Ψηφιακός Βοηθός Ε.Ε.Α.

Συναντήσεις κατ`ιδίαν… με τον Σπύρο Διαμιανό – «Η ιδιωτική εκπαίδευση δεν είναι αντιπαράθεση, αλλά συμπλήρωση του συστήματος»

Μοιράσου το στο

Συναντήσεις κατ`ιδίαν… με τον Σπύρο Διαμιανό – «Η ιδιωτική εκπαίδευση δεν είναι αντιπαράθεση, αλλά συμπλήρωση του συστήματος»

EΕA takeaways
  • Η ιδιωτική εκπαίδευση είναι συμπληρωματική στο σύστημα, με έμφαση στη συνεργασία, την ποιότητα και την ισότιμη πρόσβαση.
  • Ο Σπύρος Δαμιανός και το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών στηρίζουν μικρομεσαίους με εκπαιδευτικά εργαλεία και ψηφιακές υποδομές.
  • Τα φροντιστήρια δεν ανταγωνίζονται το σχολείο, προσφέρουν εξειδίκευση, προσωποποιημένη μάθηση και υβριδικά μοντέλα διδασκαλίας.
  • Το Εθνικό Απολυτήριο χρειάζεται εκσυγχρονισμό, αξιολόγηση συνολικά και έμφαση σε οριζόντιες δεξιότητες.
  • Οι δράσεις επαγγελματικού προσανατολισμού ενδυναμώνουν μαθητές, γονείς και συμβούλους για συνειδητές επιλογές σπουδών και καριέρας.

«Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η αντιπαράθεση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, αλλά η συνεργασία, η ποιότητα και η ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση.»

Με αυτή τη θέση ως αφετηρία, ο Σπύρος Δαμιανός, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Επιτροπής Ιδιωτικής Εκπαίδευσης, περιγράφει στον δημοσιογράφο Λάμπρο Ρόδη και στη στήλη «Συναντήσεις κατ` ιδίαν» μια συνολική εικόνα για τον ρόλο της ιδιωτικής εκπαίδευσης και των φροντιστηρίων στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα. Μέσα από τη θεσμική του εμπειρία στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, αναδεικνύει τον ρόλο ενός ενεργού και παρεμβατικού φορέα που στηρίζει ουσιαστικά τον μικρομεσαίο επαγγελματία και δημιουργεί εργαλεία ανάπτυξης για κλάδους που βρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη, όπως αυτός της ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Παράλληλα, τοποθετείται για τις μεγάλες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα –από το Εθνικό Απολυτήριο και την αναβάθμιση της αξιολόγησης έως την ενίσχυση των δεξιοτήτων των μαθητών– αλλά και για τον μετασχηματιζόμενο ρόλο των φροντιστηρίων σε μια εποχή ψηφιακής μετάβασης, αυξημένων απαιτήσεων και ανάγκης για εξατομικευμένη μάθηση.

Πώς βιώνετε τη συμμετοχή σας στο Διοικητικό Συμβούλιο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών;

Η σχέση μου με το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν είναι πρόσφατη· ξεκινά ουσιαστικά από το 2017, όταν εκλέχθηκα για πρώτη φορά σε έναν από τους τότε εννέα συνδυασμούς. Ήμασταν ένας καθαρά κλαδικός συνδυασμός, με προέλευση κυρίως από τον χώρο της εκπαίδευσης, και καταφέραμε από την πρώτη κιόλας συμμετοχή μας να έχουμε μια ουσιαστική και αναγνωρίσιμη παρουσία.

Από την αρχή της πορείας μου στο Επιμελητήριο βρέθηκα σε ένα περιβάλλον που δεν περιορίζεται απλώς σε τυπικές θεσμικές διαδικασίες, αλλά χαρακτηρίζεται από συνεργασία, ανταλλαγή απόψεων και πραγματική δουλειά για την καθημερινότητα του επαγγελματία. Αυτό είναι κάτι που το βιώνεις από μέσα, όχι θεωρητικά. Ιδιαίτερα θέλω να σταθώ στο γεγονός ότι η διοίκηση του Επιμελητηρίου, και προσωπικά ο πρόεδρος Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, έχουν επιδείξει σταθερότητα, συνέχεια και μια πραγματική προσήλωση στη στήριξη του μικρομεσαίου επαγγελματία. Και αυτό ανεξάρτητα από πολιτικές αφετηρίες ή επιμέρους διαφοροποιήσεις. Υπάρχει μια λογική κοινής πορείας και όχι αποκλεισμών. Αυτό το στοιχείο ήταν και παραμένει καθοριστικό για μένα. Δεν είναι μόνο ότι συμμετέχω σε ένα θεσμικό όργανο· είναι ότι βλέπω στην πράξη μια προσπάθεια που έχει αποτέλεσμα, που παράγει έργο και που δίνει χώρο σε ανθρώπους της αγοράς να εκφραστούν και να συμβάλουν. Γι’ αυτό και όλα αυτά τα χρόνια δεν το αντιμετωπίζω ως μια τυπική συμμετοχή, αλλά ως μια ενεργή διαδικασία ευθύνης και συνεισφοράς, που συνεχίζω να υπηρετώ με συνέπεια.

Πώς αποτυπώνεται αυτή η δράση στην πράξη, ειδικά για τον κλάδο σας;

Στην πράξη, η παρουσία και η στήριξη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών στον κλάδο μας δεν είναι θεωρητική ούτε αποσπασματική· είναι διαρκής και μετρήσιμη μέσα στον χρόνο. Από το 2018 μέχρι σήμερα, έχουμε δει μια σταθερή επένδυση σε επιμορφωτικές, επιστημονικές και επαγγελματικές δράσεις, η οποία αποτυπώνεται τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και σε επίπεδο υποδομών και οργάνωσης. Δεν μιλάμε για μεμονωμένες παρεμβάσεις, αλλά για μια συστηματική στρατηγική ενίσχυσης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και ειδικότερα του εκπαιδευτικού κλάδου. Έχουν στηριχθεί συνέδρια και σεμινάρια σε όλη την Ελλάδα, με συμμετοχές που συχνά φτάνουν ή και ξεπερνούν τους εκατοντάδες συναδέλφους. Και αυτό έχει σημασία, γιατί δεν πρόκειται για απλές τυπικές εκδηλώσεις, αλλά για οργανωμένες επιστημονικές συναντήσεις με περιεχόμενο, με θεματικές ενότητες, με στρογγυλά τραπέζια και με ουσιαστική ανταλλαγή εμπειριών και γνώσης. Παράλληλα, έχει δοθεί πρόσβαση σε εργαλεία που για έναν μικρό επαγγελματία είναι καθοριστικά: ψηφιακές υποδομές, CRM συστήματα, αλλά και οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα πάνω σε θέματα όπως η κοστολόγηση υπηρεσιών, το marketing, η διοίκηση και η βιώσιμη λειτουργία μιας επιχείρησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον δικό μας κλάδο, γιατί οι περισσότεροι συνάδελφοι ξεκινούν ως εκπαιδευτικοί και στην πορεία καλούνται να λειτουργήσουν και ως επιχειρηματίες. Άρα χρειάζονται εργαλεία, γνώση και υποστήριξη για να μπορέσουν να σταθούν σωστά σε ένα απαιτητικό περιβάλλον. Συνολικά, θα έλεγα ότι η δράση του Επιμελητηρίου δεν περιορίζεται στη στήριξη “στα λόγια”, αλλά μεταφράζεται σε πραγματικές δυνατότητες εξέλιξης για τον κλάδο μας και για κάθε επαγγελματία ξεχωριστά.

Υπάρχει και έντονη δράση στον τομέα του επαγγελματικού προσανατολισμού. Τι επιδιώκετε μέσα από αυτές τις εκδηλώσεις;

