Γράφει ο Ηλίας Χατζηγεωργίου, Φοροτεχνικός, Αντιπρόεδρος Επιτροπής Φοροτεχνικών Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Πολλές συζητήσεις γίνονται το τελευταίο διάστημα για την μείωση του συντελεστή φόρου εισοδήματος με την παράλληλη αύξηση του συντελεστή των αποδείξεων που θα πρέπει να συλλέξει κάποιος φορολογούμενος, ώστε να έχει την μείωση φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 16 του Ν. 4172/2013.
Σύμφωνα λοιπόν και με τα όσα έχουν αναφερθεί και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό φαίνεται ότι οδεύουμε στην λογική του να προστεθεί μία νέα κλίμακα για τα εισοδήματα φυσικών προσώπων έως τις 10.000 ευρώ ενώ παράλληλα για τα εισοδήματα άνω των 20.000 θα υπάρξει μείωση των συντελεστών κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Κατόπιν τούτου ως φαίνεται κερδισμένοι θα είναι όλοι οι φορολογούμενοι , δεδομένου ότι η κλίμακα φορολογίας μειώνεται όλη στο σύνολο της , ενώ με την δημιουργία του πρώτου χαμηλού συντελεστή μπορεί να δημιουργηθεί μείωση φόρου από αυτό και μόνο που θα φτάνει μέχρι και τα 1.300 ευρώ.
Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα έχει ήδη ειπωθεί ότι θα μειωθεί ο συντελεστής φορολογίας στο 24% , ενώ παράλληλα ο φόρος μερισμάτων θα μειωθεί και αυτός στο 5%, αντί για 10% που ισχύει μέχρι στιγμής.
Σε κάθε περίπτωση όλα αυτά θα τα γνωρίζουμε αναλυτικά με την κατάθεση του φορολογικού νομοσχεδίου στο στάδιο της διαβούλευσης , οπότε θα είμαστε και σε θέση να αναλύσουμε τους πίνακες και τις διαφορές που προκύπτουν στην φορολογία για τα εισοδήματα του 2020 και μετά.
Αναλύοντας βέβαια τον προϋπολογισμό του 2020 το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ελαφρά διαφορετικό. Στο μέρος που αφορά την φορολόγηση των φυσικών προσώπων ο προϋπολογισμός αναφέρει αύξηση των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος κατά 336 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα σε αυτό των νομικών προσώπων αναφέρει αύξηση κατά 129 εκατ. ευρώ , ενώ γενικότερα προβλέπει αύξηση από φόρους γενικότερα κατά 602 εκατ. ευρώ.
Η απάντηση στο ερώτημα του πώς μπορεί να επιτευχθεί αύξηση των εσόδων με παράλληλη μείωση των συντελεστών είναι σίγουρα πολύεπίπεδη και έχει πολλές προεκτάσεις.
Μία εξ αυτών είναι προφανώς ότι προσδοκάται αύξηση των εσόδων από την ενδεχόμενη αύξηση των εισοδημάτων που μπορεί να επιτευχθεί το 2020 μέσω της γενικότερης καλυτέρευσης οικονομικού κλίματος. Αυτή η ερμηνεία είναι η εύκολη και δεν χρειάζεται πολλές οικονομικές γνώσεις για να δημιουργηθεί.
Άλλη μία όμως ερμηνεία θα μπορούσε να είναι και η έμμεση «παγίδα» που θα αντιμετωπίσουν οι φορολογούμενοι από τον επόμενο χρόνο και έχει να κάνει με το θέμα των αποδείξεων. Όπως όλοι γνωρίζουμε εδώ και μερικά χρόνια η εφάπαξ μείωση φόρου που προβλέπεται στον κώδικα φορολογίας εισοδήματος επιτυγχάνεται με την χρήση του πλαστικού χρήματος, παράλληλα με τις δαπάνες που καλούνται να κάνουν οι μισθωτοί , οι συνταξιούχοι, αλλά και γενικότερα όσοι φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών και των συνταξιούχων.
