Ψηφιακή εποχή και επιχειρήσεις: Υπάρχει προστασία από πλατφόρμες και μηχανές αναζήτησης;

​Άρθρο της Αθηνάς Ι. Κοντογιάννη,

Λέκτορα της Νομικής Σχολής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου,

Πρώην Αν. Συνηγόρου του Καταναλωτή

 

Α. Ο αυξανόμενος ρόλος των πλατφορμών που παρέχουν επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, π.χ. Amazon, αλλά και των μηχανών αναζήτησης στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και, γενικότερα, της ψηφιακής επιχειρηματικότητας οδήγησε στην ανάγκη ρύθμισης των σχέσεών τους με τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στον κλάδο αυτό είναι η ολοένα και αυξανόμενη σχέση εξάρτησης, ιδίως των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων από τις διεθνούς εμβέλειας πλατφόρμες, η οποία επιτρέπει τη μονομερή επιβολή όρων σε αυτές, συχνά άδικων και επιζήμιων για τα συμφέροντά τους, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης.

​Με τις σκέψεις αυτές τέθηκε σε ισχύ ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1150 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019 για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης (L186/57). Αυτές τις μέρες, μάλιστα, συζητείται στην Ολομέλεια της Βουλής το σχέδιο νόμου, αρμοδιότητας Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, με το οποίο λαμβάνονται τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα για την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού στην εθνική έννομη τάξη. Αρμόδια αρχή εφαρμογής ορίσθηκε η νεοσυσταθείσα Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς του Υπουργείου αυτού.

Κεντρικό ζητούμενο των νέων κανόνων είναι να διαμορφώσουν ένα δίχτυ προστασίας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έναντι πρακτικών που εφαρμόζονται από πλατφόρμες και μηχανές αναζήτησης και οι οποίες είτε είναι αθέμιτες και καταχρηστικές είτε είναι αδιαφανείς και νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στη ψηφιακή αγορά. Υπό την έννοια αυτή επιδιώκεται προστασία των χρηστών των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης με χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με την προστασία των καταναλωτών.

Β. Ο Κανονισμός 2019/1150 δεν εφαρμόζεται σε υπηρεσίες επιγραμμικών πληρωμών ή σε εργαλεία επιγραμμικής διαφήμισης ή σε επιγραμμικές δημοπρασίες διαφημίσεων, οι οποίες δεν παρέχονται με σκοπό τη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών και δεν συνεπάγονται συμβατική σχέση με τους καταναλωτές. Τα βασικά σημεία του μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

1) Θεσμοθετείται συλλογική αγωγή, την οποία νομιμοποιούνται να ασκούν οι οργανώσεις και ενώσεις που εκπροσωπούν επαγγελματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή μηχανών αναζήτησης, καθώς και δημόσιοι οργανισμοί, εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη, με αίτημα τη διακοπή ή η απαγόρευση των παραβιάσεών του Κανονισμού και την παράλειψή τους στο μέλλον. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται αποτελεσματικότερη προστασία στους ζημιωθέντες χρήστες, οι οποίοι ενδέχεται να μη διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, να φοβούνται πιθανά αντίποινα και να μην αποφασίζουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους μεμονωμένα. Οι ανωτέρω ενώσεις και οργανώσεις πρέπει να μην έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, να επιδιώκουν τους ανωτέρω σκοπούς τους σε μόνιμη βάση (και όχι να έχουν ιδρυθεί adhoc) και να διαθέτουν διαφανείς πόρους, ώστε να αποτρέπεται η άσκηση αθέμιτης επιρροής στις αποφάσεις τους από τρίτους παρόχους χρηματοδότησης .

Υπενθυμίζεται ότι συλλογική αγωγή νομιμοποιούνται να ασκούν ενώσεις των καταναλωτών για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 10 παρ. 16 του ν. 2251/1994.

