Το e-mail ως έγγραφο αποδεικτικό μέσο σε αστικές διαφορές

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Πολλές και εύλογες απορίες γεννώνται σχετικά με τη δυνατότητα των διαδίκων να κάνουν χρήση ενός ηλεκτρονικού μηνύματος (μέσω αποστολής του από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο e-mail ), ως αποδεικτικού μέσου (υπό την έννοια του εγγράφου απόδειξης ή ανταπόδειξης), στα πλαίσια μίας αστικής δίκης.
Στο κρίσιμο αυτό ερώτημα έδωσε απάντηση (συνεχίζοντας και βελτιώνοντας την μέχρι τότε σχετική νομολογία βλεπ. σχετ. ΜΠρΑθ 1964/2004 και ΕιρΑθ 8444/2011), η υπ. αριθμ. 1932/2011 Διαταγή πληρωμής (απόφαση) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία αποδείκνυε την ύπαρξη της επικαλούμενης απαίτησης, με βάση ¨ηλεκτρονικό έγγραφο¨ (δηλαδή e- mail ), με το οποίο ο οφειλέτης αναγνώριζε την οφειλή του προς τον αιτούντα δανειστή, σε συνδυασμό βεβαίως και με άλλα αποδεικτικά της απαίτησης μέσα (έγγραφα). 
Ειδικότερα το Δικαστήριο έκανε δεκτή την σχετική αίτηση και εξέδωσε την ως άνω Διαταγή Πληρωμής κρίνοντας τα εξής:
Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγράφων δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του παραδοσιακού εγγράφου, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας, κατά την ενσωμάτωση του σε υλικό, που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας – όπως κατά μία έννοια υποστηρίζεται -, αλλά πρόκειται για μία ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθά εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, ενόψει της εγγύτητας του προς αυτά.
Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για την λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e- mail), ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο, απαιτείται εκτός από τη σύνδεση με κάποιο διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή, μέσω ειδικού λογισμικού, το οποίο έχει εγκαταστήσει  μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του, επιπλέον και η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο χρήστης στο σύστημα, είτε ως αποστολέας, είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e- mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο, με την χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο @ και με χαρακτήρες, που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε,  ο συγκεκριμένος συνδυασμός να αφορά μόνο στον χρήστη, που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον.
Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα, πάνω στο μήνυμα, καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, ώστε να μην είναι δυνατό να επέλθει σύγχυση του, με άλλο χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτιση του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 του ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο, το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ενός εγγράφου, του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα, ή ασύρματα (τηλεμοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική της αποστολής οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε, μνα είναι μη μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως αν δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι, κατά την αποστολή ενός μηνύματος, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βούλησης του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή, ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο. 
Επομένως, ο καθορισμός της ηλεκτρονικής διεύθυνσης, κατά τρόπο μοναδικό, από τον ίδιο τον χρήστη και η δήλωση της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα, συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ’ αναλογίαν με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443ΚΠολΔ, η μηχανική απεικόνιση του σε έντυπο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443,444,445 του ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική  για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει οριστεί και εφαρμοστεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της υπογραφής .Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως της θέσης στην οποία εμφανίζεται η ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα, σε σχέση με το κείμενο, το οποίο συνοδεύει κατά την εμφάνιση του στην οθόνη του υπολογιστή, ή τη μηχανική του απεικόνιση σε χαρτί και αυτό γιατί θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, η πιστοποίηση του προσώπου του αποστολέα και η δέσμευση του με την δήλωση βούλησης, που περιλαμβάνει το μήνυμα, προκαλείται από την συνολική οργάνωση της συγκεκριμένης διαδικασίας με την έννοια ότι, το οποιοδήποτε κείμενο, ως ηλεκτρονικό σήμα, συνδυάζεται μόνο με την συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, σε ένα ενιαίο σύνολο, ανεξάρτητα από το με ποιες μορφές μπορεί αυτό να απεικονισθεί με μηχανικό τρόπο και η οποία ουσιωδώς διαφέρει από την παραδοσιακή έννοια του εγγράφου (βλεπ. ΜΠρΑθ 1327/2001, ΔΕΕ 2001, 377επ.).   
Έτσι το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι, η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη – αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445ΚΠολΔ. Περαιτέρω όμως, η λειτουργία του συστήματος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα είναι δυνατό να υποκρύπτει τον κίνδυνο ότι, η αποστολή  του συγκεκριμένου μηνύματος έγινε από άλλο πρόσωπο από αυτό, στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική  διεύθυνση, κάνοντας χρήση αυτής με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς την έγκρισή του.
Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος, που εστάλη ευθέως παραπέμπει στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (άρθρα 460 επ. του ΚΠολΔ), εγκαθιστώντας αναστροφή του βάρους απόδειξης στον επικαλούμενο αυτήν (πλαστότητα), για τον λόγο ότι, η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητα της και η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος, αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό, γεγονός το οποίο ανήκει στην σφαίρα επιρροής, του φερομένου, ως αποστολέα. Με δεδομένα τα ανωτέρω, περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της παρ. 4 του άρθρου 457ΚΠολΔ, στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και μηχανικής απεικόνισης του, με το σκεπτικό ότι, για τον λήπτη  ένα ηλεκτρονικό μήνυμα είναι για αυτόν εισερχόμενο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και συνεπώς αυτός μπορεί να είναι υπεύθυνος, για την πιστότητα του αντιγράφου αυτού που έχει παραλάβει (ΜΠρΑθ 1327/2001, ΔΙΚΗ 2001, 457).
Τέλος, άτυπες συμβάσεις, όπως η αναγνώριση χρέους, μπορούν να καταρτιστούν μέσω ηλεκτρονικών εγγράφων, και ειδικά μέσω του διαδικτύου, με αναταλλαγή δηλώσεων βάση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Με την μέθοδο αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, συμβάλλονται εγκύρως, ακριβώς διότι δεν αμφισβητείται η ταυτότητα του αποστολέα, ούτε συνεπώς και το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης του, έτσι όπως αυτή εξασφαλίζεται κατά τα άνω αναλυτικά εκτιθέμενα, με την αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του αποστολέα και του λήπτη αυτού, στις συμβάσεις που καταρτίζονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις οποίες έχει εφαρμογή το Ελληνικό δίκαιο, ενώ η απόδειξη της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών, δύναται να συντελεσθεί, μέσω επικυρωμένων από πληρεξούσιο δικηγόρο αντιγράφων των, περιεχομένων στον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, μηνυμάτων των συμβαλλομένων μερών.
Συμπερασματικά λοιπόν, το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του σταλθένος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι, η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη – αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 ΚΠολΔ και μπορεί έτσι να εκδοθεί διαταγή πληρωμής από e-mail από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι, ο οφειλέτης αναγνωρίζει την οφειλή του, εφόσον με τον τρόπο αυτό πληρούται η προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης, για έκδοση διαταγής πληρωμής, συνδυαζομένων βεβαίως και των δελτίων αποστολής, των τιμολογίων και του ηλεκτρονικού αυτού εγγράφου αναγνώρισης της οφειλής, που αποδεικνύουν ότι, ο αγοραστής παρέλαβε τα εμπορεύματα, που αναγράφονται στα τιμολόγια και ομολογεί την ύπαρξη και το ύψος της χρηματικής απαίτησης ( βλεπ. και ΑΠ 933/2011, ΕφΑθ 6459/2008 κ.α.).