tuv-iso-logo

Γ. Χατζηθεοδοσίου στα “ΝΕΑ”: Η αγορά χρειάζεται πρόσθετη στήριξη

Άρθρο του Προέδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” (25/09/2021).


Το φετινό φθινόπωρο βρίσκει την Ελλάδα και τις ελληνικές επιχειρήσεις σε μια κρίσιμη καμπή. Από τη μία έχουμε ελπιδοφόρα μηνύματα, όσον αφορά την πορεία της οικονομίας το 2021, με αύξηση του ΑΕΠ κατά 16,2% το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Από την άλλη, όμως, έχουμε μπροστά μας σοβαρά προβλήματα, απειλές και προκλήσεις.

Η πανδημία του κορονοϊού είναι ακόμη εδώ και μόνο με την αύξηση των εμβολιασμών, θα περιοριστούν οι πιθανότητες για νέα περιοριστικά μέτρα, τα οποία θα έδιναν τη χαριστική βολή στην αγορά. Ήδη οι επιπτώσεις που έχει προκαλέσει ως τώρα η υγειονομική κρίση στις επιχειρήσεις είναι τεράστιες, με κυριότερη τη συσσώρευση οφειλών στο δημόσιο και στις τράπεζες. Σε αυτές ήρθαν το τελευταίο διάστημα να προστεθούν οι καταστροφές από τις πυρκαγιές, αλλά και το σαρωτικό κύμα ανατιμήσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, στο φυσικό αέριο και στις πρώτες ύλες.

Διαμορφώνεται, επομένως, σήμερα ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο δημιουργεί ασφυκτικές πιέσεις στην πραγματική οικονομία. Τα μέτρα που ανακοίνωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ, περιλαμβάνουν αρκετές θετικές παρεμβάσεις, κυρίως με στόχο την ενίσχυση των νοικοκυριών και της νέας γενιάς. Εξαγγέλθηκαν, επίσης, ορισμένες κινήσεις που δείχνουν την πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει την επιχειρηματικότητα.

Όμως, οι κινήσεις αυτές δεν επαρκούν, με δεδομένη την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Για παράδειγμα, είναι σαφώς θετικό μέτρο η μείωση της φορολογίας των  επιχειρήσεων από το 24% στο 22%, όπως και η μείωση του ποσού επιστροφής στις επιστρεπτέες προκαταβολές. Το όφελος, ωστόσο, αυτών των παρεμβάσεων είναι μια σταγόνα στον ωκεανό των χρεών, που συσσώρευσαν οι επιχειρήσεις, ενόσω ήταν κλειστές με κρατική εντολή. Σύντομα, χιλιάδες επιχειρήσεις και επαγγελματίες θα κληθούν να αποπληρώσουν αυτές τις υποχρεώσεις, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν. Δυστυχώς, για το θέμα αυτό, το οποίο η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει επισημάνει επανειλημμένα, δεν ακούσαμε κάποια εξαγγελία.

Αντίστοιχα, έχει αναδειχθεί ως επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων ενάντια στις αυξήσεις των τιμών, που επιβαρύνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και το εισόδημα των καταναλωτών. Παρ’ όλα αυτά, η παρέμβαση που ανακοινώθηκε για τα τιμολόγια του ρεύματος αφορά μόνο τους καταναλωτές χαμηλής τάσης, ενώ οι επιχειρήσεις – ανάλογα με τη δραστηριότητά τους – καταναλώνουν ως επί το πλείστον ρεύμα μεσαίας και υψηλής τάσης. Αυτό σημαίνει ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων μένει χωρίς προστασία απέναντι στις ανατιμήσεις. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι το ενεργειακό κόστος είναι ήδη υψηλό, κάθε περαιτέρω αύξησή του θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο την ανταγωνιστικότητα, αλλά και το μέλλον πολλών επιχειρήσεων της χώρας.

Εάν θέλουμε να αποτρέψουμε ένα νέο κύμα λουκέτων και ανεργίας στο άμεσο μέλλον, χρειάζονται περισσότερες παρεμβάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο έχουν διαμορφωθεί οι προτεραιότητες, οι προτάσεις και οι διεκδικήσεις των Επιμελητηρίων, οι οποίες ήδη έχουν μεταφερθεί στην κυβέρνηση.

Μεταξύ των κυριότερων αιτημάτων είναι η επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους με διαγραφή μέρους των οφειλών που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας, στο πλαίσιο σχετικής συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το πρόβλημα απασχολεί και πολλές επιχειρήσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, απαιτείται η αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, για τη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Χρειάζεται να σχεδιαστούν ειδικές δράσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στα μεγέθη και στις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και αποτελεσματικοί μηχανισμοί ενημέρωσης, υποστήριξης και καθοδήγησης για την ένταξή τους σε προγράμματα.

Απαραίτητη είναι, επίσης, η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη δημιουργία ενός ευνοϊκότερου χρηματοδοτικού περιβάλλοντος. Είναι ανάγκη οι συστημικές τράπεζες να στηρίξουν αποτελεσματικότερα και πιο ουσιαστικά την επιχειρηματικότητα, ώστε να πάψει το καθεστώς αποκλεισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τον τραπεζικό δανεισμό. Εξίσου αναγκαία είναι η παροχή κινήτρων, οικονομικής ενίσχυσης και κατάλληλης υποστήριξης, για την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων. Για όσο διαρκούν οι πιέσεις από το κύμα ανατιμήσεων, θα πρέπει να ληφθούν περισσότερα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των ευάλωτων νοικοκυριών, με κυριότερο τη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά.

Επιπλέον μέτρα θα απαιτηθούν και για την ενίσχυση των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από τις πυρκαγιές, με ορίζοντα τουλάχιστον τριετίας. Η στήριξη των πυρόπληκτων περιοχών και η ανασυγκρότηση των τοπικών οικονομιών θα πρέπει να επιδιωχθούν με συνέπεια στη βάση ενός συγκροτημένου σχεδίου, ώστε να μην επαναληφθεί το αρνητικό παράδειγμα του «Ταμείου Μολυβιάτη» μετά τις πυρκαγιές του 2007.

Είναι, τέλος, σημαντικό να υπάρξουν περισσότερα βήματα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με περαιτέρω μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, καθώς και με την επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων στο κράτος, στην οικονομία, στους θεσμούς.

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα μπορεί να μπει ένα νέο κύκλο ανάπτυξης. Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν είναι αυτόματη, ούτε εξασφαλισμένη. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, όπου ο επιχειρηματικός κόσμος βρίσκεται ανάμεσα στα συσσωρευμένα προβλήματα από το παρελθόν, στις έκτακτες δυσκολίες του σήμερα, αλλά και στις ευκαιρίες που φέρνει το αύριο, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο εφησυχασμού.

Χρειάζονται γενναίες αποφάσεις και αποτελεσματικές πολιτικές, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις και να απελευθερώσουν τις δυνατότητές τους. Να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα της χώρας και το ταλέντο των ανθρώπων της, για να δημιουργήσουν νέο εθνικό πλούτο, θέσεις εργασίας και εισοδήματα. Στο επόμενο διάστημα έχουμε να δώσουμε ακόμη πολλές μάχες και να αντιμετωπίσουμε αρκετά ακόμη προβλήματα. Με συνεργασία και αμοιβαία κατανόηση μεταξύ της Πολιτείας, των επιχειρηματικών φορέων και της κοινωνίας, η Ελλάδα θα τα καταφέρει.