Σημαντική ήταν η παρουσία των παραγωγικών τάξεων στην ομιλία πρωθυπουργού κ. Αλέξη Τσίπρα ο οποίος παρουσίασε τις προτάσεις του για τα ζητήματα που πρέπει να περιληφθούν στο νέο Σύνταγμα. Δεν απέκλεισε δε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με γνωμοδοτικό χαρακτήρα, για κρίσιμα θέματα ενώ έθεσε 5 άξονες ως ουσία της αναθεώρησης.
Η ομιλία έγινε μπροστά σε πλήθος κόσμου στον οποίο απηύθυνε κάλεσμα σε ένα ευρύ, ανοιχτό και γόνιμο διάλογο για ένα Σύνταγμα που θα σηματοδοτήσει, όπως είπε, το πέρασμα στη Νέα Μεταπολίτευση και τη «νέα Ελλάδα του 2021».

Σημειώνουμε ότι το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθήνας, εκπροσώπησε στην παρουσίαση των προτάσεων, ο Πρόεδρος κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Επίσης το παρών έδωσε ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθάς, ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. Παναγόπουλος, εκπρόσωποι από τον εμπορικό και επιχειρηματικό κόσμο κ.α.
Ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι ο ρόλος των πολιτών πρέπει να είναι κύριος στη διαμόρφωση των προτάσεων. «Θέλουμε μια διαδικασία που θα εμπλέκει, θα οργανώνει, θα κινητοποιεί τους πολίτες. Μια διαδικασία ενεργού συμμετοχής των πολιτών και όχι μια διαδικασία περιορισμένη στους τέσσερις τοίχους της Ολομέλειας της Βουλής» είπε.
Ο διάλογος
Όπως τόνισε, θα υπάρξει «μεγάλη διαδικασία διαβούλευσης», με τη συμμετοχή των πολιτών. Συγκεκριμένα:
Το Σεπτέμβριο θα ανακοινωθεί η σύνθεση μιας οργανωτικής επιτροπής που θα αναλάβει την διεξαγωγή μιας «πλατιάς, ανοιχτής διαδικασίας διαλόγου σε πανεθνική κλίμακα».
Σε πρώτη φάση θα γίνουν συζητήσεις για την αναθεώρηση σε όλους τους δήμους της χώρας με τη συμμετοχή επιστημονικών και κοινωνικών φορέων, κινήσεων πολιτών και συλλογικοτήτων αλλά και μεμονωμένων πολιτών. «Σε αυτή την προσπάθεια προσβλέπουμε στην βοήθεια και τη στήριξη από την Τοπική Αυτοδιοίκηση» είπε.

Σε δεύτερη φάση, τα συμπεράσματα από την δημόσια αυτή θα συγκεντρωθούν με την διοργάνωση 13 συνελεύσεων σε κάθε περιφέρεια της χώρας.
Παράλληλα θα δημιουργηθεί ειδική ιστοσελίδας όπου όλοι οι πολίτες θα έχουν την δυνατότητα να καταθέσουν τις προτάσεις τους, τις συμφωνίες και τις αντιρρήσεις τους.
«Μετά το τέλος της μεγάλης αυτής διαβούλευσης, την Άνοιξη του 2017, η Οργανωτική Επιτροπή θα συγκεντρώσει τα αποτελέσματα του διαλόγου και θα παραδώσει την έκθεσή της σε όλα τα πολιτικά κόμματα, που από εκεί και πέρα θα πάρουν την σκυτάλη για να εκκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως ακριβώς ορίζεται από το άρθρο 110 του Συντάγματος και τον κανονισμό της Βουλής» τόνισε ο πρωθυπουργός.
Δείτε το βίντεο
Οι προτάσεις συνοπτικά
Συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής
-
Εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας. Η υποχρέωση δηλαδή η πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης, να συνοδεύεται και από πρόταση για νέο πρωθυπουργό.
-
Δυνατότητα άμεση εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ειδικότερα, πρότεινε εκλογή του Προέδρου από το κοινοβούλιο, μόνο αν εξασφαλίζεται η μέγιστη συναίνεση των δύο τρίτων της Βουλής σε δύο διαδοχικές ψηφοφορίες. Αν αποβούν άκαρπες, τότε η τρίτη ψηφοφορία θα ανήκει στο εκλογικό σώμα, που θα αποφασίζει ανάμεσα στους δύο πλειοψηφήσαντες υποψηφίους της τελευταίας ψηφοφορίας στο κοινοβούλιο.
-
Λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου «με στόχο να ενισχύσουμε το ρυθμιστικό, σταθεροποιητικό και εγγυητικό του ρόλο» χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα του πολιτεύματος. Ως παραδείγματα ανέφερε να μπορεί ο Πρόεδρος να απευθύνεται στη Βουλή για σπουδαίο λόγο, να συγκαλεί το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών, αλλά και να παραπέμπει ψηφισμένο νόμο σε ειδικό γνωμοδοτικό όργανο, αποτελούμενο αποκλειστικά από δικαστές για να κρίνει επί της συνταγματικότητας του.
