tuv-iso-logo

Πως οριοθετούνται οι δραστηριότητες επιχειρήσεων με μη φορολογικώς συνεργάσιμα κράτη

Πρόσφατα η Α.Α.Δ.Ε. δημοσίευσε τον κατάλογο των μη συνεργάσιμων φορολογικών κρατών για το φορολογικό έτος 2020.

Σημειώνεται ότι ως μη συνεργάσιμα κράτη θεωρούνται εκείνα που δεν είναι κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάστασή τους, σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, έχει εξεταστεί από τον Ο.Ο.Σ.Α. και δεν έχει χαρακτηριστεί “ως σε μεγάλο βαθμό συμμορφούμενη” και τα οποία (α) δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στο φορολογικό τομέα ή δεν έχουν υπογράψει την Κοινή Σύμβαση Συμβουλίου της Ευρώπης-Ο.Ο.Σ.Α. για αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα και (β) δεν έχουν δεσμευθεί για αυτόματη ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών με έναρξη το έτος 2018, το αργότερο. Σε σύγκριση με τα κράτη που θεωρούνταν ως μη συνεργάσιμα για το φορολογικό έτος 2019 παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές καθώς ο αριθμός τους πλέον υπερδιπλασιάστηκε (ανήλθε σε 43 κράτη από 20 που ήταν πριν) καθώς προστέθηκαν κράτη όπως ο Παναμάς και οι Σεϋχέλλες ενώ αφαιρέθηκαν ενδεικτικά η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, ο Ισημερινός και οι Νήσοι Μάρσαλ. Ο σχετικός κατάλογος θα πρέπει να δημοσιεύεται μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου κάθε έτους. (Α. 1246/2021)

Ο προσδιορισμός των μη συνεργάσιμων κρατών είναι σημαντικός για τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων.

Ένα σημαντικό ζήτημα είναι η έκπτωση δαπανών ελληνικών επιχειρήσεων που καταβάλλονται σε οντότητες εγκατεστημένες σε κράτη μη συνεργάσιμα. Οι δαπάνες που καταβάλλονται προς φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν την φορολογική τους κατοικία σε μη συνεργάσιμο κράτος κατά κανόνα δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά της ελληνικής επιχείρησης. Οι δαπάνες αυτές θα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης μόνο εφόσον αποδείξει ότι οι πληρωμές αυτές είναι πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών με σκοπό τη φοροαποφυγή.

Ο φορολογούμενος καλείται να προετοιμάσει ένα φάκελο με αποδεικτικό υλικό (defense file) για να αποδείξει ότι οι συναλλαγές του με τα μη συνεργάσιμα κράτη δεν έχουν σκοπό την φοροαποφυγή.

Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τον φορολογικό έλεγχο ότι οι υπόψη συναλλαγές είναι πραγματικές και συνήθεις και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών με σκοπό την φοροαποφυγή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτές πραγματικά έχουν λάβει χώρα και ότι έχουν αποφέρει πραγματικό οικονομικό όφελος στην ελεγχόμενη επιχείρηση που πραγματοποίησε τις σχετικές δαπάνες. Οι φορολογούμενοι που συναλλάσσονται με τις χώρες αυτές θα πρέπει να συγκεντρώνουν διάφορα στοιχεία προς επίδειξη στις φορολογικές αρχές στην περίπτωση μελλοντικού φορολογικού ελέγχου: ύπαρξη εμπορικής συμφωνίας ή σύμβασης έργου, καταβολή του τιμήματος αγοράς σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, η αλλοδαπή εταιρεία να πραγματοποιεί ουσιαστική επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη. Ωστόσο, γίνεται δεκτή η αγορά προϊόντων ή πρώτων υλών από μη συνεργάσιμο ή προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτος (π.χ. Μαλαισία, κ.λπ.) λόγω μη παραγωγής των αγαθών αυτών σε άλλες χώρες. Επιπλέον, σημειώνεται ότι εκπίπτουν δαπάνες για υπηρεσίες εφόσον βάσει των δεδομένων της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών συνήθως παρέχονται από εταιρείες σε τέτοια κράτη (π.χ. υπηρεσίες θαλάσσιας μεταφοράς από ναυτιλιακές εταιρίες του Παναμά) (ΠΟΛ 1197/2016).

Την μεταφορά της φορολογικής τους κατοικίας σε μη συνεργάσιμα κράτη επιδιώκουν φυσικά πρόσωπα προκειμένου να παρακάμψουν τους κανόνες διαβίβασης χρηματοοικονομικών πληροφοριών βάσει του Κοινού Προτύπου Αναφοράς (Common Reporting Standard /CRS).

Η μεταφορά διευκολύνεται συνήθως μέσω ειδικών νομοθετικών πλαισίων που επιτρέπουν στα φυσικά πρόσωπα, εφόσον υλοποιήσουν συγκεκριμένες επενδύσεις, να αποκτήσουν είτε την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους είτε το δικαίωμα διαμονής σε αυτό. Επομένως, σε περίπτωση που το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πεισθεί με βάση τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που του παρέχονται ότι η φορολογική κατοικία του δικαιούχου του λογαριασμού βρίσκεται σε κράτος που δεν συμμετέχει στο CRS δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβίβαση φορολογικών πληροφοριών. Με τον τρόπο αυτό, οι πληροφορίες που κανονικά θα ανταλλάσσονταν σε ετήσια βάση, όπως υπόλοιπα λογαριασμών την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, δεν φτάνουν τελικά στο κράτος που υφίσταται η πραγματική φορολογική κατοικία των προσώπων αυτών. Άλλωστε, ακόμα και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που προβαίνουν στην πιστοποίηση της φορολογικής κατοικίας των πελατών τους σύμφωνα με τους κανόνες δέουσας επιμέλειας που επιβάλλει το CRS, δεν έχουν λόγο να θεωρούν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που ο ίδιος ο φορολογούμενος τους παρέχει στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτοπιστοποίησης είναι αναξιόπιστα, εσφαλμένα ή μη πλήρη και ότι αυτός είναι στην πραγματικότητα φορολογικός κάτοικος κάποιας άλλης δικαιοδοσίας. Σε κάθε περίπτωση η απόκτηση ιθαγένειας ή δικαιώματος διαμονής σε φορολογικό παράδεισο δεν αρκεί από μόνη της ικανή συνθήκη προκειμένου να θεμελιωθεί και φορολογική κατοικία του εν λόγω προσώπου στο συγκεκριμένο κράτος, εφόσον το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων του εν λόγω προσώπου παραμένει σε άλλο κράτος. Επιπλέον, υπόνοιες για ύπαρξη φορολογικής κατοικίας σε άλλο κράτος από αυτό το οποίο δηλώνεται για τους σκοπούς εφαρμογής του CRS μπορεί να προκύψουν και από πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των κρατών στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών.

Πηγή: grant-thornton.gr

Β