Παράμετροι και τάσεις για την εκπαίδευση και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού στις επιχειρήσεις

  • Ένας ειδικός αξιολογεί, στην «Καθημερινή», τα σημαντικά προβλήματα της σχέσης επιχειρήσεων -εργαζομένων

 

Οι επιχειρήσεις αρχίζουν να επενδύουν σε προγράμματα ευαισθητοποίησης για τους υπαλλήλους τους.

Zούμε σε μια εποχή όπου τα πράγματα αλλάζουν με λογαριθμικούς ρυθμούς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν όσοι αναγνωρίζουν ότι το ανθρώπινο δυναμικό είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, μεταβάλλονται και πολλαπλασιάζονται. Ποιες είναι οι τάσεις που διαμορφώνονται παγκόσμια για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων; Η «The Ken Blanchard Companies» απάντησε στο ερώτημα, συλλέγοντας τις απόψεις εμπειρογνωμόνων της παγκόσμιας αγοράς. Κάποιες από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς υποδεικνύουν στρατηγικές για την αντιμετώπιση δικών μας σημαντικών προκλήσεων.

  • Χρήση της ενσυνειδητότητας (mindfulness) για την ανακούφιση των εργαζομένων.

Πρόσφατες διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα (94%) οι εργαζόμενοι υποφέρουν από άγχος, που επηρεάζει την υγεία και την παραγωγικότητά τους. Μάλιστα το 50% δηλώνει ότι το άγχος της εργασίας επηρεάζει και τη ζωή στο σπίτι. Φυσικά, δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι τα στατιστικά είναι καλύτερα στην Ελλάδα. Ως απάντηση σε αυτή την κατάσταση, οι επιχειρήσεις αρχίζουν να επενδύουν σε προγράμματα ευαισθητοποίησης για τους ανθρώπους τους, όπως η ενσυνειδητότητα και ο διαλογισμός. Εταιρείες όπως οι McKinsey, Nike, Google, P&G, Intel, Adobe, Apple και General Mills έχουν ήδη εφαρμόσει τέτοια προγράμματα για τους εργαζομένους τους. Η τελευταία δήλωσε ότι μετά το πρόγραμμα οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 83% αφιέρωναν χρόνο κάθε μέρα για να βελτιστοποιήσουν την παραγωγικότητά τους, τα ανώτερα εκτελεστικά στελέχη σε ποσοστό 80% βελτίωσαν τον τρόπο που παίρνουν αποφάσεις και 89% από αυτούς έγιναν καλύτεροι ακροατές. Στη χώρα μας, τώρα, και το πρόβλημα άγχους υπάρχει και κάθε βελτίωση σε αυτούς τους τομείς θα ήταν καλοδεχούμενη στους περισσότερους οργανισμούς.

  • Καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υπαλλήλων.

Εταιρείες όπως οι GE, IBM, Shell αρχίζουν να εστιάζουν το ενδιαφέρον τους όχι συνολικά στη θέση εργασίας, αλλά στα επιμέρους στοιχεία της ή στις επιμέρους δεξιότητες, που αυτή απαιτεί. Με αυτόν τον τρόπο κατανοούν καλύτερα σε ποιους διαθέσιμους ρόλους ταιριάζει καλύτερα κάθε εργαζόμενος. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η ευκαιρία στον εργαζόμενο να ικανοποιήσει μία από τις βασικές ψυχολογικές του ανάγκες, να μπορεί να επιδεικνύει την ικανότητά του σε καθημερινή βάση και να αναπτύσσεται. Το κατά πόσον ένας οργανισμός επιδεικνύει ότι ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των εργαζομένων, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δέσμευσή τους, η οποία είναι καθοριστικός παράγοντας της παραγωγικότητάς τους (Gallup – State of the Global Workplace 2017).

Γιατί λοιπόν αυτή η στρατηγική μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα; Η παραγωγικότητά μας είναι στάσιμη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις απαιτούν από τους εργαζόμενους νέες γνώσεις και δεξιότητες. Η δυνατότητα νέων προσλήψεων είναι περιορισμένη. Τι άλλο μένει από το να χρησιμοποιηθούν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι εκεί που μπορούν να αποδώσουν καλύτερα και να είναι παραγωγικότεροι; Εστω και αν αυτό μπορεί να προϋποθέτει την ανάλυση των θέσεων εργασίας στα στοιχεία τους και την ανασύνθεσή τους με βάση τους ρόλους που μπορούν καλύτερα να παίξουν οι υπάρχοντες εργαζόμενοι.

  • Επιθετική προσέλκυση ταλέντων χρησιμοποιώντας τακτικές μάρκετινγκ.