-
Θητεία για βουλευτές, έτσι ώστε κανένας Βουλευτής να μην μπορεί να εκλέγεται για πάνω από δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές περιόδους ή για οκτώ συνεχόμενα έτη.
-
Πρωθυπουργός -εκτός των υπηρεσιακών- να ορίζεται αποκλειστικά αιρετός, δηλαδή εν ενεργεία βουλευτής.
-
Υποχρέωση κύρωσης με δημοψήφισμα, οποιασδήποτε συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους.
-
Λαϊκή πρωτοβουλία για διενέργεια δημοψηφισμάτων με 500,000 υπογραφές για εθνικά θέματα, 1 εκατ. υπογραφές για ψηφισμένο νόμο (εκτός δημοσιονομικών ζητημάτων) και 1 εκατ. υπογραφές για νομοθετική πρωτοβουλία από τους ίδιους τους πολίτες.
-
Θεσμοθέτηση ενός ειδικού γνωμοδοτικού οργάνου, αποτελούμενου αποκλειστικά από δικαστές των Ανώτατων Δικαστηρίων που σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά από πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ή της κυβέρνησης, ή 120 βουλευτών, θα γνωμοδοτεί επί ψηφισμένου νομοσχεδίου εντός συντομότατης προθεσμίας.
-
Κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, εκτός ενδεχομένως για αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με το λειτούργημα των βουλευτών
-
Τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών.
-
Να τεθεί σε δημόσιο διάλογο το ερώτημα για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών «και να θέσουμε το ερώτημα για τον πολλαπλασιασμό τους». Ο κ. Τσίπρας πρότεινε να συγκροτούνται με μικρότερες πλειοψηφίες αν τα 4/5 δεν συγκεντρωθούν σε ορισμένες προθεσμίες.
-
Ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, με αναγνώρισης της Ορθοδοξίας ως κρατούσας θρησκείας
-
Ρητή απαγόρευση άρσης του δημόσιου ελέγχου του νερού και της ενέργειας
-
Σαφή κατοχύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ως το μοναδικό μέσο για τη διαμόρφωση του μισθού
-
Υποχρεωτικότητα της διαιτησίας

Η ομιλία
Κύριες και Κύριοι,
Φίλες και Φίλοι,
Χθες έκλεισαν 42 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα μας.
42 χρόνια από τη στιγμή που άνοιξε ένας κύκλος σταθερότητας και δημοκρατίας με την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών.
Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι.
Η χώρα και ο ελληνικός λαός πέρασαν από τον εθνικό διχασμό που ανατρέχει πίσω στον εμφύλιο πόλεμο, στην δημοκρατική ομαλότητα.
Περάσαμε από το κράτος των εθνικοφρόνων και την διαίρεση, στο κράτος δικαίου και τις εγγυήσεις της πολιτικής ελευθερίας.
Ήταν ακριβώς αυτή, η πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας για το νέο ελληνικό κράτος, που πυροδότησε 42 χρόνια πριν, μια μεγάλη και μακρόπνοη λαϊκή κινητοποίηση για την ανασύσταση και την επαναθεμελίωση όλων των δημοκρατικών θεσμών.
Από την κατάργηση της βασιλείας μέχρι την οικοδόμηση του κοινοβουλευτισμού και από τις εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών μέχρι την αναγνώριση νέων κοινωνικών δικαιωμάτων.
Από την νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, μέχρι τις εγγυήσεις, για την προστασία των πολιτών από το μακρύ χέρι του κράτους.
Ήταν η περίοδος της αισιοδοξίας που απελευθέρωσε το ζωντανό δυναμικό της ελληνικής κοινωνίας και του λαού.
Δυναμικό που για χρόνια είχε αποκλειστεί στο σκοτάδι της καταστολής και του αστυνομικού κράτους.
Και η απελευθέρωση αυτή συμπαρέσυρε τότε την κοινωνική πλειοψηφία.
Κατάργησε τις παλιές αντιθέσεις και δημιούργησε νέες.
Με τη δικαίωση του αιτήματος για δημοκρατία και ελευθερία ήταν το κοινωνικό ζήτημα, η αντιπαράθεση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, που πήρε τα πρωτεία της πολιτικής σύγκρουσης.
Η Ελλάδα τελικά ευθυγραμμίστηκε με τις πολιτικές συγκρούσεις που κυριαρχούσαν στο σύνολο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.
Όμως η διαδικασία της μεταπολίτευσης, όπως και κάθε κοινωνική διαδικασία υπήρξε αντιφατική.

Δεν χαρακτηρίστηκε μόνο από την έξαρση της λαϊκής συμμετοχής και τις παρεμβάσεις του λαϊκού παράγοντα.
Με το πέρασμα των ετών διαμορφώθηκαν νέοι πολιτικοί συσχετισμοί και νέα σημεία ισορροπίας του πολιτικού συστήματος.
