tuv-iso-logo

Ν. Κογιουμτσής στο “Παρόν”: Η ακρίβεια και οι πολλές υποχρεώσεις γονατίζουν τους μικρομεσαίους

Άρθρο του Αντιπροέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Νίκου Κογιουμτσή, στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” (22/05/2022).


Το εκρηκτικό μείγμα που δημιουργείται στην αγορά και στην επιχειρηματικότητα, ο συνδυασμός μειωμένων πωλήσεων και αυξημένου κόστους λειτουργίας προοιωνίζεται τη συνέχιση της αβεβαιότητας και των δυσκολιών και το επόμενο χρονικό διάστημα. Ούτε οι ενδιάμεσες εκπτώσεις του Μαΐου ήταν ικανές να αντιστρέψουν την πτωτική πορεία της κατανάλωσης, που παρακολουθούμε εδώ και κάποιους μήνες.

Να επισημανθεί ότι υπήρξαν καλές, κατά το δυνατόν, τιμές στη διάρκεια των εκπτώσεων και η σχέση τιμής και ποιότητας ήταν σε καλό επίπεδο, παρότι ο θεσμός των ενδιάμεσων εκπτώσεων είναι κατά γενική ομολογία των εμπόρων και επιχειρηματιών παρωχημένος και μη ωφέλιμος και για τις επιχειρήσεις και για τους καταναλωτές και πρέπει να καταργηθεί.

Και από την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι στο λιανεμπόριο δεν υπήρξε έντονη αυξητική τάση. Ενώ η εξέλιξη του δείκτη τιμών καταναλωτή του δωδεκαμήνου Απριλίου 2021 – 2022 αγγίζει το 10,2%, στο λιανεμπόριο εκτός τροφίμων, αυτοκινήτων και καυσίμων δεν ξεπερνάει το 4,2%. Στην ένδυση και υπόδηση μάλιστα καταγράφεται άνοδος τιμών μόνο 1,6% ετησίως. Αυτό καταδεικνύει ότι υπήρξε απορρόφηση των αυξήσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων σε μεγάλο ποσοστό και δεν μετέφεραν το κόστος στον καταναλωτή.

Σε πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών) αποτυπώνεται ανάγλυφα η δυσκολία στην οποία έχουν περιέλθει νοικοκυριά και πολίτες. Το 75% των καταναλωτών αναβάλλει την αγορά προσωπικών αντικειμένων, ρούχων ή ειδών οικιακής χρήσης λόγω μη διαθέσιμου εισοδήματος. Το 41% αποφεύγει να κάνει αγορές προκειμένου να δημιουργήσει ένα ταμείο έκτακτης ανάγκης. Καταγράφεται μια γενικευμένη ανασφάλεια και αβεβαιότητα εκ μέρους των καταναλωτών για το τι μέλλει γενέσθαι. Οι ξένοι οίκοι αξιολόγησης αναφέρουν ότι η ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, στις μεταφορές και στο ενεργειακό θα μας συντροφεύσει, δυστυχώς, και το 2023. Τελικά διαφαίνεται ότι η εποχή που διανύουμε είναι η δυσκολότερη των τελευταίων δεκαετιών. Ακόμα δυσκολότερη και από την εποχή της δεκαετούς κρίσης αλλά και της πανδημίας.

Οι ήδη συνεχόμενες επιβαρύνσεις στις τρέχουσες υποχρεώσεις λόγω ακρίβειας αποτελούν μαζί με τις οφειλές που προέρχονται από το παρελθόν ένα εκρηκτικό μείγμα που μπορεί να οδηγήσει σε χιλιάδες λουκέτα, αν δεν ληφθούν άμεσα και στοχευμένα μέτρα. Θα έπρεπε ήδη να έχει μειωθεί ο ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης από 13% σε 6%. Θα πρέπει να υπάρξει άμεση και πιο γενναία επιχορήγηση όσον αφορά το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, που σε πολλές των περιπτώσεων ξεπερνάει σε κόστος πια και το ενοίκιο που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις. Η μείωση του φόρου στα καύσιμα θα αποφορτίσει και τις πληθωριστικές πιέσεις στις μεταφορές, που συνεχώς επιβαρύνονται με δυσανάλογα κόστη, που μετακυλίονται δυστυχώς στον τελικό καταναλωτή. Μια γενναία ρύθμιση σε μεγάλο βάθος χρόνου, που θα συμπεριλαμβάνει όλες τις έως τώρα οφειλές, θα δώσει οικονομική ανάσα σε όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στο κόκκινο.

Θα πρέπει να δοθεί πολύμηνη παράταση στην επιστροφή του 50% της επιστρεπτέας προκαταβολής. Θα πρέπει η Πολιτεία να δει σοβαρά και τη μη επιστροφή της επιστρεπτέας προκαταβολής για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με ιδιαίτερα ευάλωτα φορολογικά και κοινωνικά κίνητρα. Παρά τις πολλές, διαχρονικά, υποσχέσεις, ο εμπορικός και επιχειρηματικός κόσμος ακόμα περιμένει τη θεσμοθέτηση ενός ειδικού, επιχειρηματικού ακατάσχετου λογαριασμού. Το χτίσιμο του αφορολόγητου θα πρέπει να είναι δικαίωμα όλων των ελλήνων πολιτών, άρα και του επιχειρηματικού και επαγγελματικού κλάδου. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά σε μια ευνομούμενη Πολιτεία. Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε στη διάσωση των επιχειρήσεων, με άμεσο θετικό αντίκτυπο και στα δημόσια έσοδα. Κυρίως όμως στην προστασία των θέσεων απασχόλησης.