Πρόκειται για μια δράση που δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε αποσπασματική· έχει πλέον καθιερωθεί εδώ και αρκετά χρόνια και εξελίσσεται σταθερά, με τη στήριξη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Μέσα από οργανωμένες εκδηλώσεις επαγγελματικού προσανατολισμού, σε μεγάλους και κατάλληλους χώρους, φέρνουμε κοντά μαθητές, γονείς και εξειδικευμένους συμβούλους, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου. Ο βασικός στόχος είναι καθαρός και, θα έλεγα, απολύτως πρακτικός: να βοηθήσουμε τα παιδιά να κατανοήσουν καλύτερα τον κόσμο των επιλογών τους. Τι σημαίνει κάθε επιστημονική κατεύθυνση, ποιες σπουδές αντιστοιχούν σε ποιες επαγγελματικές διαδρομές, ποιες είναι οι πραγματικές προοπτικές στην αγορά εργασίας και πώς αυτές εξελίσσονται στο χρόνο. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα παιδιά καλούνται να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις σε πολύ μικρή ηλικία, μέσα σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πληροφοριακό θόρυβο, αβεβαιότητα και συχνά υπερβολικές προσδοκίες. Αυτό δημιουργεί άγχος, πίεση και πολλές φορές σύγχυση. Ακριβώς εκεί έρχεται η αξία αυτών των εκδηλώσεων. Όταν το παιδί έχει δίπλα του έναν εξειδικευμένο σύμβουλο επαγγελματικού προσανατολισμού, που βασίζεται σε δεδομένα, μελέτες, τάσεις της αγοράς σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, τότε η συζήτηση αλλάζει επίπεδο. Δεν βασίζεται πλέον στο “νομίζω” ή στο “μου είπαν”, αλλά σε πραγματική γνώση. Και αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί ένα παιδί που είναι σωστά ενημερωμένο δεν κάνει απλώς μια επιλογή σπουδών· κάνει μια πιο συνειδητή επιλογή ζωής. Γι’ αυτό και αυτές οι δράσεις δεν έχουν μόνο εκπαιδευτικό χαρακτήρα, αλλά και έντονη κοινωνική διάσταση. Δίνουν βήμα στα παιδιά να εκφραστούν, να ρωτήσουν, να αμφισβητήσουν και τελικά να καταλήξουν σε πιο ώριμες αποφάσεις για το μέλλον τους. Με λίγα λόγια, δεν μιλάμε απλώς για εκδηλώσεις ενημέρωσης, αλλά για μια διαδικασία ενδυνάμωσης των νέων ανθρώπων, που αποτελεί για εμάς κεντρική προτεραιότητα.

Πώς τοποθετείστε για τις αλλαγές στην εκπαίδευση και το Εθνικό Απολυτήριο;

Θεωρώ ότι η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το Εθνικό Απολυτήριο κινείται, κατ’ αρχάς, σε μια θετική και αναγκαία κατεύθυνση. Το υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης έχει διαμορφωθεί σε μια λογική πολλών δεκαετιών και, όπως συμβαίνει σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα που θέλει να παραμένει ζωντανό, χρειάζεται εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στις σημερινές συνθήκες. Η βασική του φιλοσοφία, δηλαδή η μετατόπιση από μια μεμονωμένη, «στιγμιαία» κρίση σε μια πιο συνολική αποτύπωση της σχολικής πορείας του μαθητή, θεωρώ ότι μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη δικαιότερη αξιολόγηση. Όταν η προσπάθεια δεν κρίνεται αποκλειστικά από μία εξέταση, αλλά από μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, τότε μειώνεται και το υπέρμετρο άγχος των μαθητών, το οποίο σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Παράλληλα, η ενίσχυση της αξιολόγησης μέσα από περισσότερες φάσεις της σχολικής ζωής μπορεί να δώσει μια πιο ρεαλιστική εικόνα των ικανοτήτων και της συνέπειας κάθε μαθητή, όχι μόνο της στιγμιαίας απόδοσης. Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ και το γεγονός ότι η νέα αυτή προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε δεξιότητες που ξεπερνούν τα παραδοσιακά γνωστικά αντικείμενα. Η πληροφορική, οι ξένες γλώσσες και γενικότερα οι οριζόντιες δεξιότητες δεν είναι πλέον συμπληρωματικά στοιχεία· είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ένταξη του νέου ανθρώπου στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία της γνώσης. Η σύγχρονη εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη μετάδοση γνώσεων. Οφείλει να καλλιεργεί και την ικανότητα εφαρμογής τους, την κριτική σκέψη και την προσαρμοστικότητα. Υπό αυτή την έννοια, το Εθνικό Απολυτήριο –αν σχεδιαστεί σωστά και με σταθερότητα– μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα προς μια πιο σύγχρονη, πιο δίκαιη και πιο λειτουργική εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος των φροντιστηρίων;