Ήδη, από το 1981, ο δικομματισμός, που έμελλε να κυριαρχήσει για μια ολόκληρη 30ετία, είχε λάβει τα βασικά του χαρακτηριστικά.
Με το πέρασμα των ετών η μεταπολίτευση έχασε σιγά-σιγά τη δυναμική της.
Η δημοκρατία, από αίτημα και διεκδίκηση, μετατράπηκε σε κάτι που το θεωρούμε δεδομένο. Σαν ένα παλιό έπιπλο που είναι πάντα εκεί και δεν του δίνουμε πλέον σημασία.
Οι κοινωνικοί αγώνες μετατράπηκαν σε αντιπαραθέσεις, πολλές φορές για την συντεχνιακή κατοχύρωση εγωιστικών συμφερόντων.
Η διαμάχη για το τι συνιστά το κοινό καλό, υποχώρησε και τη θέση της πήρε η για πάσα χρήση επίκληση ενός αόριστου και απροσδιόριστου δημόσιου συμφέροντος.
Ενός δημόσιου συμφέροντος που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει, πολλές φορές, τις πιο ετερόκλητες και συχνά άδικες αποφάσεις της εκάστοτε εξουσίας.
Οι βασικές πολιτικές και ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης έδωσαν τη θέση τους στην τεχνοκρατική ιδεολογία.
Στην ιδεολογία που αποδέχεται ότι οι λύσεις των κοινωνικών προβλημάτων δεν μπορούν να αποτελούν θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης, ή οργανωμένης συμμετοχικής διαβούλευσης όλων των πολιτών.
Μια ιδεολογία που αποδέχεται ότι οι εκάστοτε λύσεις στα κοινωνικά αυτά προβλήματα, δεν προσδιορίζονται από τη θέση του καθενός μέσα στην κοινωνική ιεραρχία.
Για αυτή την αριστοκρατική ιδεολογία δεν υπάρχουν πολλές και διαφορετικές λύσεις, ανάλογα με τα συμφέροντα που θέλει ο καθένας να εξυπηρετηθούν.
Αντίθετα, η σωστή απάντηση βρίσκεται κάπου εκεί έξω, στην ίδια την πραγματικότητα που ανακηρύσσεται μια, ενιαία και αδιαίρετη.
Άρα στόχος της πολιτικής και του πολιτικού συστήματος σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, είναι να βρεθεί ο ικανότερος τεχνοκράτης που θα ανακαλύψει τη μια και μόνη ορθή απάντηση.
Ο ικανότερος διαχειριστής που θα μπορεί να αντιληφθεί το δεδομένο και να τακτοποιήσει το οικονομικό νοικοκυριό, σύμφωνα με τους δήθεν φυσικούς νόμους. Τους νόμους, δηλαδή, της ελεύθερης αγοράς.

Αγαπητές φίλες και φίλοι
42 χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στο τόπο μας, ο κύκλος αυτός της μεταπολίτευσης κλείνει, έχοντας χαρίσει μια ανεκτίμητη και μακρά περίοδο κοινωνικής ειρήνης και δημιουργίας, αλλά έχοντας αφήσει και ένα κράτος με μεγάλες παθογένειες, που η κρίση και η συνακόλουθη επιτροπεία των μνημονίων, όχι μόνο δεν άμβλυναν αλλά τις μεγέθυναν απελπιστικά.
Το κράτος της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, του πελατειασμού και της γενικευμένης φοροδιαφυγής, της υπερίσχυσης, τελικά, του στενού ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινού καλού, είναι ορισμένες από τις γνωστές σε όλους παθογένειες, που μεγεθύνθηκαν στα χρόνια της κρίσης..
Με μια φράση θα το πω:
Η οικονομική κρίση ήταν τελικά το αποτέλεσμα της ήττας της μεταπολίτευσης. Όχι της κατίσχυσής της, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι εκπρόσωποι του παλιού πολιτικού συστήματος, σε αγαστή συνεργασία και συμμαχία με την τεχνοκρατική ελίτ.
Το ερώτημα λοιπόν, πάντοτε το ίδιο, προβάλλει αμείλικτο:
Τι να κάνουμε;
Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι η εθνική αναδίπλωση, όπως βλέπουμε να επιχειρείται σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Ούτε η αναπόληση ενός μακρινού και ανεπίστρεπτου παρελθόντος.
Ούτε όμως και η κενή περιεχομένου επίκληση της καινοτομίας, για να συγκαλυφθεί η επιθυμία να συνεχίσουμε σαν να μην συνέβη τίποτα.
Η απάντηση στα σημερινά προβλήματα, στις νέες προκλήσεις και την νέα πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε την τελευταία εξαετία, δεν μπορεί παρά να είναι το πέρασμα σε μια Νέα Μεταπολίτευση.
Γιατί πρέπει, όλοι μας, να παραδεχτούμε ότι η οικονομική κρίση και η μνημονιακή επιτροπεία έκλεισαν βίαια τον κύκλο που άνοιξε 42 χρόνια πριν.
