Συμπλήρωση λευκής επιταγής και πλαστογραφία ΑΠ 544/2015

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Με αφορμή την πρόσφατη εκδίκαση υπόθεσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, η οποία εξεδόθη με βάση ακάλυπτη επιταγή, για την οποία υπήρξε ισχυρισμός του ανακόπτοντα ότι, επρόκειτο για ¨λευκή¨ ή ¨ατελή¨ ως προς τα στοιχεία της, κατά την έκδοση της επιταγή, που συμπληρώθηκε από τον λήπτη αυτής και καθ’ ού η ανακοπή, κατά παράβαση της συμφωνίας αυτού με τον εκδότη της επιταγής, αναφερόμαστε στο ενδιαφέρον σκεπτικό της υπ. αριθμ. 544/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, που έκρινε επί του νομικού ζητήματος τα εξής:   
Η υπόθεση αφορούσε την έκδοση ¨λευκής¨ επιταγής, δηλαδή επιταγής την οποία ο εκδότης αυτής εξέδωσε, χωρίς να έχει συμπληρώσει τα στοιχεία του δικαιούχου, του ποσού και της ημεροχρονολογίας έκδοσης της και την οποία παρέδωσε σε προμηθεύτρια του εταιρεία, με την γραπτή συμφωνία τους ότι, η επιταγή αυτή παραδόθηκε ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση της σύμβασης (πώληση μηχανημάτων από την εταιρεία λήπτη της επιταγής προς τον εκδότη) και ότι, τα κενά στοιχεία της θα συμπληρώνονταν μόνο από τον εκδότη με την παράδοση των μηχανημάτων και προς πληρωμή του τιμήματος της πώλησης, ενώ παράλληλα, η λήπτης της επιταγής πωλήτρια εταιρεία δεν θα είχε το δικαίωμα να θέσει σε κυκλοφορία την επιταγή μέχρι την παράδοση των μηχανημάτων. 
Όμως, η λήπτης της επιταγής εταιρεία, κατά παράβαση της γραπτής της συμφωνίας με τον εκδότη συμπλήρωσε τα ελλείποντα στοιχεία της επιταγής και παρέδωσε αυτήν, ως ενέχυρο, σε τραπεζική εταιρεία, η οποία μάλιστα προεξόφλησε το ποσό της επιταγής, καταβάλλοντας αυτό στην κομίστρια και λήπτη της επιταγής, πωλήτρια εταιρεία.
Η λήπτης της επιταγής πωλήτρια εταιρεία δεν μπόρεσε να τηρήσει τα συμφωνηθέντα της σύμβασης πώλησης και να παραδώσει τα μηχανήματα στον εκδότη της επιταγής (αγοραστή) την συμφωνηθείσα ημερομηνία και ο εκδότης κοινοποίησε εξώδικη διαμαρτυρία στον λήπτη – γνωστοποιώντας την μάλιστα και στην ενεχυρούχο κομίστρια τράπεζα – προέβη δε σε ανάκληση της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα και για τον λόγο αυτό η ενεχυρούχος τράπεζα σφράγισε την επιταγή και εξέδωσε με βάση αυτήν Διαταγή Πληρωμής.
Κατ’ αυτής της Διαταγής Πληρωμής ο εκδότης άσκησε ανακοπή υποστηρίζοντας ότι, η ως άνω επιταγή είναι πλαστή, διότι αυτή συμπληρώθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της λήπτριας και πωλήτριας εταιρείας, παρά την θέληση του, χωρίς την συναίνεση του και κατά παράβαση της μεταξύ τους γραπτής συμφωνίας περί των όρων συμπλήρωσης της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε τον σχετικό λόγο ανακοπής με την παραδοχή ότι, η εν λόγω επιταγή είναι πλαστή και συνεπώς η απόλυτη αυτή ένσταση μπορούσε να προταθεί έναντι κάθε τρίτου λήπτη και κομιστή της επιταγής, ήτοι ακόμα και του με καλή πίστη ενεργούντος κατά την λήψη της επιταγής.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ως άνω ενεχυρούχος τράπεζα άσκησε έφεση, πλην όμως και η έφεση απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε ότι, η συμπλήρωση της λευκής επιταγής από τον λήπτη,  παρά την ύπαρξη της παραπάνω γραπτής συμφωνίας μεταξύ αυτού και του εκδότη – ανακόπτοντος και παρά την ματαίωση της μεταξύ τους σύμβασης πώλησης αποτελεί νόθευση του εν λόγω αξιογράφου της επιταγής, δηλαδή πλαστογραφία, αφού η συμπλήρωση έγινε εν αγνοία και παρά την θέληση του ανακόπτοντος, με δόλο, που κατέτεινε στο να εισπράξει  η φερόμενη ως δικαιούχος εταιρεία, το ποσό της επιταγής, εν γνώσει της ότι δεν είχε δικαίωμα προς τούτο, αφού δεν παρέδωσε στον ανακόπτοντα τα παραγγελθέντα μηχανήματα.
Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο έφεσης της εκκαλούσας – ενεχυρούχου τράπεζας ότι, ο ισχυρισμός περί συμπλήρωσης ΄των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής δεν αποτελούσε βάσιμη ένσταση πλαστότητας, αλλά αντίθετα ένσταση περί συμπληρώσεως εναντίον των συμφωνιών και συγκεκριμένα, την ένσταση της συμπλήρωσης της επιταγής, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, η οποία και σε αντίθεση με την ένσταση πλαστότητας δεν μπορεί να προβληθεί κατά παντός τρίτου, – όπως η ίδια η κομίστρια ενεχυρούχος τράπεζα -, αφού ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι αυτή ήταν κακής πίστης κατά τη κτήση της επιταγής, ή ότι αυτή ενήργησε κατά βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της επιταγής.
Στην συνέχεια η κομίστρια τράπεζα άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ,το δε ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 του Ν.5960/1933 ¨περί επιταγής ¨ εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών, που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά το6 κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη .Η μη τήρηση της συμφωνίας  συμπλήρωσης της λευκής  επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση, που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό, προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσης της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής.
Τέτοια πλαστογράφηση υπάρχει, όταν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για την συμπλήρωση της (ΑΠ 738/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 του Ν.5960/1933, τα από την επιταγή εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις  με τον εκδότη, ή τους προηγούμενους κομιστές , εκτός αν ο κομιστής κατά την απόκτηση της επιταγής ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη .Στον παραπάνω όμως κανόνα του απαραδέκτου των ενστάσεων αυτών, που ευθύνονται από επιταγή, κατά του κομιστή αυτής, δεν υπάγονται οι λεγόμενες απόλυτες ενστάσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εναγομένου κατά του εκδότη, ή των προηγουμένων κομιστών. Τέτοια δε είναι και η ένσταση πλαστογραφίας, η οποία προτείνεται  κατά παντός κομιστή, έστω και καλής πίστης .Όμως κατά τα προεκτεθέντα, η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή.
Κατά του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή αν διέπραξε κατά την απόκτηση της  βαρύ πταίσμα ( ΑΠ 738/2006, ΑΠ 1202/2006).   
Αυτά δεχόμενα το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της αναίρεσης της κομίστριας τράπεζας εξαφάνισε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, που θα δικάσει με άλλη σύνθεση.