Τα φροντιστήρια, κατά τη δική μου αντίληψη και εμπειρία, δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά προς το σχολείο και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από αυτό το πρίσμα. Πρόκειται για δύο διακριτούς, αλλά συμπληρωματικούς ρόλους μέσα στο εκπαιδευτικό οικοσύστημα. Το σχολείο έχει έναν ευρύτερο παιδαγωγικό και κοινωνικό ρόλο: κοινωνικοποιεί, διαπαιδαγωγεί, μεταδίδει βασικές γνώσεις και διαμορφώνει τον μαθητή ως προσωπικότητα μέσα σε ένα συλλογικό περιβάλλον μάθησης. Είναι ο θεσμικός κορμός της εκπαίδευσης. Τα φροντιστήρια, από την άλλη πλευρά, λειτουργούν στοχευμένα και εξειδικευμένα. Προετοιμάζουν τους μαθητές για συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους, κυρίως στο πλαίσιο των εξετάσεων, αλλά και γενικότερα στην εμβάθυνση της γνώσης εκεί όπου υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης, επανάληψης ή εξατομικευμένης προσέγγισης. Τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος μας έχει εξελιχθεί ουσιαστικά και σε επίπεδο οργάνωσης αλλά και σε επίπεδο μεθοδολογίας. Δεν μιλάμε πλέον για το παραδοσιακό φροντιστήριο του παρελθόντος. Έχουν αναπτυχθεί υβριδικά μοντέλα διδασκαλίας, με συνδυασμό δια ζώσης και ψηφιακής εκπαίδευσης, αλλά και σύγχρονα εργαλεία παρακολούθησης της προόδου των μαθητών. Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη αποτελεί η προσωποποιημένη εκπαίδευση. Σήμερα μπορούμε, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το παρελθόν, να εντοπίζουμε με ακρίβεια τις μαθησιακές δυσκολίες κάθε παιδιού, όχι γενικά και αόριστα, αλλά σε συγκεκριμένα κεφάλαια, ενότητες ή ακόμη και τύπους ασκήσεων. Αυτό μας επιτρέπει να προσαρμόζουμε τη διδασκαλία στις πραγματικές ανάγκες του κάθε μαθητή, να παρεμβαίνουμε στοχευμένα και να ενισχύουμε εκεί που υπάρχει πραγματικό κενό γνώσης. Με απλά λόγια, ο ρόλος των φροντιστηρίων σήμερα δεν είναι απλώς υποστηρικτικός, αλλά εξειδικευμένος και συμπληρωματικά αναγκαίος, μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο απαιτητικό, πιο σύνθετο και πιο εξατομικευμένο.

Υπάρχει τελικά μια «δικαίωση» για τον κλάδο της ιδιωτικής εκπαίδευσης;

Δεν θα το έθετα με όρους «δικαίωσης», γιατί αυτό προϋποθέτει μια αντιπαράθεση ή μια αμφισβήτηση που έχει πλέον ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό. Θα έλεγα πιο σωστά ότι υπάρχει σήμερα μια σαφώς μεγαλύτερη αναγνώριση του ρόλου της ιδιωτικής εκπαίδευσης μέσα στο συνολικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η ιδιωτική εκπαίδευση δεν προέκυψε ούτε αναπτύχθηκε επειδή το δημόσιο σχολείο απέτυχε. Αντίθετα, αναπτύχθηκε ως απάντηση σε μια διαρκώς εξελισσόμενη εκπαιδευτική και κοινωνική ανάγκη: την ανάγκη των μαθητών για πιο εξατομικευμένη υποστήριξη, για περισσότερη εξάσκηση, για ενίσχυση σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα και, κυρίως, για καλύτερη προετοιμασία απέναντι σε ένα όλο και πιο απαιτητικό περιβάλλον αξιολόγησης και εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξωσχολική εκπαιδευτική υποστήριξη δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και διεθνώς, αποτελεί θεσμικά αποδεκτή και οργανωμένη πραγματικότητα, ενταγμένη μέσα στη λογική της συμπληρωματικής εκπαίδευσης. Δεν αντιμετωπίζεται ως «παράλληλο σύστημα», αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού οικοσυστήματος που εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες. Στη σημερινή πραγματικότητα, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι η αντιπαράθεση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης. Αυτή η συζήτηση θεωρώ ότι είναι ξεπερασμένη. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η συνεργασία, η αναβάθμιση της ποιότητας συνολικά και –πάνω απ’ όλα– η διασφάλιση ίσων ευκαιριών μάθησης για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως κοινωνικού ή οικονομικού υπόβαθρου. Με αυτή την έννοια, η ιδιωτική εκπαίδευση δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο, αλλά ως συμπληρωματικός πυλώνας στήριξης, που εξελίσσεται συνεχώς και προσαρμόζεται στις νέες απαιτήσεις της εποχής, με στόχο ένα πιο αποτελεσματικό και πιο δίκαιο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα.

Μοιράσου το στο

Αναζήτηση