Άρθρο του Αντιπροέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Νίκου Κογιουμτσή, στην εφημερίδα “Kontra News” (27/07/2025).
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) δεν είναι απλοί αριθμοί σε έναν οικονομικό πίνακα. Είναι η καρδιά της ελληνικής οικονομίας, η κινητήρια δύναμη που στηρίζει εκατομμύρια οικογένειες, διατηρεί ζωντανές τις τοπικές κοινωνίες και τροφοδοτεί την ανάπτυξη. Σήμερα, αριθμούν περίπου 860.000 επιχειρήσεις, από τις οποίες μόλις 16.550 χαρακτηρίζονται ως μεσαίες – ενώ οι υπόλοιπες, πάνω από 840.000, είναι μικρές και πολύ μικρές. Αυτές οι επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν πάνω από το 95% του επιχειρηματικού ιστού της χώρας και απασχολούν το 80% των εργαζομένων. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από το κράτος και το τραπεζικό σύστημα ως «φτωχοί συγγενείς».
Η κυβέρνηση, παρά τις μεγαλόστομες εξαγγελίες της, απέτυχε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον σταθερότητας, ασφάλειας και βιωσιμότητας για αυτές τις επιχειρήσεις. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο υποτίθεται θα στήριζε την πραγματική οικονομία, εξελίχθηκε σε εργαλείο χρηματοδότησης μεγάλων εταιρειών, παραμερίζοντας τις μικρές. Μόλις το 10% των μικρών επιχειρήσεων καταφέρνει να εξασφαλίσει τραπεζικό δανεισμό, ενώ από το ΕΣΠΑ, μόλις το 9% βρίσκει τρόπο να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα; Χιλιάδες επιχειρήσεις μένουν αποκλεισμένες από την αναπτυξιακή διαδικασία, καταδικασμένες να επιβιώνουν οριακά, με την υπερφορολόγηση, τη γραφειοκρατία και το κλειστό τραπεζικό σύστημα να λειτουργούν ως τροχοπέδη.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική αν αναλογιστούμε τις παράλληλες πιέσεις. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα τριπλό πλήγμα: υψηλό λειτουργικό κόστος, μειωμένη κατανάλωση και αθέμιτο ανταγωνισμό. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει καταρρεύσει – δεύτερη από το τέλος στην Ευρώπη των 27. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το 2025 ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,3%, με τον δείκτη τιμών ενέργειας στην Ελλάδα να παραμένει σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο οικογενειακός προϋπολογισμός εξαντλείται κυρίως σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και ενέργεια, αφήνοντας ελάχιστα διαθέσιμα για την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρουν οι τοπικές επιχειρήσεις.
Παράλληλα, το λειτουργικό κόστος για ένα εμπορικό κατάστημα μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει το 40%, όπως δείχνει η πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί λόγω της «φούσκας» στα ακίνητα, με πολλούς ιδιοκτήτες να απαιτούν «αέρα» – δηλαδή προπληρωμές ή υπερδιπλάσια μισθώματα – ειδικά στους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Το κόστος της ενέργειας, ιδίως του ηλεκτρικού ρεύματος, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο, καθιστώντας δύσκολη την επιβίωση για χιλιάδες καταστήματα.
Το τραπεζικό σύστημα, αντί να λειτουργεί υποστηρικτικά, συχνά επιβαρύνει περαιτέρω τις ΜμΕ. Το ετήσιο κόστος από τραπεζικές προμήθειες για μια μέση επιχείρηση ξεπερνά τα 2.500 ευρώ, την ώρα που οι τέσσερις συστημικές τράπεζες καταγράφουν άνοδο εσόδων 16,31% από προμήθειες (σε σχέση με το 2023) και συνεχίζουν να απολαμβάνουν τον αναβαλλόμενο φόρο, διανέμοντας ταυτόχρονα μερίσματα στους μετόχους τους. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να επιληφθεί, ώστε να σταματήσει η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ηλεκτρονικό εμπόριο, αν και αποτελεί παγκόσμια τάση, δημιουργεί έναν νέο, αθέμιτο ανταγωνισμό. Ασιατικές πλατφόρμες, οι οποίες δέχονται έως και 70.000 παραγγελίες ημερησίως προς την Ελλάδα, εκμεταλλεύονται το ευρωπαϊκό καθεστώς απαλλαγής από ΦΠΑ και δασμούς για δέματα κάτω των 150 ευρώ. Αυτό οδηγεί σε προϊόντα σε εξευτελιστικές τιμές, πλήττοντας τις ελληνικές και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που λειτουργούν με σαφώς μεγαλύτερα κόστη. Είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει ο ευρωπαϊκός κανονισμός, να θεσπιστεί διαχειριστικό τέλος και να ενταθούν οι έλεγχοι στις εισαγωγές.
Παρά τις αντιξοότητες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν ζητούν ειδική μεταχείριση ούτε προστατευτισμό. Ζητούν ίσες ευκαιρίες. Ένα τραπεζικό σύστημα που θα τους επιτρέπει να επενδύσουν και να αναπτυχθούν. Μια φορολογική πολιτική που δεν θα τις στραγγαλίζει με τεκμαρτά εισοδήματα και υπερβολικούς έμμεσους φόρους. Και μια πολιτεία που θα στηρίξει έμπρακτα την καινοτομία, την εξωστρέφεια και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού τους.
Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού είναι χαρακτηριστικό παράδοξο: η ανεργία στους νέους παραμένει πάνω από 28%, αλλά οι επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν καταρτισμένους εργαζόμενους. Η λύση είναι η επένδυση στην κατάρτιση, στις νέες τεχνολογίες και η ουσιαστική σύνδεση της επιχειρηματικότητας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.
Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης μετά το 2027, που θα εστιάζει αποκλειστικά σε παραγωγικές επενδύσεις, πράσινη μετάβαση και ψηφιακό μετασχηματισμό. Ταυτόχρονα, πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των Επιμελητηρίων, καθώς και των οργανισμών Enterprise Greece και Export Credit Greece, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και να γίνουν πραγματικά ανταγωνιστικές.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Αν συνεχίσουμε να τις αγνοούμε, η χώρα θα μετατραπεί σε έρημο για τους μικρούς και παράδεισο για λίγους ισχυρούς. Χρειαζόμαστε σχέδιο, πολιτική βούληση και ουσιαστική στήριξη. Γιατί χωρίς τις ΜμΕ, δεν υπάρχει ούτε ανάπτυξη ούτε κοινωνική συνοχή.