Tριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 16017/2018 – Κίνδυνος σύγχυσης εμπορικών σημάτων – διακριτικός χαρακτήρας – σήμα φήμης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπ. αριθμ. 16017/2018 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί προσφυγής κατά απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (ΔΕΣ), με την οποία έγινε δεκτή δήλωση κατάθεσης ημεδαπού εμπορικού σήματος, για το οποίο η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίζονταν ότι, ομοιάζει με προγενέστερο κατατεθειμένο δικό της εμπορικό σήμα και συνεπώς υπήρχε πρόδηλος κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού.

Το ενδιαφέρον εντοπίζεται στην ανάλυση που γίνεται στο σκεπτικό της απόφασης, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους μπορεί να προκύψει κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού σε περιπτώσεις εμπορικών σημάτων, που παρουσιάζουν ομοιότητες, ως προς τα στοιχεία που τα αποτελούν, ενώ παράλληλα επισημαίνεται και η πάγια μέχρι σήμερα σχετική νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΔΕΚ).

Ειδικότερα:

Σύμφωνα με το Ν.2239/1994 ¨Περί σημάτων¨, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των κρατών μελών περί σημάτων και ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 θεωρείται σήμα, κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα, ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων ………, ενώ στο άρθρο 4 αυτού ορίζεται μεταξύ άλλων ότι ….σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση : α) εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το  προγενέστερο σήμα, β) εάν λόγω της ταυτότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων, ή των υπηρεσιών, ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων, ή των υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης του με το προγενέστερο σήμα, γ) εάν ταυτίζεται, ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρηθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον αυτό έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος, από το διακριτικό χαρακτήρα, ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα, ή τη φήμη αυτού. Ως προγενέστερα σήματα κατά τον νόμο θεωρούνται : α) τα σήματα, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτικών, τα οποία έχουν καταχωρηθεί, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος ….. Εξάλλου, στο άρθρο 3 παρ. 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι, δεν καταχωρούνται επίσης ως σήματα : α) ……β) τα σήματα των οποίων η κατάθεση αντίκειται στην καλή πίστη, ή έγινε κακόπιστα.

Επίσης, στην δέκατη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 89/104 αναφέρεται ότι, η προστασία που παρέχει το καταχωρισμένο σήμα, της οποίας σκοπός είναι ιδίως η διασφάλιση της αρχικής λειτουργίας του σήματος, είναι απόλυτη, σε περίπτωση ταυτότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών, επίσης δε αναφέρεται ότι, η προστασία ισχύει και σε περίπτωση ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών και ότι η έννοια της ομοιότητας πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με τον κίνδυνο σύγχυσης, καθώς επίσης και ότι, ο κίνδυνος σύγχυσης, η εκτίμηση του οποίου εξαρτάται από πολυάριθμους παράγοντες και ιδίως από το κατά πόσον είναι γνωστό το σήμα στην αγορά, από την ενδεχόμενη συσχέτιση με το χρησιμοποιούμενο, ή το καταχωρισμένο σημείο, από τον βαθμό ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών, αποτελεί την ειδική προϋπόθεση της προστασίας.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 4 πσρ. 1 περ. β του Ν.2239/1994 με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β της Οδηγίας 89/104./ΕΟΚ δεν γίνεται δεκτή η καταχώριση σήματος, όταν λόγω της ταυτότητας του, ή  της ομοιότητας του με προγενέστερο σήμα και λόγω της ταυτότητας, ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών, που προσδιορίζονται από τα δύο σήματα, υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του κοινού. Κίνδυνος δε σύγχυσης του κοινού, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου είναι ο κίνδυνος να πιστέψει το κοινό ότι, τα επίμαχα προϊόντα, ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, ή ενδεχομένως από οικονομικώς συνδεδεμένες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης του κοινού πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη, στην αλληλεξάρτηση τους, όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης υπόθεσης, στους οποίους περιλαμβάνονται ιδίως, η ταυτότητα ή ο βαθμός ομοιότητας (οπτικής, ηχητικής και εννοιολογικής)  των σημάτων, η ταυτότητα, ή ο βαθμός ομοιότητας των σχετικών προϊόντων ή των υπηρεσιών, καθώς και ο βαθμός της γνώσης του σήματος από το καταναλωτικό κοινό, συνακόλουθα δε και η ένταση του διακριτικού του χαρακτήρα (ΣτΕ 2001/2017, ΣτΕ 1238/2015, ΣτΕ 1746/2013 κ.α.).

Εξάλλου, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει καθόσον αφορά στην οπτική, φωνητική, ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα εν λόγω σήματα, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β του Ν.2239/1994, που χρησιμοποιεί τη διατύπωση …..υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού …… προκύπτει ότι, ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων, ή υπηρεσιών προσλαμβάνει τα σήματα παίζει καθοριστικό ρόλο για τη συνολική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως όλον και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (ΣτΕ 2943/2013). Εντούτοις, πέραν της συνήθους περίπτωσης κατά την οποία ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται το σήμα ως σύνολο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ένα προγενέστερο σήμα, ή ένα βασικό στοιχείο ενός προγενέστερου σήματος, που χρησιμοποιείται στη συνέχεια από τρίτο σε σύνθετο σημείο, που περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία, να διατηρεί αυτοτελή διακριτική θέση στο πλαίσιο του νέου αυτού σύνθετου σημείου, ακόμη και αν δεν αποτελεί προέχον στοιχείο του. Σε μία τέτοια περίπτωση, η συνολική εντύπωση, που προκαλεί το σύνθετο σημείο μπορεί να δημιουργήσει στο κοινό την πεποίθηση ότι, τα σχετικά προϊόντα, ή οι υπηρεσίες προέρχονται τουλάχιστον από οικονομικώς συνδεδεμένες επιχειρήσεις, οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης (ΣτΕ 2943/2013). Περαιτέρω, για την εκτίμηση της ομοιότητας των διακρινομένων από τα συγκεκριμένα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες, που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων, ή των υπηρεσιών αυτών, όπως ειδικότερα, η φύση, ο προορισμός, η χρήση, καθώς και ο ανταγωνιστικός, ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους ( ΣτΕ 1213/2017).

