Μειώνεται ο χρόνος παραγραφής των υποθέσεων φοροδιαφυγής

Ανατροπές στο νομοθετικό πλαίσιο για την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να ελέγχει φορολογικές υποθέσεις και να καταλογίζει επιπλέον ποσά φόρων, τόκους και πρόστιμα φέρνουν διατάξεις του φορολογικού νομοσχεδίου, το οποίο τέθηκε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση

Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του νομοσχεδίου τροποποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών για την παραγραφή και προβλέπεται ότι:

  1. Πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου θα μπορεί πλέον να εκδοθεί σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής:
    α) εντός 10 ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017,
    β) εντός 5 ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για τα φορολογικά έτη από 1ης-1-2018 και μετά.

Με βάση τα όσα προβλέπει σήμερα το άρθρο 36 του ΚΦΔ και αναμένεται να αντικατασταθούν από τις παραπάνω νέες διατάξεις, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να εκδοθεί σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής εντός 20 ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Η 20ετής αυτή προθεσμία ισχύει για φορολογικές υποθέσεις ετών από το 2012 και μετά. Ουσιαστικά με τις νέες ρυθμίσεις, η προθεσμία παραγραφής υποθέσεων φοροδιαφυγής περιορίζεται από εικοσαετή σε δεκαετή για τα έτη 2012-2017 και σε 5ετή για τα έτη από το 2018 και μετά.

  1. Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για διενέργεια φορολογικού ελέγχου και για επιβολή φόρων, τόκων και προστίμων στην περίπτωση της μη υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος περιορίζεται από δεκαπενταετή για υποθέσεις των ετών μέχρι το 2013 σε δεκαετή για υποθέσεις των ετών από το 2014 και μετά.
  2. Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για διενέργεια ελέγχου και επιβολή φόρων, τόκων και προστίμων στην περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ΦΠΑ παραμένει δεκαετής.
  3. Διατηρείται σε ισχύ για τις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών έως το 2013 και επεκτείνεται και στις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 2014 και επομένων η ήδη προβλεπόμενη από τον παλαιό Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994) παράταση της προθεσμίας παραγραφής του ελεγκτικού δικαιώματος του Δημοσίου κατά 5 έτη, από 5ετία σε 10ετία, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λήξη της κανονικής 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, εντοπίζονται νέα στοιχεία ή πληροφορίες βάσει των οποίων διαπιστώνεται ότι ο φόρος που θα έπρεπε να καταβάλλει ο φορολογούμενος είναι μεγαλύτερος από αυτόν που βεβαιώθηκε στο όνομά του.
  4. Οσον αφορά στις υποθέσεις ΦΠΑ, η παράταση της προθεσμίας παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία θα ισχύει πλέον σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λήξη της κανονικής πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, εντοπίζονται νέα στοιχεία ή πληροφορίες βάσει των οποίων διαπιστώνεται ότι ο φόρος που θα έπρεπε να καταβάλει ο φορολογούμενος είναι μεγαλύτερος από αυτόν που βεβαιώθηκε στο όνομά του είτε με βάση τη δήλωση που υπέβαλε είτε κατόπιν ελέγχου. Σήμερα η παράταση της προθεσμίας παραγραφής υποθέσεων ΦΠΑ από πενταετή σε δεκαετή επιτρέπεται σε περίπτωση κατά την οποία τα νέα στοιχεία εντοπίζονται μετά τη λήξη πενταετίας μόνο εφόσον πριν από τη λήξη της πενταετίας έχει διενεργηθεί αρχικός έλεγχος. Αν δεν έχει διενεργηθεί αρχικός έλεγχος εντός της πενταετίας, τότε ακόμη κι αν εντοπιστούν νέα στοιχεία μετά το πέρας της πενταετίας δεν είναι δυνατή η παράτασή της για άλλα πέντε έτη. Συνεπώς, στην περίπτωση των υποθέσεων ΦΠΑ οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τους φορολογούμενους, αφού επιτρέπουν την παράταση της προθεσμίας παραγραφής από τα 5 στα 10 έτη σε κάθε περίπτωση εντοπισμού νέων στοιχείων που προδίδουν ότι ο φόρος που βεβαιώθηκε ήταν μικρότερος αυτού που θα έπρεπε να είχε βεβαιωθεί.
  5. Η κανονική πενταετής προθεσμία παραγραφής θα παρατείνεται κατά ένα ακόμη έτος όχι μόνο στην περίπτωση της υποβολής αρχικής ή συμπληρωματικής δήλωσης εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας αυτής αλλά και στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία για υπόθεση που ήδη έχει ελεγχθεί πλήρως και διαπιστωθεί ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου. Ως «νέο στοιχείο» νοείται κάθε στοιχείο το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι γνωστό στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον αρχικό φορολογικό έλεγχο,

β) εάν περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή.

 

Πηγή: Dikaiologitika News

Β