Με τα μέχρι τώρα δεδομένα για τα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες του 2019 ισχύουν τα εξής:
Πολλές συζητήσεις γίνονται το τελευταίο διάστημα για την μείωση του συντελεστή φόρου εισοδήματος με την παράλληλη αύξηση του συντελεστή των αποδείξεων που θα πρέπει να συλλέξει κάποιος φορολογούμενος, ώστε να έχει την μείωση φόρου που προβλέπεται στο άρθρο 16 του Ν. 4172/2013.
- Εισοδήματα από 1 έως 10.000 ευρώ πρέπει να συλλεχθεί το 10% σε αποδείξεις που εξοφλήθηκαν με την χρήση πλαστικού χρήματος.
- Εισοδήματα από 10.000 έως 30.000 ευρώ πρέπει να συλλεχθεί το 15% σε αποδείξεις που εξοφλήθηκαν με την χρήση πλαστικού χρήματος.
- Εισοδήματα από 30.000 και πάνω πρέπει να συλλεχθεί το 20% σε αποδείξεις που εξοφλήθηκαν με την χρήση πλαστικού χρήματος ,με ανώτατο όριο το ποσό των 30.000 ευρώ αποδείξεων.
Είναι εύκολα κατανοητό ότι οι διαφορές που προκύπτουν είναι αρκετά υψηλές , ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται κάποια βασικά ερωτήματα , με μεγαλύτερο όλων ποσό θα είναι το ποσοστό του επιπλέον φόρου που θα κληθεί να πληρώσει όποιος δεν έπιασε τον στόχο. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι ως εισόδημα υπολογισμού είναι το αρχικό πριν την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και όποιον άλλων φόρων που πληρώνονται μέσω της παρακράτησης ή της εκκαθάρισης της δήλωσης.
Αν ο συντελεστής του penalty παραμείνει στο 22% τότε φορολογούμενος με εισοδήματα 6.000 ευρώ που δεν ξόδεψε καθόλου χρήματα μέσω πλαστικού χρήματος, το 2019 θα πλήρωνε 132,00 ευρώ επιπλέον φόρο, ενώ με τα νέα δεδομένα θα πληρώνει 396,00 ευρώ. Τον τριπλάσιο φόρο δηλαδή…
Το θέμα είναι όμως ότι για την επίτευξη του στόχου συμπεριλαμβάνονται οι περισσότερες δαπάνες , αλλά δεν συμπεριλαμβάνεται μία πολύ βασική και δεν είναι άλλη από το ενοίκιο κύριας κατοικίας.
Στο παράδειγμα μας λοιπόν ο φορολογούμενος που πληρώνει 250 ευρώ ενοίκιο τον μήνα θα καλείται με τις 3.000 ευρώ που του απομένουν να συλλέξει τις απαιτούμενες αποδείξεις. Σε αυτή περίπτωση τα 1.800 ευρώ είναι 60% του εισοδήματος του , δεδομένου ότι μία δαπάνη είναι εκτός υπολογισμού.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το δάνειο κατοικίας το οποίο μάλιστα αποτελεί και τεκμήριο για τον φορολογούμενο. Εκτός αυτού όμως πρέπει να συνυπολογιστούν και κάποια άλλα βασικά ερωτήματα όπως τα εξής:
- Τι θα γίνει με όσους έχουν δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς από το δημόσιο ή από τις τράπεζες ;
- Τι θα γίνει με όσους έχουν διαφορές τεκμηρίων στην δήλωση τους ; Το ποσό θα ζητάτε και επί του τεκμαρτού εισοδήματος ;
- Η στόχευση του μέτρου θα αφορά όλους τους φορολογούμενους ή μόνο τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους ;
- Θα συνυπολογίζονται και οι δαπάνες του εξωτερικού ή μόνο όσες γίνονται στην Ελλάδα ;
- Οι προμήθειες των τραπεζών για το e- banking, αλλά και τα pos θα παραμείνουν στα σημερινά ύψη;
- Όσοι έχουν δικαίωμα του να χρησιμοποιούν χειρόγραφες αποδείξεις , θα εξακολουθήσουν να το έχουν ;