Άρθρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά και του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” (19/04/2026).
Η πρόσφατη δημοσιοποίηση της πορείας των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού τον Μάρτιο δημιουργεί, σε πρώτη ανάγνωση, μια εικόνα θετικής δημοσιονομικής εξέλιξης. Τα συνολικά καθαρά έσοδα ανήλθαν στα 6,527 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 818 εκατ. ευρώ έναντι του μηνιαίου στόχου, με βασικό μοχλό τα αυξημένα φορολογικά έσοδα κατά 487 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πραγματικότητα που δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και οικονομικής αβεβαιότητας, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη πιεσμένο διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες δυσκολίες. Το κόστος ζωής όλο και αυξάνεται, η αγοραστική δύναμη των πολιτών περιορίζεται και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα πολύ δύσκολο πλαίσιο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά ως επιτυχία. Αντιθέτως, αντανακλά σε σημαντικό βαθμό την εντεινόμενη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων. Όταν τα δημόσια έσοδα ενισχύονται κυρίως μέσω της φορολογίας, εύλογα προκύπτει το ερώτημα: ποιος σηκώνει το βάρος αυτής της «υπέρβασης»;
Η απάντηση είναι σαφής. Το βάρος μεταφέρεται στα νοικοκυριά και κυρίως στη μεσαία τάξη, η οποία βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά της να συρρικνώνεται. Παράλληλα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν συνεχή μείωση του κύκλου εργασιών τους, καθώς η κατανάλωση περιορίζεται. Η κατάσταση αυτή οδηγεί σταδιακά σε μια μορφή «σιωπηλής» φτωχοποίησης, η οποία δεν αποτυπώνεται άμεσα στους δείκτες, αλλά γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίτευξη δημοσιονομικών στόχων. Οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές επιπτώσεις και να λειτουργεί με όρους ισορροπίας και δικαιοσύνης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, απαιτούνται άμεσα μέτρα στήριξης που θα ανακουφίσουν την κοινωνία και θα επαναφέρουν την αναπτυξιακή δυναμική της αγοράς.
Κομβικής σημασίας είναι η μείωση της έμμεσης φορολογίας, η οποία πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Η αποκλιμάκωση του ΦΠΑ και άλλων έμμεσων φόρων μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ενίσχυση της κατανάλωσης, τη στήριξη των επιχειρήσεων και την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, θα συμβάλει στην αποκατάσταση ενός αισθήματος δικαιοσύνης που σήμερα φαίνεται να δοκιμάζεται.
Η ενίσχυση των δημοσίων εσόδων είναι ασφαλώς σημαντική για τη σταθερότητα της οικονομίας. Όμως, η βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην υπερφορολόγηση. Χρειάζεται ένα νέο μείγμα πολιτικής που θα στηρίζει την παραγωγή, θα ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα και θα διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για όλους.
Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι ξεκάθαρη: να μετατρέψει τη δημοσιονομική υπεραπόδοση σε ουσιαστική κοινωνική στήριξη. Γιατί, τελικά, η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται μόνο στους αριθμούς, αλλά στην καθημερινότητα των πολιτών.