Ν. Κογιουμτσής στο «ΠΑΡΟΝ»: Στο κρισιμότερο σταυροδρόμι της η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα

Άρθρο του Αντιπροέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Νίκου Κογιουμτσή στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΑΡΟΝ» (29/8/2021).


Η παραδοσιακή εμπορική επιχείρηση έχει αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Mία από αυτές σε παγκόσμιο αλλά και σε τοπικό επίπεδο είναι η υποβάθμιση του φυσικού καταστήματος υπέρ της μετάβασης στο ηλεκτρονικό, την προσπάθεια κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο στην οποία έχουν επιδοθεί οι διάσημες πλατφόρμες (Amazon, Alibaba κ.α) και βέβαια τελευταία τις επώδυνες αναταράξεις από την πανδημία που έχουν δημιουργήσει κοινωνικούς και κυρίως οικονομικούς κραδασμούς στο παγκόσμιο επιχειρείν. Και φυσικά αναδεικνύονται εύλογα ερωτήματα από όλη αυτή την κοινωνικο-οικονομική αλλαγή και κυρίως στη χώρα μας η οποία, πέραν όλων των άλλων, αντιμετώπισε και μία δεκαετή κρίση και λιτότητα με επώδυνο αντίκτυπο για την αγορά και την επιχειρηματικότητα. Ποια θα πρέπει να είναι η απάντηση στην υποχρεωτική μετάλλαξη του φυσικού καταστήματος;

Το φυσικό κατάστημα θα μπορέσει να επιβιώσει μετά τη ραγδαία ανάπτυξη του ηλεκτρονικού ή θα δράσει συμπληρωματικά; Μήπως οι εργασιακές σχέσεις και εν γένει η απασχόληση θα επιβαρυνθούν ακόμα περισσότερο; Εάν συνυπολογίσουμε ότι το εμπόριο και οι υπηρεσίες παραμένουν ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας μετά το Δημόσιο, πόσο έχει επηρεάσει η πανδημία την επιχειρηματικότητα και την αγορά;

Στην Ελλάδα όμως όπου η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αποτελεί σχεδόν το 98% του συνόλου του επιχειρείν και σε μεγάλο ποσοστό είναι οικογενειακές επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενοι, παρουσιάζεται έντονα το φαινόμενο διεύρυνσης των ανισοτήτων μεταξύ μικρών και πολύ μεγάλων επιχειρήσεων.

Σε αυτό βέβαια συντέλεσε και η πανδημία που βρίσκει τις μικρές επιχειρήσεις ευάλωτες και σε δυσχερέστερη οικονομική κατάσταση.

Χιλιάδες επιχειρήσεις βρίσκονται στο κατώφλι της πτώχευσης, 6 στις 10 επιχειρήσεις- βάσει των τελευταίων ερευνών εκ μέρους του ΕΕΑ- απαντούν ότι ίσως να μην καταφέρουν να αντέξουν τους επόμενους μήνες και βέβαια ένα μεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων οφείλει σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και προμηθευτές.

Το ιδιωτικό χρέος στη χώρα μας δυστυχώς έχει εκτοξευτεί στα 234 δις, δηλαδή περίπου στο 134% του ΑΕΠ και αν συνυπολογιστούν οι οφειλές σε ΔΕΗ και άλλες ΔΕΚΟ αλλά και τα χρέη μεταξύ ιδιωτών, τότε το ιδιωτικό χρέος εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη. Παράλληλα εάν συνυπολογίσουμε και μία γκρίζα ζώνη ιδιωτικού χρέους η οποία μεγεθύνεται μέσα από τις μεταχρονολογημένες επιταγές, που μέσα από τις εύλογες παρατάσεις χρόνου αποπληρωμής τους αποτελούν έναν ακόμη βρόγχο για τις επιχειρήσεις και την αγορά.

Φυσικά, η απουσία ρευστότητας είναι το μεγάλο πρόβλημα που καλείται να βελτιώσει η Πολιτεία, κυρίως μέσω του τραπεζικού συστήματος, που όμως παραμένει δυστυχώς ερμητικά κλειστό προς την μικρομεσαία επιχείρηση επικαλούμενο τα ισχύοντα τραπεζικά κριτήρια.

Διαφαίνεται με τα έως τώρα δεδομένα ότι από το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε χρηματοδότηση της μικρής και πολύ μικρής επιχείρησης και κυρίως δεν θα υπάρξει ουδεμία μορφή επιδότησης από τα 19,5 δις ευρώ, την ώρα που η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα είναι αυτή που στηρίζει την οικονομία της χώρας, την απασχόληση και διατηρεί την κοινωνική συνοχή.

Πρέπει να καταλάβει άμεσα η Πολιτεία ότι είναι επιβεβλημένη η στήριξη της μικρομεσαίας επιχείρησης και ειδικά να βρεθεί τρόπος αποσυμφόρησης όλων αυτών των χρεών και υποχρεώσεων που έχουν συσσωρευτεί, χωρίς επί της ουσίας να ευθύνονται οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να πείσουμε και τους Ευρωπαίους εταίρους μας να προχωρήσουμε σε κάποια μορφή απαλοιφής όλων αυτών των χρεών της πανδημίας ενώ παράλληλα να δοθούν και κάποιου είδους κίνητρα σε όλους τους συνεπείς επιχειρηματίες που είχαν τη δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους στηρίζοντας τα δημόσια έσοδα της χώρας σε μία πράγματι δύσκολη οικονομική και κοινωνική συγκυρία. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να υπάρξει και μία πιο γενναία ρύθμιση των 120 δόσεων χωρίς επιβαρύνσεις και προσαυξήσεις ανάλογα με το φορολογικό προφίλ της επιχείρησης, για να δοθούν οι αναγκαίες οικονομικές ανάσες σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις που αγωνίζονται να επιβιώσουν διατηρώντας παράλληλα και τις χιλιάδες θέσεις απασχόλησης που είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο, απελευθερωμένες από τα χρέη και τα βαρίδια επιχειρήσεις, μπορούν να προχωρήσουν απρόσκοπτα στον εκσυγχρονισμό τους επικεντρώνοντας την προσοχή τους στον εντεινόμενο ανταγωνισμό αλλά και στην μετάβαση τους στη νέα ψηφιοποιημένη εποχή. Δηλαδή στην 4η βιομηχανική επανάσταση, με εντεινόμενες μελλοντικές προκλήσεις που θα πρέπει η χώρα μας να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει, γιατί θεωρώ ότι είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί προς όφελος της οικονομίας, της κοινωνίας και όλης της χώρας.