ΤτΕ: Αναθεωρεί επί τα χείρω την πρόβλεψη για την οικονομία φέτος -αναμένει ύφεση 7,5%

Σε υποβάθμιση της πρόβλεψής της για το μέγεθος της ύφεσης φέτος προχώρησε η Τράπεζα της Ελλάδος, αναμένοντας συρρίκνωση 7,5% της οικονομίας.

Μιλώντας στην εκδήλωση του «Κύκλου Ιδεών» με θέμα «Η Ελλάδα μετά την πανδημία», ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας ανέφερε συγκεκριμένα πως στο «βασικό της σενάριο, η ΤτΕ αναμένει για το 2020 συρρίκνωση 7,5% της ελληνικής οικονομίας, έναντι συρρίκνωσης 5,8% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη της. Το δυσμενές σενάριο παραμένει στο 9,4%, πάντα εξαρτώμενο από ενδεχόμενη επιδείνωση της πανδημίας».

Για το 2021, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι αναμένεται σημαντική ανάκαμψη της τάξης του 5,6% στο βασικό σενάριο. Βασικός παράγων που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η παρατηρούμενη αύξηση της αποταμίευσης και πότε αυτή θα μετατραπεί σε καταναλωτική ή επενδυτική δαπάνη.

Παράλληλα, η ΤτΕ αναμένει πρωτογενές έλλειμμα περίπου 6% για το 2020 (εξαιρουμένων των εσόδων στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος) λόγω των μέτρων που ελήφθησαν για την πανδημία και λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων από την σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ ως συνέπεια των παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα (τοκοχρεολύσια κάτω του 15% του ΑΕΠ) συνεχίζει να ισχύει κάτω από εύλογες υποθέσεις εξέλιξης του ονομαστικού ΑΕΠ.

«Ο κορονοϊός αφήνει βαρύ αποτύπωμα και επιπτώσεις στην παγκόσμια, στην ευρωπαϊκή, άρα και στην ελληνική, οικονομία και κοινωνία: Σοβαρή ασθένεια με τις κοινωνικές παρενέργειές της, πρωτοφανής ύφεση, ανεργία, χρεοκοπίες επιχειρήσεων, αύξηση μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αύξηση δημοσίων ελλειμμάτων και χρέους, αποπληθωρισμός (δηλαδή πολύ μικρός ή και αρνητικός πληθωρισμός, όπως έχουμε στην Ελλάδα σήμερα), δημιουργώντας προϋποθέσεις μακροχρόνιας στασιμότητας (secular stagnation) σε αρκετές οικονομίες, παρόμοιας με αυτή που μαστίζει την Ιαπωνία πολλά χρόνια τώρα», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας για τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε και στις τράπεζες, εντοπίζοντας ως μεγαλύτερο πρόβλημα τον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαμορφώνονται στα 60 δισ. ευρώ με βάση τα στοιχεία του α’ εξαμήνου αλλά και τον κίνδυνο περαιτέρω αύξησής τους μετά το τέλος των moratoria.

«Οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως (α) στον όγκο των ΜΕΔ: 60 δισεκ. ευρώ με στοιχεία α’ εξαμήνου 2020, (β) στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών λόγω του αυξανόμενου ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) στα συνολικά εποπτικά κεφάλαιά τους, (γ) στον κίνδυνο ξαφνικής αύξησης των ΜΕΔ (cliff effect) μετά το τέλος των moratoria, ο οποίος μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις. Η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής έχει πολύ θετικά αποτελέσματα αλλά: (α) δεν επαρκεί από μόνο του λόγω του όγκου των ΜΕΔ και (β) δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης», είπε.