Άρθρο του Κωνσταντίνου Λάιου, Νομικού συνεργάτη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΗΜΑΤΟΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΣΗΜΑΤΟΣ – ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟ DOMAIN NAME
Σύμφωνα με το άρθρο 125 παρ. 3 εδ. α' και β’ του Ν. 4072/2012
« Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του:
α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί,
β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης ».
Ταυτότητα σήματος αποτελεί η πιστή, κατά τα κύρια σημεία, αντιγραφή του, ενώ,
ομοιότητα σήματος αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση του προς άλλο προγενέστερο σήμα συμπεριλαμβανομένου του κοινοτικού, η οποία, σε συνάρτηση με την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση που προκαλεί και ασχέτως από επί μέρους ομοιότητες ή διαφορές των δύο σημάτων, μπορεί να προκαλέσει στον κοινό καταναλωτή σύγχυση ως προς την προέλευση των διακρινομένων από αυτά προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση.
Ομοιότητα, δε, προϊόντων συντρέχει όταν αυτά προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών.
Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα.
Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων).
Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων).
Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης.
Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται, σαν πρόσθετο στοιχείο, κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, για την κρίση αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης λαμβάνεται υπόψη η δημιουργούμενη εντύπωση σε σημαντικό τμήμα των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, με συνεπακόλουθο η παραπλάνηση ενός μικρού τμήματος των καταναλωτών να μην αρκεί για την κατάφαση αυτού. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια κοινοτική νομολογία, η έννοια του μέσου καταναλωτή της αντίστοιχης κατηγορίας προϊόντων, η αντίληψη του οποίου αναδεικνύεται σε κύρια παράμετρο της στάθμισης περί συνδρομής κινδύνου σύγχυσης ή μη από την παραποίηση ή απομίμηση προϊόντων, συγκεκριμενοποιείται στον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του. Προς προστασία όμως των συναλλαγών και του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης περί της προέλευσης προϊόντων ή υπηρεσιών ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια (που έχουν δικαιοδοσία να κρίνουν για την αστική προστασία του σήματος του δικαιούχου από παράνομες προσβολές, τρίτων) ο κίνδυνος σύγχυσης που μπορεί να προκληθεί από τη χρήση δύο σημάτων στον μέσο καταναλωτή του σχετικού συναλλακτικού, κύκλου είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης που προσφέρει τα προϊόντα (κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια) είτε σε σχέση με τις σχέσεις της με άλλη επιχείρηση [κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια].
Βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών.
Μέσο για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το "domain name (όνομα χώρου), το οποίο κατ' ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού διαχείρισης και εκχώρησης ονομάτων χώρου (κανονισμός ΕΕΤΤ 750/02/19.02.2015, ΦΕΚ Β 412/2015) όνομα Χώρου (domain name) είναι ένα αλφαριθμητικό στοιχείο το οποίο εκχωρείται προς χρήση σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με σκοπό την χρήση, από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή με την συναίνεση του, πρωτοκόλλων ή υπηρεσιών του Διαδικτύου.
Έτσι, φορέας ονόματος χώρου με κατάληξη .gr είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο γίνεται εκχώρηση ονόματος χώρου με κατάληξη .gr, ενώ καταχωρητής είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο είναι δυνατό να υποβάλλονται δηλώσεις καταχώρησης από ενδιαφερόμενους να τους εκχωρηθεί όνομα χώρου με κατάληξη .gr, όπως επίσης δηλώσεις μεταβίβασης, μεταβολής επωνυμίας/ονοματεπώνυμου, ενεργοποίησης δεσμευμένου ονόματος, διαγραφής, ανανέωσης, μεταβολής στοιχείων, αλλαγής καταχωρητή, ενεργοποίησης υπηρεσίας αυξημένης ασφάλειας σχετικά με ονόματα χώρου με κατάληξη .gr.
Το "domain name" δεν μπορεί κατ’ αρχή να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται σαν διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο "domain name" μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος.
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος και "domain name" θα αρθεί κατ' αρχή, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του "domain name" αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ. λ. π. σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος.
Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα σαν αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης.
Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για διαφορές που δημιουργούνται από την παράνομη προσβολή του σήματος, δηλαδή για τις, κατ' άρθρο 150, αστικές αξιώσεις για αναγνώριση του δικαιώματος του σηματούχου, για άρση και παράλειψη της προσβολής και αποζημίωση, ενώ οι διοικητικές αρχές για την παραδοχή και τη διαγραφή του σήματος.
Τα πολιτικά δικαστήρια, όταν εκδικάζουν αγωγές προσβολής καταχωρισθέντος σήματος, δεσμεύονται από τις αποφάσεις της Υπηρεσίας Σημάτων και της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (ΔΕΣ) που αποφαίνονται επί των ανωτέρω ζητημάτων και δεν έχουν την εξουσία να εξετάσουν, ούτε παρεμπιπτόντως, θέματα αναγόμενα στην κτήση, μεταβίβαση και απώλεια του δικαιώματος στο σήμα, δηλαδή θέματα για τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αποκλειστικά αρμόδια η ΔΕΣ ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Συνακόλουθα, δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν, ούτε παρεμπιπτόντως, τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου έκπτωσης ή διαγραφής του.