Σύμβαση αποκλειστικής διανομής – Έννοια και προϋποθέσεις – Αναλογική εφαρμογή διατάξεων για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Με την υπ. αριθμ. 1057/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου διευκρινίστηκε το σημαντικό ζήτημα της δυνατότητας αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και σε συμβάσεις εμπορικής διανομής και αναλύθηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι για την ύπαρξη σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής διανομής.

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε σε αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε εταιρεία, που υπήρξε εμπορικός διανομέας καπνικών προϊόντων άλλης προμηθεύτριας εταιρείας, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να καταδικαστεί η προμηθεύτρια εταιρεία να της καταβάλλει χρηματικό ποσό, ως αποζημίωση πελατείας και ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη της, μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής διανομής, με επίκληση αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 για την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Ειδικότερα η ως άνω απόφαση έκρινε σχετικά τα εξής:

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας, προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διαεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιωμένη στη Συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας ( άρθρο 5 παρ. 1του Συντάγματος ) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχικής σύμβαση, κατά την διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα), τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στην διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι, ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα, μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται κατά κανόνα, να μην διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 165/2015).

Η ιδιότυπη αυτή διαρκούς χαρακτήρα ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται ως προς τη νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 ¨περί εμπορικών αντιπροσώπων¨, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό του δικαίου των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 249/1994 και ΠΔ 312/1995.

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διαθέσεως ( διανομής ), ο ένας εκ των συμβαλλομένων ( ο διανομέας ) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Πλην, παρά την διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δύνανται να εφαρμοστούν αναλόγως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τόσο οι διατάξεις του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος, εφόσον εναρμονίζονται με τη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αυτής συμβατικής μορφής, όσο και εκείνες περί εντολής του ΑΚ (ΑΠ 812/1991) υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, θεμελιώδους αρχής της ισότητας (ΟλΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστεως, που απορρέει από το άρθρο 288ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του, όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου, όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιο του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο, και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.

Όμως η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος ¨περί εμπορικών αντιπροσώπων ¨δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες, ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα. Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα αναλήψεως υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεισείουσα εταιρεία ζήτησε με την αγωγή της μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη παραγωγός εταιρεία μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβαση διανομής, να της καταβάλλει διάφορα ποσά, ως αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη με βάση τα αναμενόμενα από τη μεταξύ τους σύμβαση για το επόμενο έτος, τα οποία αντιστοιχούσαν στις προμήθειες που θα εισέπραττε η ενάγουσα, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά της εναγομένης, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281ΑΚ, 914ΑΚ, 919ΑΚ, όλως δε επικουρικά, με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής της ευθύνης, ήτοι τα άρθρα 8 παρ.4, 9 παρ. 1γ του ΠΔ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους, αναλογικά εφαρμοζομένων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι, η αγωγή, ως προς τα αγωγικά αιτήματα της καταβολής αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 και των διαφυγόντων κερδών, ως προς την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί βάση των άρθρων 8 και 9 του ΠΔ 219/1991 είναι μη νόμιμη, κατά την θεμελίωση της στις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθ’ όσον δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις αναλογικής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Τούτο διότι, η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση, δεν ομοιάζει κατά το ουσιώδη της στοιχεία με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ούτε συνιστά σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ώστε να επιβάλλεται και για αυτήν η αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ΠΔ 219/1991, καθόσον οι διαλαμβανόμενοι στο δικόγραφο της αγωγής συμβατικοί όροι δεν καθιστούν την ενάγουσα αποκλειστικό διανομέα, ενεργούσα, ως τμήμα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματική δραστηριότητας και της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης παραγωγού- προμηθεύτριας καπνικών ειδών.

Ειδικότερα, η συνδέουσα του διαδίκους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν είναι εκείνη της αποκλειστικής διανομής, καθόσον ελλείπει το ουσιώδες στοιχείο της αποκλειστικότητας, που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο της σύμβασης της αποκλειστικής διανομής, ήτοι ότι, ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα, μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα, ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μην διανείμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα διακινούσε προεχόντως στις περιοχές εμπορεύματα της εναγομένης, επειδή οι περιοχές αυτές ήταν πλησίον του τόπου εγκατάστασης της και όχι επειδή υπήρχε σχετική συμβατική δέσμευση, ενώ επίσης, στις ανωτέρω περιοχές διέθετε προς μεταπώληση και ανταγωνιστικά προς τα επίδικα συμβατικά προϊόντα άλλων παραγωγών – προμηθευτών της, δηλαδή δεν είχε αναλάβει την συμβατική υποχρέωση, κατά την λειτουργία της σύμβασης, να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις, διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου της αποκλειστικά και μόνο τα συμβατικά προϊόντα της εναγομένης, χωρίς να ασκεί επιρροή για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης το γεγονός, ότι τούτο – όπως επικαλείται η ενάγουσα – γινόταν χωρίς βλάβη της εναγομένης, λόγω της έλλειψης εναλλαξιμότητας των καπνικών προϊόντων στην σχετική αγορά.

Εξάλλου, τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά (δημιουργία αποθεμάτων, αποστολή πελατολογίου, συγκεκριμένη διαφημιστική και πιστωτική πολιτική της εναγομένης, τήρηση της δασμολογικής και φορολογικής νομοθεσίας), κυρίως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, κατά τα ρητώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ελλείπει το στοιχείο της αποκλειστικότητας για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την προαναφερόμενη έννοια, δεν συνιστούν συμβατικές υποχρεώσεις επαρκείς, ώστε να καταστήσουν τον διανομέα αποκλειστικό, αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού και εντεύθεν να επιβάλλεται η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, περί τακτικής καταγγελίας και αποζημιώσεως πελατείας .

Κατ’ ακολουθία, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι, η ένδικη συμβατική σχέση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά είναι αυτή της απλής διανομής και στην συνέχεια έκρινε απορριπτέο, ως μη νόμιμο, το κονδύλι καταβολής αποζημίωσης πελατείας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 288ΑΚ, 361ΑΚ, 4 παρ.1, 9 και 10 παρ.1 και 2 του ΠΔ 219/1991 και το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.3557/2007 και εντεύθεν ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και για τον λόγο αυτό απέρριψε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.