Ανέδειξαν τις παθογένειες και τα αδιέξοδα του παλιού πολιτικού συστήματος.
Σάρωσαν τα ίδια τα θεμέλια του δικομματισμού και των κοινωνικών του εκπροσωπήσεων.
Και έφεραν στο προσκήνιο το λαϊκό αίτημα για πραγματική δημοκρατία με τις μεγάλες κινητοποιήσεις των πλατειών πριν από λίγα χρόνια.
Διαμόρφωσαν έτσι νέες πολιτικές εκπροσωπήσεις και νέες κοινωνικές διαιρέσεις.
Θα έλεγε κανείς ότι, μόλα ταύτα, δημιούργησαν δηλαδή μια ευκαιρία.
Μια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα.
Για την επαναθεμελίωση της δημοκρατίας, την διεύρυνση των ελευθεριών και της λαϊκής παρέμβασης.
Για την ενίσχυση των κοινοβουλευτικών θεσμών, πέρα και έξω από τις δουλείες του πελατειακού κράτους και των μηχανισμών του.
Για την αποτελεσματική προστασία και διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων σε μια κοινωνία που έχει δεχτεί αλλεπάλληλα χτυπήματα από την πολιτική της λιτότητας.
Αλλά και για την οικοδόμηση νέων θεσμών λαϊκής συμμετοχής και διαβούλευσης που θα παράξουν από την αρχή την έννοια του κοινού συμφέροντος, του κοινού καλού.
Γιατί το κοινό καλό δεν είναι κάτι δεδομένο από τα πριν.
Αντίθετα, παράγεται καθημερινά και ο ορισμός του εξαρτάται άμεσα από τον δημόσιο διάλογο και από τους ίδιους τους θεσμούς, μέσα στους οποίους συντελείται αυτή η διαρκής διαβούλευση.
Αυτή την ευκαιρία επομένως, δεν μας επιτρέπεται σήμερα να την αφήσουμε να χαθεί.
Είμαστε πολιτικά και ηθικά υποχρεωμένοι να την αξιοποιήσουμε.
Στις προηγούμενες εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη, λάβαμε από τον ελληνικό λαό την εντολή: Να τελειώνουμε με το παλιό.
Να αφήσουμε πίσω όλα όσα χρεοκόπησαν την Ελλάδα.
Να αφήσουμε πίσω όλα αυτά που οδήγησαν στην πολιτική και οικονομική χρεοκοπία.
Γιατί, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική.
Είναι, κυρίως, θα έλεγα, το αποτέλεσμα μιας ηθικής και πολιτικής παρακμής.
Το ζητούμενο, λοιπόν, σήμερα, για παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει την πολιτική ανασυγκρότηση της χώρας.
Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος για την οικονομική και ηθική χρεοκοπία, είναι τεράστιες.
Και ο μόνος τρόπος για να βγούμε από την κρίση, είναι να τελειώνουμε με το παλιό.
Να τελειώσουμε με αυτά που μας έφτασαν έως εδώ.
Και πρώτα από όλα, να αλλάξουμε αυτό το κράτος.
Να ξεπεράσουμε τις παθογένειες που μας κρατάνε κολλημένους στη μιζέρια της διαπλοκής, της διαφθοράς, της γραφειοκρατίας, που παράγουν κοινωνική αδικία, κοινωνικό αποκλεισμό και ανισότητες.
Αυτή την πάνδημη απαίτηση του λαού μας και ταυτόχρονα την ξεκάθαρη εντολή του, καμιά κυβέρνηση δε μπορεί να την υπηρετήσει, από μόνη της, αν δεν έχει σύμμαχό της τους ίδιους τους πολίτες, τον ίδιο το λαό.
Θέλω σήμερα, από εδώ, από τη Βουλή των Ελλήνων, το ναό της Δημοκρατίας, να σας καλέσω όλες και όλους, όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου και, πρώτα απ’ όλα, να καλέσω τους ίδιους τους πολίτες, τον ίδιο το λαό, σε έναν ευρύ, ανοικτό και γόνιμο διάλογο για ένα νέο Σύνταγμα που θα σηματοδοτήσει το πέρασμα σε μια νέα εποχή, την νέα μεταπολίτευση .
Για το Σύνταγμα που θα οδηγήσει σε μια νέα Ελλάδα.
Την Ελλάδα του 2021.
Έτσι, ώστε στα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση, στην αυγή της τρίτης εκατονταετίας του ελληνικού κράτους, να μπορέσουμε να πούμε επιτέλους ότι έχει ανοίξει ο δρόμος για μια αξιοβίωτη ζωή για όλους τους πολίτες.
Για μια κοινωνία ευημερίας, δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας.
Για μια Πολιτεία δημοκρατίας και αξιοπρέπειας.
Φίλες και φίλοι,
Κυρίες και Κύριοι,
Ανέφερα πριν από λίγο ότι, όση σημασία έχει το περιεχόμενο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, άλλη τόση, ίσως και περισσότερη, έχει η διαδικασία μέσα από την οποία θα φτάσουμε σε αυτήν.
