Προσωπική ευθύνη διευθύνοντος συμβούλου ΑΕ για φορολογικές οφειλές

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Εύλογα ερωτήματα γεννώνται στις περιπτώσεις, που νομικά πρόσωπα έχουν διάφορες βεβαιωμένες οφειλές προς την Φορολογική Διοίκηση, οπότε τίθεται το ερώτημα και της τυχόν άμεσης και προσωπικής ευθύνης των διοικούντων το νομικό πρόσωπο, φυσικών προσώπων, (διευθυνόντων συμβούλων και Προέδρων του ΔΣ ανωνύμων εταιρειών, διαχειριστών  ΕΠΕ κ.λ.π.), δια της προσωπικής τους περιουσίας για τα  φορολογικά αυτά χρέη γης εταιρείας, καθώς σε περίπτωση τυχόν καταφατικής απάντησης θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στα πρόσωπα αυτά να αμυνθούν, κατά των καταλογιστικών πράξεων και της αρχομένης σε βάρος τους διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.

Με τα ενδιαφέρον αυτό ζήτημα ασχολήθηκε η υπ. αριθμ. 1775/2018 απόφαση του Β τμήματος (επταμελής σύνθεση) του Συμβουλίου της Επικρατείς, το οποίο έκρινε τα εξής:

Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ΚΦΕ, καθώς και αυτές του άρθρου 26 του Ν.1882/1990 (αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη για φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο) αποβλέπουν στην επίτευξη σκοπού δημόσιου συμφέροντος και ειδικότερα στην διασφάλιση της είσπραξης οφειλομένων υπό νομικών προσώπων φόρων, ώστε να αποτραπεί η απώλεια εσόδων του κρατικού Προϋπολογισμού, με επακόλουθο την στέρηση των δημοσίων εσόδων, απαραίτητου μέσου, για την επίτευξη κρατικών σκοπών και συνακόλουθα την επιβράδυνση, ή την ανατροπή της προγραμματισμένης από την Διοίκηση δράσης.

Ενόψει των ανωτέρω, η θέσπιση προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των φυσικών προσώπων, τα οποία διευθύνουν, ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες – στα διευθυντικά καθήκοντα των οποίων προδήλως περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου, προς τις απορρέουσες από το φορολογική νομοθεσία υποχρεώσεις του – , για την καταβολή μεταξύ άλλων παρακρατούμενων ή επιρριπτομένων στην κατανάλωση, υπό των εν λόγω εταιρειών, φόρων και η απαγόρευση χορήγησης αποδεικτικού  φορολογικής ενημερότητας στα πρόσωπα αυτά, λόγω ύπαρξης οφειλών από τέτοιους φόρους των ανωνύμων εταιρειών, δεν προσκρούει στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ( ΣτΕ 1028/2013).

Εξάλλου, όπως επίσης έχει κριθεί  (βλεπ. ΣτΕ 2267/2016, ΣτΕ 844/2012) η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 115 του ΚΦΕ δεν δημιουργεί ίδια φορολογική υποχρέωση των προσώπων, που είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή, ή του διευθύνοντος συμβούλου, ή του εκκαθαριστή ανωνύμου εταιρείας, κατά το χρόνο της διαλύσεως, ή της συγχωνεύσεως αυτής, για καταβολή του οφειλόμενου από την εταιρεία, φόρου, αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη αυτών, προς πληρωμή του βεβαιωθέντος σε βάρος του νομικού προσώπου, φόρου, η ευθύνη δε αυτή δεν ανάγεται στο στάδιο της βεβαίωσης του φόρου, αλλά στο στάδιο της είσπραξης του.