2) Η ταυτότητα του επιχειρηματικού χρήστη μέσα στην πλατφόρμα πρέπει να είναι εμφανώς ορατή. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις που διέπουν τη συμβατική σχέση τους με τους επιχειρηματικούς χρήστες και καθορίζονται μονομερώς από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης είναι απλοί, σαφείς, κατανοητοί και εύκολα διαθέσιμοι στους επιχειρηματικούς χρήστες σε όλα τα στάδια της εμπορικής σχέσης τους, συμπεριλαμβανομένου του προσυμβατικού.

Επίσης, υποχρεούνται να κοινοποιούν προτεινόμενες τροποποιήσεις των όρων αυτών, σε σταθερό μέσο, εντός εύλογης προθεσμίας προειδοποίησης, η οποία δεν μπορεί να είναι, κατά κανόνα, μικρότερη των 15 ημερών. Οι επιχειρηματικοί χρήστες, αν δεν συμφωνούν, καταγγέλλουν τη σύμβαση εντός 15 ημερών από τη λήψη της σχετικής προειδοποίησης, άρα δεν τους παρέχεται άλλη δυνατότητα προστασίας. Όροι και προϋποθέσεις που δεν τελούν σε συμφωνία προς τα ανωτέρω, είναι άκυροι.

3) Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που έχουν νόμιμους λόγους να αναστείλουν ή να περιορίσουν ή να διακόψουν την παροχή των υπηρεσιών τους σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη, συμπεριλαμβανομένης της διαγραφής προϊόντων ή της αφαίρεσής τους από τα αποτελέσματα αναζήτησης ή της υποβάθμισής τους, πρέπει να ενημερώνονται, πριν ή κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των ανωτέρω, ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων αυτών σε σταθερό μέσο και να τους παρέχεται η δυνατότητα υποβολής διευκρινίσεων μέσω εσωτερικής διαδικασίας διεκπεραίωσης παραπόνων, ώστε να διευκολύνεται η συμμόρφωσή τους. Σε περίπτωση  διακοπής του συνόλου των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, η ανωτέρω αιτιολόγηση πρέπει να παρέχεται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη θέση σε ισχύ της διακοπής, με την εξαίρεση των οριζόμενων περιπτώσεων, ιδίως σε σχέση με παράνομο ή ακατάλληλο περιεχόμενο, με απάτη, απομίμηση προϊόντων, κακόβουλο λογισμικό και παραβιάσεις δεδομένων (άρθρο 4 του Κανονισμού και σημεία 22 και 23 του Προοιμίου).

4) Η κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και η προβολή των προσφορών των επιχειρηματικών χρηστών πρέπει να γίνεται κατά τρόπο προβλέψιμο, δηλαδή μη αυθαίρετο. Συνεπώς, οι πάροχοι πρέπει να περιγράφουν εκ των προτέρων τις κύριες παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη (π.χ., δείκτες για τη μέτρηση της ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών, των επιχειρηματικών χρηστών, χρήση επιμελητών και δυνατότητα παρέμβασής του) και τους λόγους της σχετικής σημασίας τους προς άλλες παραμέτρους, προκειμένου οι επιχειρηματικοί χρήστες να μπορούν να την προβλέπουν, να κατανοούν καλύτερα τη λειτουργία του μηχανισμού κατάταξης και να μπορούν να συγκρίνουν τις πρακτικές που εφαρμόζουν οι πάροχοι. Η περιγραφή αυτή, η οποία είναι δημόσια διαθέσιμη, εύκολα προσβάσιμη και κατανοητή, πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει, επεξήγηση της δυνατότητας των επιχειρηματικών χρηστών να επηρεάζουν ενεργά την κατάταξη έναντι αμοιβής, καθώς και επεξήγηση των επιπτώσεων αυτής της αμειβόμενης παρέμβασης στην κατάταξη (υποχρέωση διαφάνειας στην κατάταξη).