Γιατί η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει ο προϊδεασμός και η πρόβα για τις μεγάλες δημοκρατικές αλλαγές που το Σύνταγμα του 21ου αιώνα προωθεί.
Ο συντηρητικός κόσμος, το παλιό πολιτικό σύστημα, αλλά και η τεχνοκρατική ελίτ, θέλουν να περιορίσουν την διαδικασία της αναθεώρησης στα στενά πλαίσια του Κοινοβουλίου.
Να την μετατρέψουν σε μια τεχνική συζήτηση, μεταξύ ειδικών, για την διευθέτηση και απάντηση των μεγάλων ερωτημάτων της νέας εποχής χωρίς την ενεργό συμμετοχή των πολιτών.
Ο φόβος απέναντι στη λαϊκή κρίση, ο φόβος για την κοινωνία, τις διαιρέσεις, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις της, ο φόβος για την ίδια την δημιουργική διαβούλευση μεταξύ όλων, χαρακτηριστικό μιας αριστοκρατικής αντίληψης, δεν αντικατοπτρίζεται μόνο στο περιεχόμενο των επιμέρους προτάσεων τους.
Επιβεβαιώνεται και στην αντίληψη τους για το ποιος δικαιούται να εκφράζει γνώμη, να διαφωνεί και να συμφωνεί, να συνδιαμορφώνει αυτό το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η δική μας αντίληψη βρίσκεται στον αντίποδα.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν έχει νόημα μόνο ως αποτέλεσμα και ως κοινοβουλευτική διαδικασία.
Αντίθετα, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το εργαστήριο για την διαμόρφωση της πολιτικής κρίσης των ίδιων των πολιτών, που θα αντανακλάται στο περιεχόμενο των προτάσεων τους.
Γιατί η σύνταξη της πολιτείας, η συγκρότηση της πολιτείας γίνεται από το λαό για τον λαό και με τον λαό.
Όχι ερήμην του.
Στη πραγματικότητα απευθύνουμε σήμερα κάλεσμα σε όλους τους πολίτες για μια επανάσταση της δημοκρατίας στον τόπο μας.
Για πρώτη φορά.
Από το Λαό με το Λαό, για το Λαό να ορίσουμε το Νέο μας Σύνταγμα.
Για πρώτη φορά.
Να αποφασίσουμε, όλοι μαζί ποιά Ελλάδα θέλουμε.
Γιατί, το μεγάλο θέμα, ο μεγάλος γρίφος της πολιτικής, είναι με ποιους θεσμούς, με ποιες διαδικασίες, με ποιους μηχανισμούς μπορεί να εξασφαλιστεί αποτελεσματικά η δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των πολιτών αλλά και του πολιτικού συστήματος, ο σεβασμός των δικαιωμάτων και των συνταγματικών εγγυήσεων.
Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με τον αποκλεισμό της δημοκρατικής διαβούλευσης και συμμετοχής.
Αλλά μόνο με την διεύρυνση της.
Και αυτή η επανάσταση δημοκρατίας, σε τίποτα δεν παραβιάζει, όπως κάποιοι ενδεχομένως θα σπεύσουν να πουν, το άρθρο 110 του Συντάγματος που ορίζει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις για την αναθεωρητική διαδικασία.
Αντίθετα η αντίληψη αυτή κινούμενη απολύτως μέσα στο πνεύμα των συνταγματικών επιταγών, διευρύνει και εξασφαλίζει την λαϊκή νομιμοποίηση της.
Διότι ο ρόλος των πολιτών δεν είναι απλώς να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν εμμέσως με την ψήφο τους το περιεχόμενο μιας αναθεώρησης.
Σύμφωνα με την δική μας αντίληψη ο ρόλος τους είναι κύριος και στην ίδια την διαμόρφωση των προτάσεων.
Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να θυμηθώ την ειρωνική αποστροφή του Ρουσσώ για την αγγλική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Σας θυμίζω το απόσπασμα από το Κοινωνικό Συμβόλαιο:
Λέει λοιπόν ο Ρουσσώ: «Ο αγγλικός λαός θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο. Αλλά κάνει λάθος. Είναι ελεύθερος μόνο όταν εκλέγει τα μέλη του Κοινοβουλίου. Μόλις αυτά εκλεγούν, η σκλαβιά επανέρχεται.»
Θέλουμε λοιπόν μια διαδικασία που θα εμπλέκει, θα οργανώνει, θα κινητοποιεί τους πολίτες.
Μια διαδικασία ενεργού συμμετοχής των πολιτών και όχι μια διαδικασία περιορισμένη στους τέσσερις τοίχους της Ολομέλειας της Βουλής.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό, το Σεπτέμβριο θα ανακοινωθεί η σύνθεση μιας οργανωτικής επιτροπής που θα αναλάβει την διεξαγωγή μιας πλατιάς, ανοιχτής διαδικασίας διαλόγου σε πανεθνική κλίμακα.
Στόχος μας είναι, σε πρώτη φάση, να διοργανωθούν συζητήσεις για την αναθεώρηση σε όλους τους δήμους της χώρας, με τη συμμετοχή επιστημονικών και κοινωνικών φορέων, κινήσεων πολιτών και συλλογικοτήτων, αλλά και μεμονωμένων πολιτών.
Και σε αυτή την προσπάθεια προσβλέπουμε στην βοήθεια και τη στήριξη από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Σε δεύτερη φάση, τα συμπεράσματα από την δημόσια αυτή συζήτηση θέλουμε να συγκεντρωθούν με την διοργάνωση 13 συνελεύσεων σε κάθε περιφέρεια της χώρας.
Και καθόλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ευελπιστούμε ότι θα καταφέρουμε να διοργανώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες εκδηλώσεις θεματικής διαβούλευσης, είτε με πρωτοβουλία της ίδιας της Οργανωτικής Επιτροπής, είτε με πρωτοβουλία από Κινήσεις Πολιτών, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών.
Ο διάλογος αυτός, δεν μπορεί παρά να λάβει και ακόμη ευρύτερες διαστάσεις, μέσα από την δημιουργία ειδικής ιστοσελίδας ελεύθερης πρόσβασης προς όλους, όπου όλοι οι πολίτες θα έχουν την δυνατότητα να καταθέσουν τις προτάσεις τους, τις συμφωνίες και τις αντιρρήσεις τους.
Μετά το τέλος της μεγάλης αυτής διαβούλευσης, την Άνοιξη του 2017, η Οργανωτική Επιτροπή θα συγκεντρώσει τα αποτελέσματα του διαλόγου και θα παραδώσει την έκθεσή της σε όλα τα πολιτικά κόμματα, που από κει και πέρα θα πάρουν την σκυτάλη για να εκκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία, όπως ακριβώς ορίζεται από το άρθρο 110 του Συντάγματος και τον κανονισμό της Βουλής.
Στο πλαίσιο αυτής ακριβώς της πρωτόγνωρης, για τα ελληνικά δεδομένα, διαδικασίας διαβούλευσης, είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν γόνιμες αντιπαραθέσεις απόψεων, νέες προτάσεις και σκέψεις που θα βαθύνουν το δημόσιο διάλογο αλλά και μεγάλα πολιτικά διλήμματα.
Ας μη φοβηθούμε τα διλλήματα, ας τολμήσουμε τις απαντήσεις σε αυτά, ας αφουγκραστούμε τη βούληση των πολιτών πάνω σε αυτά.
Φίλες και Φίλοι,
Οι Προτάσεις που σήμερα καταθέτω στην επίσημη έναρξη αυτής της διαδικασίας διαβούλευσης, έχουν στόχο να πυροδοτήσουν ένα γόνιμο διάλογο.
Υπηρετούν όμως έναν συγκεκριμένο στόχο, ένα νέο όραμα για την Ελλάδα.
Μέσα απο το Νέο σύνταγμα η Δημοκρατία πρέπει να γίνει το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα.
Η Δημοκρατία να συμβολίζει την παγκόσμια ταυτότητα και την εικόνα της χώρας.
Με βάση τις αξίες της Δημοκρατίας και της δικαιοσύνης να ξεκινήσει και μια νέα εποχή ανάπτυξης για τη χώρας. Δίκαιης Ανάπτυξης, όπου δεν θα ευημερούν μόνο οι αριθμοί ,αλλά κυρίως οι άνθρωποι.
Και οι προτάσεις αυτές δεν μπορούν παρά να συνδέονται και να αντιστοιχούν με όλα όσα ανέπτυξα παραπάνω, για την αξία της δημοκρατικής συμμετοχής και την ανάγκη για διεύρυνση της εμπλοκής των πολιτών στη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων.
Με την αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων, ώστε το Κοινοβούλιο να αντανακλά τους πραγματικούς πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς.
Με την ανάγκη για διαρκή και αποτελεσματικό έλεγχο της εκάστοτε Κυβέρνησης καθ΄ όλη τη διάρκεια της θητείας της.
Με τη δυνατότητα του Κοινοβουλίου να ασκεί πραγματικά την νομοθετική εξουσία.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό και με στόχο να εξυπηρετηθούν αποτελεσματικά όλοι οι παραπάνω σκοποί, καταθέτω ευθύς αμέσως στο δημόσιο διάλογο, μια δέσμη αλληλοσυνδεόμενων μεταρρυθμίσεων στην αρχιτεκτονική του Πολιτεύματος, που αποτελούν τον πρώτο άξονα της πρότασης για την αναθεώρηση.
Όπως όλοι γνωρίζετε τη περασμένη Πέμπτη, η Απλή Αναλογική έγινε νόμος του Κράτους.
Πρόκειται για μια μεγάλη θεσμική τομή για το πολιτικό σύστημα.
Η Απλή Αναλογική θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές και η Βουλή που θα προκύψει τότε, θα υπόκειται στις ρυθμίσεις ενός Νέου Συντάγματος.
Μέριμνά μας πρέπει να είναι το Νέο Σύνταγμα να διαμορφώνει τους όρους μιας εύρυθμης και γόνιμης πολιτικής λειτουργίας, στα πλαίσια ενός εκλογικού συστήματος που κατοχυρώνει την αρχή της ισοτιμίας της ψήφου.
Το πρώτο μέτρο, λοιπόν, των προτάσεών μας για την Αναθεώρηση, είναι η συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής.
Το δεύτερο μέτρο, ως συμπλήρωμα και αντίβαρο γόνιμης εφαρμογής, παγίως, εκλογικών συστημάτων απλής αναλογικής, είναι η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας.
Η υποχρέωση, δηλαδή, η πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης, να συνοδεύεται και από πρόταση, βιώσιμη, για νέα κυβέρνηση και για νέο Πρωθυπουργό.
Πράγμα που εξυπηρετεί τον σκοπό της κυβερνητικής σταθερότητας.
Στόχος της πρότασης μας είναι, όπως ανέφερα, η εμβάθυνση της δημοκρατίας και του ρόλου του λαϊκού παράγοντα σε κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής, καθώς και της λαϊκής ετυμηγορίας στη διαμόρφωση των πολιτικών εξελίξεων.
Σε αυτή την κατεύθυνση προτείνουμε τόσο τη δυνατότητα άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από το εκλογικό σώμα, όσο και τη δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων για κρίσιμα ζητήματα με λαϊκή πρωτοβουλία.
Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προτείνουμε τη δυνατότητα εκλογής του από το Κοινοβούλιο, μόνο αν εξασφαλίζεται η μέγιστη συναίνεση των δύο τρίτων της Βουλής στο πρόσωπό του.
Διερεύνηση που πρέπει να εξαντλείται σε δύο διαδοχικές ψηφοφορίες.
Αν αποβούν άκαρπες, τότε η τρίτη ψηφοφορία θα ανήκει στο εκλογικό σώμα, που θα αποφασίζει την εκλογή του Προέδρου με καθολική ψηφοφορία, που θα διεξάγεται ανάμεσα στους δύο πλειοψηφήσαντες υποψηφίους της τελευταίας ψηφοφορίας στο Κοινοβούλιο.
Ανοίγουμε λοιπόν τη συζήτηση για τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και, παράλληλα, ανοίγουμε και τη συζήτηση για τις αρμοδιότητές του.
Προτείνοντας μια λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του.
Με στόχο να ενισχύσουμε τον ρυθμιστικό, σταθεροποιητικό και εγγυητικό του ρόλο, αλλά και για να εμπλέξουμε, όποτε είναι αναγκαίο, τον ίδιο τον λαό στη διαδικασία της εκλογής του, χωρίς όμως να διακόπτεται η θητεία της κυβέρνησης και να διαλύεται η Βουλή.
Και η λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων μπορεί να ενισχύσει τον ρυθμιστικό ρόλο του Προέδρου, χωρίς να αγγίζεται ο πυρήνας του Πολιτεύματος.
Για παράδειγμα:
Το δικαίωμα του Προέδρου να απευθύνεται στη Βουλή για σπουδαίο λόγο.
Να συγκαλεί το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών.
Αλλά και να παραπέμπει ψηφισμένο νόμο σε ειδικό γνωμοδοτικό όργανο, αποτελούμενο αποκλειστικά από δικαστές, για να κρίνει επί της συνταγματικότητας του – κατά τον τρόπο που ειδική σύνθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας γνωμοδοτεί για τα Προεδρικά Διατάγματα.
Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο ενίσχυσης του αποφασιστικού και ελεγκτικού ρόλου του Κοινοβουλίου, προτείνουμε να θεσμοθετήσουμε πρώτον τις θητείες για τους Βουλευτές, έτσι ώστε κανένας Βουλευτής να μην μπορεί να εκλέγεται για πάνω από δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές περιόδους, ή για οκτώ συνεχόμενα έτη.
Και δεύτερον, την υποχρέωση, Πρωθυπουργός, εκτός φυσικά των υπηρεσιακών, να ορίζεται αποκλειστικά αιρετός από το λαό, δηλαδή μόνο εν ενεργεία Βουλευτής.
Και εδώ βρισκόμαστε στον αντίποδα προτάσεων που αποθεώνουν τους τεχνοκράτες Πρωθυπουργούς αλλά και τους τεχνοκράτες Υπουργούς.
Λες και η βάσανος της λαϊκής κρίσης αποτελεί μειονέκτημα και όχι πλεονέκτημα για τα μέλη μιας κυβέρνησης.
Έρχομαι τώρα στον δεύτερο άξονα των προτάσεών μας για το Νέο Σύνταγμα, που αφορά την ενίσχυση των θεσμών άμεσης δημοκρατίας για την αξία της οποίας έχω ήδη μιλήσει αναλυτικά.
Αναφέρθηκα πιο πριν στη λαϊκή πρωτοβουλία για διενέργεια δημοψηφισμάτων.
Πιο συγκεκριμένα προτείνουμε :
Την υποχρέωση κύρωσης, μόνο με δημοψήφισμα, οποιασδήποτε Συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους.
Τη δυνατότητα διενέργειας Δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία και συλλογή άνω των 500.000 υπογραφών πολιτών για εθνικά θέματα.
Τη δυνατότητα διενέργειας Δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία και συλλογή άνω του 1 εκατομμυρίου υπογραφών, για ψηφισμένο νόμο, με εξαίρεση, βεβαίως, νόμους που αφορούν τα δημοσιονομικά ζητήματα.
Αλλά και τη δυνατότητα διενέργειας Δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία και συλλογή άνω του 1 εκατομμυρίου υπογραφών για νομοθετική πρωτοβουλία από τους ίδιους τους πολίτες.
Γνωρίζω καλά τους φόβους και τους ενδοιασμούς για τέτοιες τολμηρές προτάσεις.
Και αυτοί προέρχονται όχι μόνον από τον συντηρητικό χώρο.
Ο φόβος της λαϊκής κρίσης, ο φόβος της πολιτικής σύγκρουσης, ο φόβος για τη δημοκρατία.
Πιστεύω όμως, βαθιά, ότι είναι καιρός να αφήσουμε στην άκρη τον φόβο απέναντι στη λαϊκή κρίση και να εμπιστευτούμε πραγματικά τη δημοκρατία στον τόπο μας, να εμπιστευτούμε πραγματικά τον λαό, ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι δεν είναι αλάνθαστος.
Ο τρίτος άξονας της πρότασης αφορά την ενίσχυση του κράτους δικαίου.
Στόχος μας εδώ είναι να εξασφαλίσουμε την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της ταχύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης, της ασφάλειας δικαίου αλλά και του σεβασμού των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Σε ό,τι αφορά τον συνταγματικό έλεγχο – και επειδή πολύς λόγος έχει γίνει για την συγκρότηση Συνταγματικού δικαστηρίου που θα αντικαταστήσει τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα συνταγματικό έλεγχο των δικαστηρίων κάθε βαθμού:
Εδώ χρειάζεται προσοχή και σε βάθος συζήτηση.
Διότι δεν μπορούμε να μετατρέψουμε τον δικαστή σε νομοθέτη.
Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για ασφάλεια δικαίου αλλά και για ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, σε έναν κόσμο που διαρκώς μετασχηματίζεται.
Πρέπει, λοιπόν, να βρεθεί η χρυσή τομή.
Και νομίζω ότι η θεσμοθέτηση ενός Ειδικού γνωμοδοτικού οργάνου, αποτελούμενου αποκλειστικά από δικαστές των Ανώτατων Δικαστηρίων, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά από πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ή της Κυβέρνησης, ή 120 Βουλευτών, θα γνωμοδοτεί επί ψηφισμένου νομοσχεδίου εντός συντομότατης μάλιστα προθεσμίας, βρίσκει το απαιτούμενο σημείο ισορροπίας μεταξύ των αρχών που θέλουμε να υπηρετήσουμε.
Εξάλλου η εμπειρία από το αντίστοιχο όργανο που γνωμοδοτεί επί των Προεδρικών Διαταγμάτων είναι περισσότερο από θετική.
Ενίσχυση, όμως, του Κράτους Δικαίου σημαίνει και απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ των πολιτών.
Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ρυθμίσεις που έχουν μετατρέψει Υπουργούς και Βουλευτές σε κάστα που απολαμβάνει ειδικά προνόμια και λειτουργεί ανεξέλεγκτα.
Είναι λοιπόν κάτι περισσότερο από αναγκαίο να καταργηθεί το ακατανόητο προνόμιο της ασυλίας και οι Βουλευτές να αντιμετωπίζονται ποινικά, όπως κάθε πολίτης, με την πιθανή, ενδεχομένως, εξαίρεση για αδικήματα που σχετίζονται άμεσα με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μελών της εθνικής αντιπροσωπείας.
Και πάνω από όλα είναι ανάγκη να τροποποιηθεί ριζικά η διάταξη που ρυθμίζει τα περί της ευθύνης των Υπουργών.
Η κατάπτυστη αυτή ρύθμιση που θέσπισε στην πραγματικότητα το ακαταδίωκτό τους, με την ειδική πρόβλεψη για την σύντομη παραγραφή των αδικημάτων των Υπουργών και πρώην Υπουργών.
Αλλά εδώ, νομίζω, παραβιάζω ανοικτές πόρτες καθώς ακόμη και οι εισηγητές της ρύθμισης αυτής στην αναθεώρηση του 2001 έχουν κατανοήσει το τραγικό τους λάθος.
Αν ήταν βέβαια λάθος και όχι μια συνειδητή επιλογή