Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών 2371/2019 – Αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 465ΠΚ

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Μία πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση εξεδόθη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι, η νέα διάταξη του άρθρου 465ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν, μέχρι την θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, (ήτοι μέχρι την 1/7/2019) είναι αντισυνταγματική, ως αντιβαίνουσα σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, όπως οι διατάξεις των άρθρων 4 και 7 του Συντάγματος, που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου.

Η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία ανάγεται στα πλαίσια της αρμοδιότητας των Δικαστηρίων να κρίνουν παρεπιμπτόντως την αντίθεση νομοθετικών διατάξεων προς το Σύνταγμα είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς απομένει να διαπιστωθεί αν η σχετική κρίση θα οδηγήσει στον σχηματισμό πάγιας νομολογίας, με την έκδοση και άλλων παρόμοιων αποφάσεων, ώστε εν τέλει η σχετική διάταξη να κριθεί αντισυνταγματική από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Ειδικότερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε τα εξής:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α του ισχύσαντος μέχρι την 30/6/2019 Ποινικού Κώδικα, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα, ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το Δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης του, στοιχεία ότι, η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία, για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019) ορίζει ότι,. αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για χρονικό διάστημα, από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία του, στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει ότι, η τελευταία διάταξη (του νέου Ποινικού Κώδικα) είναι ευμενέστερη της πρώτης, δεδομένου ότι, πλέον η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί.

Περαιτέρω και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), …αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στην συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 465 του ίδιου Ποινικού Κώδικα……οι διατάξεις του προισχύσαντος ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις, που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος …

Το τελευταίο άρθρο, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019) πρέπει να παραμερισθεί – καθ’ όσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα -, ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (retraoctivity in mitius) και ειδικότερα:

Α) στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 του Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας, βλεπ. ΟλΑΠ 1/2015, ΠοινΧρ 2016, 50).

Β) στην διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ. του κυρωθέντος με το Ν. 2462/2997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπου ο όρος ¨ελαφρύτερη ποινή ¨δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει και ο τρόπος έκτισης της ποινής ( βλεπ. την Αναφορά με αριθμό 1764/2008 της κατ’ άρθρο 28ΔΣΑΠΔ συσταθείσας Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Alekperov v. της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σκέψη 9.9 ) και

Γ) στο άρθρο 7 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης (βλεπ. Scopolla v. Ιταλίας (Νο.2) Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, αρ. 10249/03 παρ. 103-109, ΕΔΔΑ 2009, Gouarme Patte v. Ανδόρας, αρ. 33427/10. παρ. 28-36, ΕΔΔΑ 2016, Koprinikal v. Σλοβενίας, αρ. 67503/13, παρ. 59, ΕΔΔΑ 2017) .

Σημειωτέον ότι, το άρθρο 49 παρ. 1 περ. γ του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιερώνει ρητώς την ως άνω αρχή στις περιπτώσεις, όπου εφαρμόζεται Ευρωπαϊκό- Ενωσιακό Δίκαιο (π.χ. όταν η ποινική διάταξη θεσπίστηκε ή τροποποιήθηκε, προκειμένου να μεταφερθεί οδηγία, βλεπ. άρθρο 51 παρ. 1 του Χάρτη).

Πάντως και πριν από τη θέσπιση της η αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου έχει κριθεί ότι, αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι, αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του Ενωσιακού Δικαίου, τις οποίες ο εθνικός δικαστής πρέπει να σέβεται κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου (βλεπ. αποφάσεις ΔΕΕ της 3ης Μαίου 2005, Berlusconi κ.λ.π. στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02, C-403/02 , EU C 2005/270, σκέψεις 67-69, της 6ης Οκτωβρίου 2016, Paoletti κ.λ.π. C-218/15, EU C 2016/748, σκέψη 25).

Επομένως, μετά την ισχύ του Ν.4619/2019 (νέος Ποινικός Κώδικας) εφαρμοστέο τυγχάνει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α του Νέου Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών κατηγορούμενος, του οποίου οι προηγούμενες ποινές δεν επιτρέπουν την χορήγηση αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α του προϊσχύσαντος ΠΚ, καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, δηλαδή σε ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και επομένως συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω ποινής, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019), το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο εν προκειμένω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.

Απομένει λοιπόν να δούμε, αν η σχετική κρίση του Ποινικού δικαστηρίου της ουσίας θα βρει μιμητές, άλλες αντίστοιχες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων ουσίας, ώστε να κριθεί τελικά ως αντισυνταγματική και από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο η σχετική διάταξη του νέου Ποινικού Κώδικα.