Επομένως, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης και δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή κατά της πράξεως της φορολογικής αρχής, με την οποία προσδιορίζεται  ο οφειλόμενος από την εταιρεία φόρος, ενώ για την ενεργοποίηση της ευθύνης των προσώπων αυτών, δεν απαιτείται να επαναληφθεί η διαδικασία προσδιορισμού και βεβαίωσης του φόρου, με την κοινοποίηση προς τα πρόσωπα αυτά, φύλλου ελέγχου υποκειμένου σε προσφυγή, ούτε περαιτέρω, η επ’ ονόματι τους ταμειακή βεβαίωση του οφειλόμενου ποσού του φόρου, αλλά επιτρέπεται κατ’ αρχήν να επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξη του οφειλομένου ποσού του φόρου από τα πρόσωπα αυτά, βάσει της ταμειακής βεβαίωσης, που έχει εκδοθεί επ΄ ονόματι της εταιρείας.

Η ανωτέρω ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 64 παρ. 1 και 113 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν αποστερεί τα παραπάνω πρόσωπα της δικαστικής προστασίας, που αυτά δικαιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν έχουν τα δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή  κατά της καταλογιστικής του φόρου  πράξης, δύνανται κατά τη σύμφωνη, με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, ερμηνεία των άρθρων 217 παρ. 1 και 219 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας να ασκήσουν ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται, ως συμπροσβαλλόμενη και η εκδοθείσα σε βάρος της εταιρείας ταμειακή βεβαίωση και να προβάλλουν λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου, εκτός αν κατόπιν προσφυγής της εταιρείας, κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξης (στην δίκη επί της προσφυγής τα ανωτέρω πρόσωπα δύνανται να παρέμβουν κατ’ άρθρο 113 παρ. 1 του ΚΔΔ), έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί κα’ ουσίαν η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης ( ΣτΕ 844/2012).

Δεδομένου όμως ότι, οι διαχειριστές, οι διευθύνοντες σύμβουλοι και οι εκκαθαριστές της ανώνυμης εταιρείας δεν είναι τα υποκείμενα της φορολογικής υποχρέωσης, δεν έχουν μετάσχει στην διαδικασία ελέγχου και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η πράξη καταλογισμού του φόρου, την οποία άλλωστε δεν νομιμοποιούνται να προσβάλλουν, αλλά είναι τρίτοι, η ευθύνη των οποίων γεννάται, το πρώτον, κατά το στάδιο της είσπραξης του φόρου, που βεβαιώθηκε επ’ ονόματι της εταιρείας, τα πρόσωπα αυτά  αποκτούν κατά τον ΚΕΔΕ, την ιδιότητα του οφειλέτη, μόνο από και δια της εκδόσεως και κοινοποιήσεως προς αυτούς της ατομικής ειδοποίησης, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ, μέσω της οποίας πληροφορούνται την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία του χρέους τους και τους παρέχεται η δυνατότητα, είτε να αμυνθούν αποτελεσματικά, ασκώντας την ανακοπή της παρ. 1 του άρθρου 217 του ΚΔΔ, κατά της ατομικής ειδοποίησης, με την οποία θεωρείται ως συμπροσβαλλόμενη και η ταμειακή βεβαίωση, είτε να προβούν σε ρύθμιση του χρέους τους.

Εν όψει της προπαρατιθέμενης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των τιθεμένων και κρισίμων ζητημάτων, προς την οποία άλλωστε συνάδουν οι ως άνω ερμηνευτικές σκέψεις της αναιρεσιβαλόμενης και λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη (θεμελίωση) της ευθύνης των διευθυνόντων τις ανώνυμες εταιρείες προσώπων, για χρέη της εταιρείας ελέγχεται, τόσο κατά την δικαστική αμφισβήτηση των πράξεων, με τις οποίες η φορολογική αρχή , εν όψει των εν λόγω χρεών, αρνείται στα πρόσωπα αυτά την χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας (βλεπ. ΣτΕ 884/2011), όσο και κατά την δικαστική αμφισβήτηση των πράξεων, με τις οποίες λαμβάνονται σε βάρος τους , τα κατά το άρθρο 14 του Ν.2523/1997 και ήδη κατ’ άρθρο 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ( Ν.4173/2013) μέτρα,  (ΣτΕ 3334/2017) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί  ανυπαρξίας  νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί των τιθεμένων νομικών ζητημάτων και κατά τούτο πρέπει να απορριφθεί η σχετική αίτηση αναίρεσης.