Τρομάζει ο όγκος των «κόκκινων» δανείων

Ανησυχητικά τα νέα ευρήματα από την Τράπεζα της Ελλάδας

Οριακά κάτω από τα 90 δισ ευρώ, υποχώρησαν τα προβληματικά δάνεια στο πρώτο εξάμηνο του 2018 κι όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδας, ακόμα κι αν οι τράπεζες κατορθώσουν να πιάσουν τους στόχους ως το 2021, το ποσοστό θα παραμένει σε επίπεδα πολύ υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. 

Ποιός είναι ο προφανής κίνδυνος; Να κλονιστεί το τραπεζικό σύστημα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας. 

Το σύνολο των ρυθμισμένων (forborne) ανοιγμάτων ανήλθε το α΄ εξάμηνο του 2018 σε 49,3 δισεκ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 26,5% των συνολικών ανοιγμάτων, σε σχέση με το 25,2% στο τέλος του 2017. Εντούτοις, το 19,9% των ήδη ρυθμισμένων ανοιγμάτων εμφανίζει καθυστέρηση άνω των 90 ήμερων, έναντι 19,5% στο τέλος του 2017. Το 50,5% των ΜΕΑ άνω των 90 ημερών δεν έχουν ρυθμιστεί, έναντι 54,7% στο τέλος του 2017, ενώ τα ποσοστά για τα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια ανέρχονται σε 46,5%, 36,6% και 58,6% αντίστοιχα.

Τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια

Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις ανήλθαν στο τέλος του α΄ εξαμήνου του 2018 σε 126,7 δισεκ. ευρώ, αποτελώντας περίπου το 60% της συνολικής χρηματοδότησης των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων προς την οικονομία. Ο λόγος των ΜΕΑ σε αυτό το χαρτοφυλάκιο συνεχίζει να επηρεάζεται κυρίως από το υψηλό ποσοστό στην κατηγορία των μικρομεσαίων (57,2%) και των πολύ μικρών επιχειρήσεων (64,4%).

Αναφορικά με τη διάρθρωση των χρηματοδοτήσεων στους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, σημειώνεται ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση αφορά εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του εμπορίου (20,5% των συνολικών χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις), με τον δείκτη ΜΕΑ για τον εν λόγω κλάδο να κυμαίνεται σε επίπεδο υψηλότερο του μέσου όρου του αντίστοιχου δείκτη των επιχειρηματικών ανοιγμάτων (52,9% έναντι 41,3%).

Πολύ υψηλά ποσοστά ΜΕΑ καταγράφονται στους κλάδους της εστίασης (71,4%), των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και ενημέρωσης (61,1%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (49,2%), των κατασκευών (47,1%) και της μεταποίησης (42,4%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται ενδεικτικά στους κλάδους της ενέργειας (3,6%) και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (18,5%). Συνεχίζει να προβληματίζει το γεγονός ότι ο κλάδος του τουρισμού παρουσιάζει υψηλό ποσοστό ΜΕΑ (40%), παρά τον εξωστρεφή χαρακτήρα και την ανοδική του πορεία και τη διευρυνόμενη συμβολή του στο του ΑΕΠ.