Άλλωστε ο κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού είναι τόσο μεγαλύτερος, όσο αποδεικνύεται σημαντικός ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος. Επομένως, καθώς η προστασία του καταχωρισμένου σήματος εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. β του Ν.2239/1994, από την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, τα σήματα με ισχυρό διακριτικό χαρακτήρα, είτε από την ίδια τους τη φύση, είτε λόγω του ότι είναι γνωστά στην αγορά, απολαύουν μεγαλύτερης προστασίας από ότι εκείνα των οποίων ο διακριτικός χαρακτήρας είναι ασθενέστερος ( ΣτΕ 2943/2013). Συνεπώς, μπορεί να υπάρξει κίνδυνος σύγχυσης, παρά το μικρό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των σημάτων, στην περίπτωση που η ομοιότητα των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών είναι μεγάλη, ο δε διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος είναι ισχυρός . Προκειμένου να διαπιστωθεί ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος και κατά συνέπεια, να εκτιμηθεί αν αυτό έχει αυξημένο διακριτικό χαρακτήρα, το δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει σφαιρικά την ικανότητα, μεγαλύτερη ή μικρότερη, του σήματος να εξατομικεύει τα προϊόντα, ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίστηκε, ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση και επομένως να διακρίνει τα προϊόντα, ή τις υπηρεσίες από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων ( ΣτΕ 2943/2013 ).

Επειδή εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 περ. γ του Ν.2239/1994, σήμα φήμης είναι εκείνο, το οποίο είναι γνωστό σε σημαντικό τμήμα του οικείου κοινού από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτει. Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής, η οποία ανάγεται σε διαπίστωση πραγματικής κατάστασης (ΣτΕ 1542/2010), λαμβάνονται υπόψη όλα τα ασκούντα εν προκειμένω επιρροή στοιχεία, όπως μεταξύ άλλων, τα καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η ένταση, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρησιμοποίησης του, καθώς και το μέγεθος των επενδύσεων, που έχει πραγματοποιήσει η δικαιούχος αυτού επιχείρηση, για την προώθηση του. Περαιτέρω, για να τύχει της προστασίας του άρθρου 4 παρ. 1 περ. γ του Ν.2239/1994 ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος πρέπει να αποδείξει ότι, η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος, λόγω του διακριτικού χαρακτήρα, ή της φήμης του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε  το διακριτικό χαρακτήρα, ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος (ΣτΕ 1213/2017).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β του Ν.2239/1994, η κατάθεση σήματος που ομοιάζει σημαντικά με προκατατεθέν σήμα άλλης επιχείρησης, έστω και όχι σε βαθμό που να αποτελεί παραποίηση, ή απομίμηση αυτού, μπορεί να είναι απαράδεκτη, ως αντίθετη στην καλή πίστη, αν συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις ή συνθήκες, όπως στην περίπτωση κατά την οποία, με το προκατατεθέν σήμα διακρίνονται προϊόντα, ή υπηρεσίες, που απολαύουν ιδιαιτέρως καλής φήμης στο καταναλωτικό κοινό (ΣτΕ 1213/2017, ΣτΕ 4307/2012, ΣτΕ 2638/2007 ΣτΕ 727/2005, ΣτΕ 1150/2004, ΣτΕ 393/2003). Εξάλλου, η εν λόγω κατάθεση γίνεται κακόπιστα, όταν ο καταθέτης τελεί σε γνώση των προαναφερθέντων γεγονότων και επιδιώκει, δια της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω σήματος, αθέμιτη ωφέλεια, (υποκειμενική κακή πίστη, ΣτΕ 1213/2017, ΣτΕ 1555/2008). Όπως όμως γίνεται δεκτό, προϋπόθεση για τον περαιτέρω έλεγχο της τυχόν αντίθεσης προς την καλή πίστη, ή της με κακή πίστη κατάθεσης σήματος είναι η ύπαρξη κινδύνου συσχέτισης αυτών από το οικείο καταναλωτικό κοινό ( ΣτΕ 1213/2017 και ΣτΕ 2448/2009 ).

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις το Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη προσφυγή, κρίνοντας ότι, από την ομοιότητα των δύο σημάτων δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού, ως προς την προέλευση των διακρινομένων από τα επίδικα σήματα προϊόντων και υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β του Ν.2239/1994, όπως ορθά θεώρησε και η Δ.Ε.Σ., ενώ παράλληλα έκρινε ότι, η προσφεύγουσα εταιρεία, δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία, για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι, το δικό της προγενέστερο σήμα αποτελούσε σήμα φήμης, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 περ. γ του Ν.2239/1994.