Παραμένει υψηλό το δημόσιο χρέος

Το ύψος του δημοσίου χρέους το 2018, πέρα από το δημοσιονομικό αποτέλεσμα, επηρεάστηκε σημαντικά από την πολιτική διαχείρισης των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους με άξονα τη δημιουργία – σε όρους ρευστότητας – ενός «μαξιλαριού» ασφαλείας για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας, μιας και από τον Αύγουστο του 2018 βρίσκεται εκτός προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης. Έτσι, σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019 (Νοέμβριος 2018), το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης για το 2018 εκτιμάται στα 335 δισ. ευρώ (ή 180,4% του ΑΕΠ), παρουσιάζοντας μία αύξηση κατά περίπου 18 δισ. ευρώ σε σχέση με τα επίπεδα του 2017, οπότε και είχε διαμορφωθεί στα 317,4 δισ. ευρώ (ή 176,1% του ΑΕΠ). Πρόκειται, όπως έχει αναφερθεί ξανά, για μία εκτίμηση που συνιστά το πιο υψηλό ιστορικά επίπεδο δημοσίου χρέους της χώρας σε σχέση με το προϊόν της οικονομίας, που προβλέπεται, όμως, να αποκλιμακωθεί μέσα στο 2019. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης θα διαμορφωθεί το 2019 στα 323,5 δισ. ευρώ (ή 167,8% του ΑΕΠ), καθώς, παράλληλα με το αποτέλεσμα της δημοσιονομικής πολιτικής και την αξιοποίηση μέρους του «μαξιλαριού» ασφαλείας, προβλέπεται αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Όσον αφορά το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης, σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019, εκτιμάται το 2018 στα 357,2 δισ. ευρώ, το οποίο και είναι αρκετά υψηλότερο από το αντίστοιχο της Γενικής Κυβέρνησης. Αυτή η εικόνα οφείλεται στο ενδο-κυβερνητικό χρέος, το οποίο περιλαμβάνει και τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό μέσω συμφωνιών επαναγοράς από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Σύμφωνα, με τα στοιχεία του Δελτίου Μηνιαίων Στοιχείων της Γενικής Κυβέρνησης, το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης τον Νοέμβριο του 2018 διαμορφώθηκε στα 354,5 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 25,8 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2017, ενώ προβλέπεται το 2019 -σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019- να φτάσει τα 346,2 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή βασίζεται, κυρίως, στην αύξηση της χρηματοδότησης – μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος – από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας μέχρι τη λήξη του προγράμματος, όσο και στη μεγάλη αύξηση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού. Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία για τον Νοέμβριο του 2018 σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2017, χα δάνεια από τον Μηχανισμό Στήριξης αυξήθηκαν κατά 20,5 δισ. ευρώ – με την τελευταία δόση του προγράμματος (Αύγουστος 2018) να είναι στα 15 δισ. ευρώ – και έφτασαν τα 253,5 δισ. ευρώ. Τα εν λόγω δάνεια αποτελούν, πλέον, το 71,5% του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο που αποτυπώνεται σε ομόλογα διαμορφώθηκε τον Νοέμβριο του 2018 στο 14,5% του χρέους (51,6 δισ. ευρώ) (Πίνακας 2.2.1). Επίσης, δεν παρουσιάστηκε κάποια αξιοσημείωτη μεταβολή στη χρηματοδότηση της Κεντρικής Διοίκησης μέσα από βραχυπρόθεσμους τίτλους, και δη έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία διαμορφώθηκε στα 15,3 δισ. ευρώ.

Παράλληλα με τον δανεισμό από τον Μηχανισμό Στήριξης, μία πηγή χρηματοδότησης – όπως μετατράπηκε ένα εργαλείο παροχής ρευστότητας – σημαντικό είναι (αναλογικά) και το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δανεισμού μέσω αξιοποίησης της πώλησης τίτλων με τη μέθοδο της επαναγοράς (repos) σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, ο οποίος και αυξήθηκε σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2017. Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2018 ο ενδοκυβερνητικός δανεισμός μέσω των repos διαμορφώθηκε στα 19,6 δισ. ευρώ, που είναι 4,7 δισ. ευρώ περισσότερα από τον Δεκέμβριο του 2017, αλλά και 3,9 δισ. ευρώ λιγότερα σε σχέση με τον Ιούλιο του 2018 -πριν τη μεγάλη τελευταία δόση του Μηχανισμού Στήριξης. Έτσι, η συγκεκριμένη πηγή χρηματοδότησης, πλέον, συνιστά -σύμφωνα με τα στοιχεία του Νοεμβρίου του 2018- το 5,5% του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης (Γράφημα 2.2.2), ενώ έχει περιθώρια -σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019- να φτάσει τα 23 δισ. ευρώ (Γράφημα 2.2.3). Στην περίπτωση που η έκθεση σε ενδοκυβερνητικά repos αυξηθεί, τότε θα μειωθεί το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς θα αυξηθεί το ενδοκυβερνητικό χρέος της Κεντρικής Διοίκησης που δεν «αποτυπώνεται» στη Γενική Κυβέρνηση.

Όσον αφορά τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης, αυτά μέσα στο 2018 μεταβλήθηκαν ως αποτέλεσμα της προώθησης των βραχυπρόθεσμων μέτρων για την ενδυνάμωση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης επηρεάστηκαν, κυρίως, ως προς τη σταθερότητα ή όχι του επιτοκίου. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 2018 το μερίδιο του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης που βασίζεται σε σταθερό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 85,4% του χρέους έναντι 48,1% του χρέους τον Δεκέμβριο του 2017 και 28,5% του χρέους τον Δεκέμβριο του 2013 . Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι να ενισχύεται το δημόσιο χρέος της χώρας έναντι των κινδύνων που εμπεριέχονται στις διακυμάνσεις των επιτοκίων και στις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής. Ως προς τα άλλα χαρακτηριστικά, για τον Σεπτέμβριο του 2018, το μη διαπραγματεύσιμο χρέος διατηρήθηκε στο 81,2% του χρέους, ενώ αυξήθηκε το μερίδιο του χρέους που ήταν εκφρασμένο σε ευρώ στο 97,8%.

Τέλος, όσον αφορά το 2019 και την προσπάθεια άντλησης χρηματοδότησης από τις αγορές, ο σχεδι- ασμός της εκδοτικής πολιτικής, σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2019, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σειρά νέων ομολογιακών εκδόσεων σταθερού επιτοκίου με κομβικές διάρκειες, που θα συμπληρώνουν τα κενά του φάσματος λήξεων του ελληνικού χαρτοφυλακίου χρέους. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, εντάσσεται και το «μαξιλάρι» ασφαλείας (σε όρους ρευστότητας) που έχει εντός του 2018 και, σύμφωνα με το Δελτίο Δημοσίου Χρέους, τον Σεπτέμβριο του 2018 τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου διαμορφώθηκαν στα 21,7 δισ. ευρώ και τα διαθέσιμα στον διακριτό λογαριασμό εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους ήταν στα 4,8 δισ. ευρώ.

Πηγή: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ» του ΚΕΠΕ, του Χρήστου Τριαντόπουλου

 

Β