήγηση της άδειας. 

Στην περίπτωση μη χορηγήσεως της αδείας μέχρι την 31-03 του επόμενου ημερολογιακού έτους, που θα αποτελεί πλέον τη δήλη ημέρα λήψης του συνόλου της δικαιούμενης αδείας από τον εργαζόμενο, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές αδείας, απλές μεν όταν δεν υπάρχει πταίσμα ή αμέλεια κ.λπ. του ιδίου, διπλές δε, δηλαδή με προσαύξηση κατά 100%, όταν υπάρχει αμέλεια ή  πταίσμα κ.λπ. του εργοδότη.

ΑΔΕΙΑ ΑΝΕΥ ΑΠΟΔΟΧΩΝ                                                                        

Σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4808/2021  ο εργαζόμενος πλήρους ή μερικής απασχόλησης έχει την δυνατότητα να κάνει χρήση άδειας άνευ αποδοχών, κατόπιν ατομικής έγγραφης συμφωνίας με τον εργοδότη. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος, ενώ δύναται να παραταθεί με νεότερη συμφωνία των μερών. Κατά τη διάρκεια της άδειας η σύμβαση εργασίας τίθεται σε αναστολή και δεν οφείλονται ασφαλιστικές εισφορές.

Μετά τη λήξη της άδειας άνευ αποδοχών συνεχίζουν να ισχύουν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Σε ότι αφορά τη χορήγηση κανονικής αδείας στους εργαζομένους που έχουν λάβει άδεια άνευ αποδοχών, επισημαίνεται ότι για την λήψη και τον υπολογισμό των ημερών κανονικής αδείας των εργαζομένων θα ληφθεί υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά οποίο ο εργαζόμενος τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών.