Αποδυνάμωση δικαιώματος στο εμπορικό σήμα επιχείρησης

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Ένα ενδιαφέρον ζήτημα, αυτό της αποδυνάμωσης του δικαιώματος επί εμπορικού σήματος και άλλων διακριτικών γνωρισμάτων απασχόλησε το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω απόφαση του απέρριψε αίτηση αναίρεσης εμπορικής εταιρείας, κατά απόφασης Εφετείου, η οποία έκανε δεκτές αγωγές σε βάρος άλλης εταιρείας για παράλειψη χρήσης εμπορικού σήματος επί συγκεκριμένων προϊόντων, απορρίπτοντας ένσταση καταχρηστικής άσκησης των αγωγών, λόγω αποδυνάμωσης του σχετικού δικαιώματος, που είχε προβάλλει η εναγόμενη εταιρεία, καθώς ισχυρίζονταν ότι, η ενάγουσα γνώριζε τουλάχιστον επί πενταετία την παράλληλη κυκλοφορία στην αγορά και των αντίστοιχων προϊόντων της με όμοιο σήμα, χωρίς να έχει διαμαρτυρηθεί.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση κρίθηκαν τα εξής:

Κατά το άρθρο 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός, ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, ή του δικαιοπαρόχου του, που προηγήθηκε της άσκησης του  δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου συνετού κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν, δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι, τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκηση του, να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη,, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο – και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής -, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι, δεν υπάρχει το δικαίωμα, ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια, ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης, να προκαλεί αφόρητες  ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλές δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 8/2001, 7/2002, 33/2005). Γίνεται δηλαδή σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα, που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, ΑΠ 1507/2011).

Κατά την έννοια αυτή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος οφείλεται ειδικότερα στην αποδυνάμωση του, η οποία είναι ασφαλώς νοητή και όταν πρόκειται για δικαίωμα στο σήμα .Έτσι το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκηση του είναι πλέον καταχρηστική, κατά το άρθρο 281ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε και ειδικέ περιστάσεις, από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν, η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας  στον αντιποιούμενο το σήμα ότι, ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του, αφετέρου δε, η δημιουργία κατάστασης άξια προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει  δυσμενείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα.

Ωστόσο, την συνδρομή τέτοιων ειδικών περιστάσεων για την αποδυνάμωση του σήματος δεν απαιτεί η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 (β) του Ν.2239/1994, που ορίζει ότι, μεταγενέστερο σήμα δεν διαγράφεται, εκτός άλλων, εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ανέχθηκε εν γνώσει του την χρήση του μεταγενέστερου σήματος, για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν, η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί μερική μόνο μεταφορά στο Ελληνικό δίκαιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21/12/1988, χαρακτηρίζεται ως ένσταση ανοχής και αποτελεί έκφανση της αποδυνάμωσης του δικαιώματος στο σήμα, η οποία επέρχεται χωρίς την συνδρομή  των εν γένει προϋποθέσεων, που απαιτεί η εφαρμογή του άρθρου 281ΑΚ, αφού αρκεί πενταετής από μέρους του δικαιούχου του μεταγενέστερου σήματος, αδιάλειπτη χρήση του, στην οποία πρέπει να αντιστοιχεί ισόχρονη αδράνεια από μέρους του δικαιούχου του προγενέστερου σήματος. Η πάροδος δηλαδή της κρίσιμης πενταετίας δημιουργεί  αμάχητο τεκμήριο αποδυνάμωσης του προγενέστερου σήματος, έναντι του δικαιούχου του μεταγενέστερου σήματος, που εμποδίζει πλέον την διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος, υπό την έννοια ότι, έκτοτε τα δύο σήματα συνυπάρχον στην αγορά.

Παρέπεται ότι, ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος είναι έκτοτε υποχρεωμένος να ανεχθεί την προσβολή του σήματος του, που συνεπάγεται η χρήση του μεταγενέστερου σήματος, ή και άλλων σημείων εν είδη σήματος, εφόσον κατά την ίδια πενταετία ανέχθηκε αδιαμαρτύρητα εν γνώσει του τη συνεχή χρήση τους από μέρους τρίτων. Η ερμηνεία αυτή είναι άλλωστε σύμφωνη με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της παραπάνω Κοινοτικής Οδηγίας, κατά την οποία, όταν σε ένα κράτος μέλος  ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ανέχθηκε εν γνώσει του, για περίοδο πέντε συνεχών ετών, την χρήση μεταγενέστερου σήματος, καταχωρημένου στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν δικαιούται πλέον, βάση του προγενέστερου σήματος, να ζητήσει την ακύρωση, ούτε να αντιταχθεί στην χρήση του μεταγενέστερου σήματος, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες , για τις οποίες το μεταγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος ήταν κακόπιστη.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα στο σήμα δεν αποκλείεται να αποδυναμωθεί και πριν από τη συμπλήρωση της παραπάνω κρίσιμη πενταετίας, αν η αδράνεια του δικαιούχου να αντιδράσει στην, γνωστή σε αυτόν, προσβολή του σήματος του, εκ μέρους άλλων είχε ως συνέπεια τη δημιουργία σε συντομότερο χρόνο των ειδικών εκείνων συνθηκών, που καθιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1724/2014 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι, αυτή αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως από την αναιρεσείουσα, ένταση αποδυνάμωσης και κατ’ επέκταση καταχρηστικής άσκησης, από την αναιρεσίβλητη του δικαιώματος της στο καταχωρημένο εμπορικό της σήμα, με συνέπεια έτσι να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας, αφού προηγουμένως έκρινε ότι, η προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση εκ του άρθρου 281ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν.2239/1994, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, μη αποδειχθείσας πενταετούς εκ μέρους της ενάγουσας, εν γνώσει της ανοχής της χρήσης του σήματος της εναγομένης και της κυκλοφορίας του προϊόντος αυτής, ακολούθως δε, μετά την απόρριψη της ένστασης δέχτηκε, ως κατ’ ουσία βάσιμες τις ένδικες αγωγές.

Κατόπιν αυτών ο Άρειος Πάγος απέρριψε την ένδικη αίτηση αναίρεσης, επικυρώνοντας την απόφαση του Εφετείου.