Στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» φιλοξενήθηκε ο Γιάννης Βαφειαδάκης, Μέλος της Διοικητικής Επιτροπής και Υπεύθυνος ΓΕΜΗ & Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων του Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, καθώς και Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδος (ΟΕΦΕ), καταθέτοντας τις πρώτες εκτιμήσεις για την πορεία των φετινών Πανελλαδικών εξετάσεων και τις τάσεις που διαμορφώνονται τόσο στις βάσεις εισαγωγής όσο και στις επιλογές των υποψηφίων.
Κατά την έναρξη της συζήτησης, ο ίδιος θέλησε να επισημάνει ότι εκπροσωπεί το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, αναδεικνύοντας τον θεσμικό του ρόλο και τη θέση του Επιμελητηρίου στην επιχειρηματική ζωή της χώρας.
Αναφερόμενος στις Πανελλαδικές εξετάσεις, σημείωσε ότι τα φετινά θέματα δημιούργησαν μια ιδιόμορφη εικόνα: έδωσαν τη δυνατότητα στους περισσότερους υποψηφίους να κινηθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα επίδοσης, ωστόσο δυσκόλεψαν σημαντικά όσους στόχευαν στις πολύ υψηλές βαθμολογίες.
Με βάση αυτή την εικόνα, εκτίμησε ότι αναμένεται πτώση των βάσεων στις σχολές υψηλής ζήτησης – τις λεγόμενες «σχολές-ρετιρέ» – όπως οι Νομικές, οι Ιατρικές, τα Πολυτεχνεία και συνολικά τα τμήματα που παραδοσιακά συγκεντρώνουν τις κορυφαίες επιδόσεις. Την ίδια στιγμή, υποστήριξε ότι στις υπόλοιπες βαθμολογικές κλίμακες θα υπάρξει πιο σύνθετη εικόνα, με ορισμένες σχολές να εμφανίζουν ακόμη και ανοδική πορεία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο μηχανογραφικό δελτίο, υπογραμμίζοντας ότι οι Πανελλαδικές δεν ολοκληρώνονται με την τελευταία εξέταση αλλά με την ορθή και συνειδητή συμπλήρωση των επιλογών. Όπως ανέφερε, οι υποψήφιοι δεν πρέπει να ακολουθούν μηχανικά τις περσινές βάσεις, καθώς αυτές αντανακλούν μόνο τις προτιμήσεις των προηγούμενων υποψηφίων και όχι απαραίτητα την πραγματική αξία ή τις προοπτικές μιας σχολής.
Στο σκέλος των αλλαγών που παρατηρούνται στις εκπαιδευτικές προτιμήσεις των νέων, ο κ. Βαφειαδάκης εκτίμησε ότι η ουσιαστική μεταστροφή ήρθε μετά την πανδημία. Όπως ανέφερε, οι σημερινοί μαθητές κάνουν λιγότερες αλλά πιο στοχευμένες επιλογές, εξετάζουν περισσότερο την επαγγελματική προοπτική και επηρεάζονται έντονα από το οικονομικό κόστος των σπουδών εκτός τόπου κατοικίας.
Τέλος, εξέφρασε προβληματισμό για τη μειωμένη ζήτηση σε σχολές του δεύτερου επιστημονικού πεδίου, όπως οι πολυτεχνικές και θετικές κατευθύνσεις, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι διαθέσιμες θέσεις προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν τον αριθμό των υποψηφίων. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επίδραση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, σημειώνοντας ότι δεν ταυτίζεται απαραίτητα με βαθμό 10 αλλά μπορεί να διαμορφώνεται σημαντικά υψηλότερα ανάλογα με τη σχολή. Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, διατύπωσε την άποψη ότι το σημερινό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει φτάσει σε σημείο κορεσμού και απαιτεί συνολική επανεξέταση με γνώμονα τις ανάγκες των μαθητών και τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας.
Δείτε τη συνέντευξη στο βίντεο που ακολουθεί: