Στην ΤΕΤΑ ΤΣΕΤΣΕΚΟΥ Αύριο κάνουν πρεμιέρα οι θερινές εκπτώσεις, ωστόσο η κίνηση στα καταστήματα είναι υποτονική σε σύγκριση με την περσινή χρονιά, παρά και τις προσφορές που έχουν ξεκινήσει μία εβδομάδα πριν από μεγάλα εμπορικά καταστήματα και πολυκαταστήματα. Οι καταναλωτές κοιτάζουν τις βιτρίνες, καταγράφουν τις τιμές αλλά, προς το παρόν, δεν αγοράζουν. Ο αντιπρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Νίκος Κογιουμτσής, μιλώντας στην One Voice μας εξηγεί ότι, η εικόνα αυτή οφείλεται στη μειωμένη καταναλωτική δύναμη των πολιτών, που αποτελεί τον βασικό παράγοντα για τη χαμηλή αγοραστική κίνηση.
Παρ’ όλα αυτά, οι έμποροι προσδοκούν ότι, η κίνηση θα αυξηθεί την περίοδο των εκπτώσεων, που ξεκινούν επισήμως αύριο και θα διαρκέσουν έως τις 31 Αυγούστου
Για επτά εβδομάδες τα εμπορικά καταστήματα μπορούν να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε μειωμένες τιμές, ενώ την Κυριακή 20 Ιουλίου, τα καταστήματα θα μπορούν προαιρετικά να ανοίξουν, με αποφάσεις των κατά τόπους εμπορικών συλλόγων
Ο κ. Κογιουμτσής αναφέρεται επίσης στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις
«Αυξημένο λειτουργικό κόστος, μειωμένη κατανάλωση και κλειστό τραπεζικό σύστημα συνθέτουν ένα αρνητικό κοκτέιλ για την αγορά και ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις» μας λέει χαρακτηριστικά.
Καθώς αύριο ξεκινούν οι θερινές εκπτώσεις στα εμπορικά καταστήματα, Ποιες είναι οι προσδοκίες των εμπόρων για την αγοραστική κίνηση;
Πάντοτε υπάρχει προσδοκία από τους εμπόρους και τους επιχειρηματίες κατά την περίοδο των εκπτώσεων, καθώς υπάρχουν πολύ καλές τιμές και η σχέση ποιότητας και τιμής βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αυτό δημιουργεί μία καταναλωτική δυναμική. Ωστόσο μέχρι στιγμής, η αγορά κινείται υποτονικά σε σχέση με πέρυσι, γεγονός που αποδίδεται στη μείωση της καταναλωτικής δύναμης των Ελλήνων καταναλωτών. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ε.Ε., όσον αφορά στην αγοραστική δύναμη. Είναι γεγονός ότι, ένα μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού των νοικοκυριών κατευθύνεται σε βασικά αγαθά, όπως είναι τα τρόφιμα και η ενέργεια, τομείς στους οποίους έχουν σημειωθεί σημαντικές αυξήσεις, ιδιαίτερα ως προς την ενέργεια.
Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες υποχρεώσεις και ανάγκες που εκπορεύονται από δάνεια ή ο,τιδήποτε άλλο, που βαραίνουν πολίτες. Άρα, τα λίγα χρήματα που ενδεχομένως περισσεύουν μπορούν να διοχετευτούν στην αγορά και στα είδη που προσφέρουν τα εμπορικά καταστήματα.
Τι πρέπει να προσέξουν οι καταναλωτές;
Τη διπλή αναγραφόμενη τιμή, δηλαδή την προηγούμενη τιμή που συνήθως είναι διαγραμμένη και τη νέα εκπτωτική τιμή, η οποία οφείλει να είναι χαμηλότερη και να ανταποκρίνεται πραγματικά στο ποσοστό έκπτωσης που αναγράφεται. Για παράδειγμα, αν αναφέρεται έκπτωση 30%, αυτή δεν πρέπει να βασίζεται σε μια πλασματική αρχική τιμή. Ο καταναλωτής που κάνει έρευνα αγοράς μπορεί να εντοπίσει τέτοιες αναντιστοιχίες. Η προηγούμενη τιμή, βάσει της οποίας υπολογίζεται η έκπτωση, θα πρέπει να είναι η χαμηλότερη τιμή πώλησης που ίσχυε τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από την εφαρμογή της έκπτωσης.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με αρκετά προβλήματα. Πόσο αυξημένο είναι το λειτουργικό κόστος ενός εμπορικού καταστήματος;
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα. Το λειτουργικό κόστος κάθε επιχείρησης, σύμφωνα και με την έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ, φαίνεται ότι μπορεί να φτάσει έως και 40%. Αυτό σχετίζεται με την αύξηση των ενοικίων, καθώς βρισκόμαστε σε μία περίοδο όπου υπάρχει «φούσκα» στην αγορά των ακινήτων. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων ζητούν από τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες ποσά ενοικίων δυσανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας της χώρας μας και την κατάσταση στην αγορά γενικότερα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ζητείται και «αέρας» στα ενοίκια από τους ιδιοκτήτες, αυτό σημαίνει διπλάσιο και τριπλάσιο ενοίκιο, ιδίως σε κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Παράλληλα, το κόστος της ενέργειας -ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα- έχει αυξηθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας επιπλέον το λειτουργικό κόστος κάθε επιχείρησης. Αυξημένο λειτουργικό κόστος, μειωμένη κατανάλωση και κλειστό τραπεζικό σύστημα συνθέτουν ένα αρνητικό κοκτέιλ για την αγορά και ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δραστηριότητα των εμπορικών καταστημάτων;
Το ηλεκτρονικό εμπόριο μετά την πανδημία άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά και στη χώρα μας. Φαίνεται πως ξεπερνά το 40% των πωλήσεων. Επιπλέον, έχουμε κατακλυστεί από μεγάλες ιστοσελίδες του εξωτερικού, κυρίως ασιατικές, οι οποίες -σύμφωνα με ΑΠΟΛΟΙΚ φτάνουν και τις 70.000 χιλιάδες παραγγελίες ημερησίως για την Ελλάδα. Συνεπώς είναι σαφές ότι, το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει ενταχθεί δυναμικά στην καθημερινότητα του καταναλωτή.
Ωστόσο, εδώ ανακύπτουν δύο ζητήματα. Πρώτον, οι συγκεκριμένες ιστοσελίδες δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, τόσο με τις ελληνικές όσο και με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς λόγω συμφωνιών με την Ε.Ε. δεν επιβαρύνονται με τελωνειακούς δασμούς και ΦΠΑ. Αυτό οδηγεί σε έναν κραυγαλέα αθέμιτο ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα τα προϊόντα τους να είναι φθηνότερα.
Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα της σύγκρισης της ποιότητας και της τιμής. Ο καταναλωτής δεν μπορεί να αξιολογήσει την ποιότητα από μία φωτογραφία, και πολλές φορές την «ανακαλύπτει» όταν το προϊόν φτάνει στα χέρια του. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή από πού ψωνίζουμε. Η σχέση ποιότητας και τιμής θα πρέπει να βρίσκεται στο καλύτερο δυνατό επίπεδο. Καλό είναι να συγκρίνουμε το ίδιο προϊόν σε διαφορετικές ιστοσελίδες, δίνοντας έμφαση κυρίως στην ποιότητα. Η έρευνα αγοράς είναι απαραίτητη, τόσο στα φυσικά όσο και στα ηλεκτρονικά καταστήματα.
Τι ζητάτε από το κράτος;
Δεν ζητάμε καμία μορφή προστατευτισμού. Αυτό που ζητάμε είναι ίση μεταχείριση. Το δηλώνω ξεκάθαρα πως δεν έχουμε ίση μεταχείριση. Εκτός από τις ασιατικές ιστοσελίδες, υπάρχουν και άλλα ζητήματα. Διευρύνεται η ανισότητα μεταξύ μεγάλων και μικρών. Οι μεγάλες αλυσίδες και τα πολυκαταστήματα έχουν πρόσβαση σε φθηνό και άφθονο τραπεζικό δανεισμό, καθώς έχουν πρόσβαση στο ΕΣΠΑ και στο Ταμείο Ανάκαμψης. Αντίθετα, στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις η πρόσβαση σε χρηματοδότηση είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Συγκεκριμένα, μόλις το 10% μπορεί να φτάσει στα τραπεζικά γκισέ για να χρηματοδοτηθεί, από το ΕΣΠΑ μόνο το 9% οδηγείται σε κάποιο έργο, ενώ στο Ταμείο Ανάκαμψης ουσιαστικά δεν υπάρχει πρόβλεψη χρηματοδότησης.