5) Στην πράξη οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μπορεί να προσφέρουν οι ίδιοι στους καταναλωτές προϊόντα και υπηρεσίες ή να το κάνουν μέσω επιχειρήσεων τις οποίες ελέγχουν. Επειδή εν προκειμένω μπορεί να υπονομεύεται ο θεμιτός ανταγωνισμός με επιχειρηματικούς χρήστες τους οποίους δεν ελέγχει και να προωθούνται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της πλατφόρμας, ορίζεται από τον Κανονισμό ότι ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης υποχρεούται να ενεργεί κατά τρόπο διαφανή και να παρέχει περιγραφή κάθε διαφοροποιημένης μεταχείρισης των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρει ο ίδιος ή οι ελεγχόμενοι από αυτόν επιχειρηματικοί χρήστες σε σύγκριση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες των υπολοίπων.

6) Οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει, σύμφωνα με τον Κανονισμό να λαμβάνουν γνώση και να ενημερώνονται για κάθε διαβίβαση προς τρίτους δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών, τα οποία οι ίδιοι ή οι καταναλωτές έχουν παράσχει στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, προκειμένου να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης, όπως και για τον σκοπό της διαβίβασης. Οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τα προσωπικά δεδομένα ορίζεται ότι δεν θίγονται. Είναι προφανές ότι τα δεδομένα αυτά που αποκτώνται με αφορμή τη χρήση της πλατφόρμας έχουν μεγάλη οικονομική αξία, στην οποία αποκτά πρόσβαση και την καρπώνεται η πλατφόρμα. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών ενημερώνουν τις επιχειρήσεις για το αν παρέχουν δυνατότητα εξαίρεσης από τον διαμοιρασμό των ανωτέρω δεδομένων που γεννώνται από τη χρήση των υπηρεσιών τους και σε ποιες περιπτώσεις, όπως και αν έχουν πρόσβαση σε αυτά οι επιχειρήσεις και σε ποιο βαθμό.

7) Οι πάροχοι των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης οφείλουν να διαθέτουν εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών των επιχειρηματικών χρηστών, με διαδικασίες δωρεάν εξωδικαστικής διαμεσολάβησης, το οποίο πρέπει να διασφαλίζει τη δυνατότητα δίκαιης διμερούς επίλυσης σημαντικού ποσοστού αυτών μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά και να συμμετέχουν σε διαδικασίες εξωτερικής διαμεσολάβησης.

8) Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν Κώδικες Δεοντολογίας που να ρυθμίζουν τις σχέσεις των πλατφορμών και των μηχανών αναζήτησης με τους χρήστες των υπηρεσιών τους.

10) Κυρώσεις δεν εισάγει ο ίδιος ο Κανονισμός, αλλά αφήνει τα κράτη μέλη να τις θεσπίσουν. Στο πλαίσιο αυτό στην Ελλάδα το σχέδιο νόμου προβλέπει ιδίως η δυνατότητα επιβολής από τη ΔΙ.Μ.Ε.Α. προστίμων που κυμαίνονται από 1.500 έως 2.000.000 ευρώ για παράβαση του Κανονισμού.

Γ. Συμπερασματικά, ότι οι ρυθμίσεις του Κανονισμού, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της αποτελεσματικής προστασίας των διαπραγματευτικά αδύναμων επιχειρήσεων έναντι των πλατφορμών και των μηχανών αναζήτησης, δεν είναι ιδιαίτερα τολμηρές. Επικεντρώνονται σε δικονομικές διατάξεις, όπως η θεσμοθέτηση της συλλογικής αγωγής και η εξωδικαστική επίλυση των διαφορών που είναι μεν θετικά βήματα ως δίαυλοι διεκδίκησης δικαιωμάτων για τους θιγόμενους, ωστόσο δεν επεκτείνεται επαρκώς σε ουσιαστικούς αναγκαστικούς κανόνες, οι οποίοι να αμβλύνουν τη διαπραγματευτική ανισότητα και τη νόθευση του ανταγωνισμούαπό αθέμιτες πρακτικές, ενώ το πεδίο εφαρμογής του χρήζει διεύρυνσης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

B