Γ. Χατζηθεοδοσίου στο «Πρώτο Θέμα»: Έρχεται το πιο δύσκολο φθινόπωρο των τελευταίων ετών

Άρθρο του Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννη Χατζηθεοδοσίου στο ένθετο «business stories» της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα» την Κυριακή 11 Ιουλίου 2021:


Οι τελευταίες εξελίξεις στο κομμάτι της πανδημίας είναι λογικό να προκαλούν ανησυχία και να επιτείνουν την αγωνία για το μέλλον. Η ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων λόγω της μετάλλαξης «Δέλτα», η κάτω του αναμενομένου τουριστική κίνηση αλλά και τα νέα μέτρα για την εστίαση και την ψυχαγωγία, έχουν προκαλέσει αναστάτωση στην κοινωνία και βέβαια στην επιχειρηματική κοινότητα.

Πριν επιστρέψει η αγορά σε μία κανονικότητα, μετά τα συνεχόμενα lockdown των προηγούμενων μηνών, βλέπουμε και πάλι μπροστά μας την πιθανότητα επιβολής νέων περιοριστικών μέτρων.

Μοναδική λύση –και σε αυτό θα συμφωνήσω με την κυβέρνηση- είναι η αύξηση των εμβολιασμών. Μόνον έτσι θα χτίσουμε το τείχος ανοσίας, θα προστατευθεί η δημόσια υγεία και θα περιοριστεί σημαντικά η πιθανότητα έξαρσης της πανδημίας. Ήδη, σύμφωνα με τους επιστήμονες, μας χτυπά το 4ο κύμα. Αν όμως οι συμπολίτες μας σπεύσουν να εμβολιαστούν, οι συνέπειες αυτού του κύματος θα είναι αισθητά λιγότερες σε σύγκριση με αυτές του προηγούμενου. Και δεν θα κινδυνεύσουν ζωές αλλά και δεν θα δούμε και πάλι κλείσιμο της κοινωνίας και της αγοράς.

Παράλληλα, θα σταματήσει ο κοινωνικός αυτοματισμός, ενώ θα μπορέσουν να λειτουργήσουν καλύτερα και οι επιχειρήσεις. Γιατί πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το μοντέλο που πάει να εφαρμόσει η κυβέρνηση, με τον διαχωρισμό των χώρων εστίασης και ψυχαγωγίας σε «αμιγείς» και «μικτούς», πολύ δύσκολα μπορεί να εφαρμοστεί. Έχει πολλά αντικειμενικά προβλήματα και κυρίως αλλάζει το αντικείμενο της απασχόλησης για τους επιχειρηματίες. Ο ρόλος τους είναι να προσφέρουν τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό και όχι να γίνονται ελεγκτές πιστοποιητικών. Θέλω να πιστεύω ότι μέχρι τις 15 Ιουλίου, όταν και αναμένεται να ξεκινήσει η εφαρμογή των μέτρων, να έχουν αλλάξει τα πράγματα. Τόσο ως προς την πορεία των εμβολιασμών, όσο και ως προς τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Συναρμόδια υπουργεία και φορείς οφείλουν να εξαντλήσουν κάθε πιθανότητα διαλόγου προκειμένου να βρεθεί η βέλτιστη λύση και για τον περιορισμό της μετάδοσης του κορονοϊού όσο και για την εύρυθμη λειτουργία της εστίασης και της ψυχαγωγίας.

Αυτό όμως που πρέπει να προβληματίσει όλους τους παράγοντες της οικονομικής ζωής της χώρας, είναι αυτό που έρχεται από το φθινόπωρο. Όπως προκύπτει από την πρόσφατη μεγάλη έρευνα που έκανε το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, σε συνεργασία με την εταιρία δημοσκοπήσεων Opinion Poll, το 75% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει καταγράψει ζημιές εξαιτίας της πανδημίας. Και όταν το 66% δηλώνει ότι δεν είναι ικανοποιημένο από τα μέτρα στήριξης, τότε σημαίνει ότι απαιτούνται αλλαγές και βελτιώσεις από την πλευρά της κυβέρνησης. Σήμερα ένας μικρομεσαίος ανησυχεί εξαιτίας της χαμηλής αγοραστικής κίνησης, αγχώνεται λόγω των συσσωρευμένων οφειλών και αμφιβάλει αν θα καταφέρει να επιβιώσει επαγγελματικά το επόμενο διάστημα. Οπότε χρειάζεται ένα νέο πλάνο στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, καθώς και μία αλλαγή στον τρόπο αξιοποίησης των κοινοτικών κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Κανείς δεν αμφιβάλει ότι η κυβέρνηση δεν θέλει να τονώσει το επιχειρείν. Αυτό όμως πρέπει να φανεί και με πράξεις και στοχευμένες δράσεις. Από την στιγμή που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν την ευρεία πλειοψηφία των επιχειρήσεων της χώρας, σημαίνει ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί ο ρόλος και η σπουδαιότητα τους. Αυτές παράγουν τον πλούτο, σε αυτές απασχολείται το μεγαλύτερο τμήμα του εργατικού δυναμικού. Χωρίς αυτές θα δούμε μείωση των κρατικών εσόδων και δραματική αύξηση των ποσοστών ανεργίας. Και νομίζω ότι καμία κυβέρνηση δεν θα ήθελε να πάρει το βάρος της διάλυσης ενός μεγάλου παραγωγικού τμήματος.

Το επόμενο διάστημα, κυρίως το φθινόπωρο, θα είναι το πιο κρίσιμο των τελευταίων δεκαετιών για τις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν. Λύσεις όπως η διαγραφή μέρους των οφειλών και η ενίσχυση της ρευστότητας είναι επιβεβλημένες. Αν δεν υπάρξει ένα δίχτυ προστασίας για τους μικρομεσαίους, το μέλλον για την επιχειρηματικότητα, την οικονομία και την κοινωνία θα είναι ζοφερό.