«Δεν επιλέγουν πλέον οι εταιρείες ταλέντα. Τα ταλέντα τις επιλέγουν», επισημαίνουν οι ειδικοί. Πρόκειται για μία τάση που φέρνει μία νέα σειρά προκλήσεων και τρόπων πρόσληψης. Σύμφωνα με έρευνα του LinkedIn, πάνω από το 75% των ατόμων που αναζητούν εργασία, εξετάζουν τη φήμη και το εμπορικό σήμα (brand) της επιχείρησης πριν υποβάλουν αίτηση. Οι εταιρείες με κακή φήμη παλεύουν όχι μόνο να προσελκύσουν υποψηφίους αλλά και να διατηρήσουν τα ταλέντα τους. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες πρέπει να ξεκινήσουν «μάρκετινγκ προσλήψεων», για να τραβήξουν την προσοχή ταλαντούχων υποψηφίων, να τους πείσουν να εργαστούν για αυτές και στην πορεία να τους αναπτύξουν και να τους δεσμεύσουν (engagement).

Γιατί είναι σημαντικό αυτό στη χώρα μας; Παρότι το ποσοστό ανεργίας είναι υψηλό, είναι σχετικά λίγα τα άτομα με το ζητούμενο πλέγμα γνώσεων, δεξιοτήτων και νοοτροπίας. Αυτά τα άτομα είναι πιο πιθανό να επιλέξουν αντί να αφήσουν να επιλεγούν.

  • Βελτιώσεις στην ψηφιακή και στη mobile εκπαίδευση.

Σήμερα οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν το YouTube και το Netflix, που παρέχουν περιεχόμενο προσαρμοσμένο στη συμπεριφορά και τις προτιμήσεις των καταναλωτών τους. Οποιος θέλει να εμπλακεί με αυτούς σε μια διαδικασία εκπαίδευσης, στο δικό τους επίπεδο, θα πρέπει να κάνει το ίδιο, ώστε κάθε εργαζόμενος να μαθαίνει αυτό που του χρειάζεται όταν αυτός επιλέγει να το κάνει. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν ψηφιακές πλατφόρμες, που μπορούν να δεχτούν, να προσαρμόσουν και να διανείμουν εκπαιδευτικό υλικό ανάλογα με τις ανάγκες των εκπαιδευομένων.

Ποιο το ιδιαίτερο όφελος για τις ελληνικές εταιρείες, που βλέπουν τα ποσά που διατίθενται για εκπαίδευση να συρρικνώνονται; Πρώτον, η μάθηση με ψηφιακό τρόπο έχει μικρότερο κόστος από εκείνη που γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο σε αίθουσα εκπαίδευσης. Δεύτερον, παρακολουθούν μόνον εκείνα τα μαθήματα που τους ενδιαφέρουν και έχουν επίδραση στην απόδοσή τους. Υπάρχουν μειονεκτήματα; Φυσικά, με εξαίρεση τα soft skills και τις διαπροσωπικές δεξιότητες, τα πλεονεκτήματα είναι περισσότερα και σημαντικότερα.

  • Συνύπαρξη εργαζομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Αναμφίβολα, μέσα στο 2019 η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) θα βρεθεί στο επίκεντρο: Πρόσφατη έρευνα της Gartner έδειξε ότι το 59% των οργανισμών ήδη ερευνούν πώς να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει. Παρόλο τον φόβο τους για εξάλειψη θέσεων εργασίας, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να μάθουν να συνεργάζονται με αυτές τις τεχνολογίες ώστε να γίνουν πιο παραγωγικοί και να κερδίσουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, επισημαίνουν οι ειδικοί. Στην ουσία αυτό ήδη το κάνουν, αφού χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να επεκτείνουν τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητά τους. Αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας τον Siri και την Alexa από iPhone και Amazon αντίστοιχα.

Στην Ελλάδα δεν έχουν γίνει γνωστά κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν υπάρχει όμως τίποτε που θα μας εμπόδιζε να καλύψουμε γρήγορα το κενό ανάμεσα στο δικό μας επίπεδο εφαρμογής AI και εκείνο των πιο προηγμένων οικονομιών. Ακόμη και αν χρειαστεί να παρακάμψουμε τα ενδιάμεσα επίπεδα ανάπτυξης από τα οποία εκείνες πέρασαν, ώστε να κάνουμε ένα μεγάλο άλμα αύξησης ανταγωνιστικότητας, που θα φέρει περισσότερες επενδύσεις και κατά συνέπεια ταχύτερη ανάπτυξη.

Το άρθρο είναι του Σπύρου Παολινέλη. Ο κ. Παολινέλης είναι ιδρυτής της Amnis Learning and Growth και της Blanchard International Hellas

Πηγή: Καθημερινή

Β