Ευθύνη ομόρρυθμων εταίρων

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ – ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΜΕΡΙΔΑΣ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΠ 522/2014

 

Mε πολύ ιδιαίτερα και άκρως ενδιαφέροντα ζητήματα, που αφορούν την ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων, αλλά και την ακυρότητα της μεταβίβασης της εταιρικής μερίδας σε προσωπική εταιρεία, λόγω τη μη τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, καθώς και την διατήρηση της νομικής προσωπικότητας της προσωπικής εταιρείας, μετά την λύση της και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της, ασχολήθηκε η υπ. αριθμ.522/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίνοντας επί αιτήσεως αναίρεσης, που άσκησε πρώην ομόρρυθμος εταίρος, ετερόρρυθμης εταιρείας, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης του Εφετείου, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ανακοπή της, κατά Διαταγής Πληρωμής, που είχε εκδοθεί σε βάρος της υπό την ως άνω ιδιότητα της, (ομόρρυθμης εταίρου), από τράπεζα, μετά την καταγγελία σύμβασης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχε συνάψει η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία.

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε ετερόρρυθμη εταιρεία, στην οποία ο ομόρρυθμος εταίρος και μοναδικός διαχειριστής της, μεταβίβασε (την 9-11-2001) προς την αναιρεσείουσα, ποσοστό 1% της εταιρικής του μερίδας, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιρειών του αρμοδίου τότε Πρωτοδικείου και με το οποίο, η εισερχόμενη εταίρος έλαβε την ιδιότητα της ομορρύθμου εταίρου, πλην όμως, για την ως άνω μεταβίβαση, που αποτελούσε τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης δεν συναίνεσαν όλοι οι λοιποί εταίροι, όπως προέβλεπε και σχετική διάταξη του καταστατικού της εταιρείας, με αποτέλεσμα η εταιρεία να λειτουργήσει με την συμμετοχή της ανακόπτουσας και αναιρεσείουσας εταίρου, μέχρι και την 15-10-2004, οπότε και κατατέθηκε στο αρμόδιο Πρωτοδικείο νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η μεν ανακόπτουσα εταίρος αποχώρησε από την εταιρεία, ο δε μεταβιβάσας μέρος της εταιρικής του μερίδας σε αυτήν ομόρρυθμος εταίρος αναγνώρισε την ακυρότητα της εισόδου της στην εταιρεία, λόγω της μη σύμπραξης των λοιπών εταίρων στην υπογραφή του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβίβασης εταιρικού ποσοστού σε αυτήν. Σημειώνεται δε ότι, ήδη από το έτος 1999 η ετερόρρυθμη εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με την αναιρεσίβλητη τράπεζα, στα πλαίσια δε αυτής, η πιστώτρια τράπεζα συνέχισε να χορηγεί πιστώσεις στην εταιρεία ακόμη και μετά την είσοδο στην εταιρεία της ως άνω ομόρρυθμης εταίρου, ενώ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, την 3-12-2001, ήτοι μετά την είσοδο της άνω εταίρου στην πιστούχο εταιρεία δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιρειών του αρμοδίου Πρωτοδικείου η λύση της εταιρείας και η θέση αυτής σε εκκαθάριση.

Στην συνέχεια την 29-7-2003 η πιστούχος τράπεζα κατήγγειλε την σχετική σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με οριστικό κατάλοιπο 255..049,61 Ευρώ και προέβη στη έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της πιστούχου εταιρείας και των ομορρύθμων μελών της, μεταξύ των οποίων και η ως άνω εισελθούσα στην εταιρεία νέα ομόρρυθμος εταίρος με το ποσοστό του 1%.

Η εταίρος αυτή άσκησε ανακοπή κατά της σχετικής διαταγής πληρωμής και ζήτησε την ακύρωση της, επικαλούμενη την αναδρομική ακυρότητα της υπεισέλευσης της στην εταιρεία, πλην όμως, τόσο η ανακοπή της, όσο και η κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση της απορρίφθηκαν και για τον λόγο αυτό προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, ασκώντας την εν λόγω αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας το ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε τα εξής:

Για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας προς τρίτους ευθύνονται, έναντι των δανειστών της εταιρείας, όλοι οι εταίροι με την ατομική τους περιουσία – το ίδιο και οι ομόρρυθμοι εταίροι της ετερόρρυθμης εταιρείας – , απεριορίστως και εις; ολόκληρον. Καθένας από τους δανειστές έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή  από οποιονδήποτε των ομορρύθμων εταίρων. Η ως άνω δε ρύθμιση αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο. Για της εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των εταίρων και της εταιρείας, οι εταίροι είναι καταρχήν ελεύθεροι να ρυθμίσουν με το καταστατικό το ποσοστό, με το οποίο θα συμμετέχει καθένας τους στις ζημίες της εταιρείας (οφειλές από εταιρικές υποχρεώσεις προς τρίτους), καθώς και στα κέρδη, που τυχόν θα προκύψουν από την λειτουργία της εταιρείας. Εξάλλου, η κατά την διάρκεια της εταιρικής σύμβασης συμφωνία μεταξύ των εταίρων ότι, ο  ανωτέρω περί συμμετοχής τους στις εταιρικές ζημίες, όρος, τροποποιείται και εφεξής καθένας των εταίρων θα συμμετέχει στις εταιρικές ζημίες, κατά ποσοστό διαφορετικό του προηγουμένου, αποτελεί τροποποίηση του εταιρικού καταστατικού και για αυτό υπόκειται στις περί τροποποίησης του καταστατικού, διατυπώσεις δημοσιότητας, που προβλέπονται από το νόμο, ή από την μεταξύ των εταίρων τυχόν σχετική συμφωνία ( ΑΠ 1205/2001).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361ΑΚ, 760ΑΚ και 761ΑΚ συνάγεται ότι, επί νομίμως υφισταμένης και λειτουργούσης ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας, η οποία έχει νομική προσωπικότητα, δεν αποκλείεται με κοινή συμφωνία των εταίρων, η δια μεταβιβάσεως της εταιρικής μερίδας, είσοδος νέου εταίρου στην εταιρεία, η οποία ως ενέχουσα αλλαγή του προσώπου του εταίρου, αποτελεί, όπως διαλαμβάνει το άρθρο 46 του ΕΝ, τροποποίηση της αρχικής εταιρικής σύμβασης, για την οποία απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, που προβλέπονται στα άρθρα 39.42.43 και 44  του Εμπορικού Νόμου. Στην ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία, η οποία ως νομικό πρόσωπο, είναι ο μοναδικός φορέας των εταιρικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η μεταβίβαση της εταιρικής ιδιότητας και μερίδας, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν αποτελεί παρά μεταβίβαση των από την εταιρική σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του παλαιού εταίρου προς το νέο εταίρο .Ο νόες εταίρος αποκτά, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, τα αυτά δικαιώματα που έχουν και οι λοιποί εταίροι, αναλαμβάνει δε και αντίστοιχες υποχρεώσεις, ιδίως υποχρέωση καταβολής εισφοράς. Εξάλλου, η παράλειψη της τήρησης των διατυπώσεων της δημοσιότητας, που προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία όμως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις προς τα έξω σχέσεις, σε εταιρείες που ήδη λειτούργησαν και κατήρτισαν συμβάσεις με τρίτους. Αν γινόταν δεκτή η εξ υπαρχής (ex tunc) ακυρότητα, θα έπρεπε να επιστραφούν όλες οι παροχές  και αντιπαροχές από συναλλαγές με τρίτους, πράγμα που θα δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες και ιδίως θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όλες οι πράξεις που έγιναν μέχρι την  προβολή του ελαττώματος δεν θίγονται, ότι οι εταίροι ευθύνονται για τα μέχρι τότε εταιρικά χρέη, καθώς και ότι, στις προς τα έσω σχέσεις λειτουργεί ο εταιρικός δεσμός. Η προβολή δηλαδή, ή η κήρυξη της ακυρότητας δρα μόνο για το μέλλον (en nunc).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 777ΑΚ και 778 εδ.α ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί προσωπικών εταιρειών με νομική προσωπικότητα και ορίζουν ότι, η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης και από την λύση παύει η εξουσία των διαχειριστών, καθώς και ότι, αφού λυθεί η εταιρεία η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί, ή από εκκαθαριστή που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων, προκύπτει ότι, η εταιρεία μετά την λύση της και κατά την διάρκεια της εκκαθάρισης της δεν περατώνεται, αλλά απλά μεταβάλλει σκοπό. Κατά συνέπεια, η εταιρεία, ως συμβατική σχέση εξακολουθεί να υφίσταται και κατά την διάρκεια του σταδίου της  εκκαθάρισης και εξακολουθεί να έχει και νομική προσωπικότητα. Βέβαια, η έκταση της εξουσίας των εκκαθαριστών δεν θα είναι τόσο ευρεία, όσο αυτή των διαχειριστών, αφού θα περιορίζεται μόνο στις ανάγκες της εκκαθάρισης. Και ναι μεν, στο πλαίσιο αυτό ο εκκαθαριστής  δεν μπορεί καταρχήν να συνάπτει δάνεια και να υποθηκεύει ακίνητα, με σκοπό να ενεργήσει νέες εργασίες, αλλά αν αυτό είναι αναγκαίο για την αποπεράτωση και διεκπεραίωση εργασιών, που ήταν σε εκκρεμότητα κατά την έναρξη της εκκαθάρισης, ή για την πληρωμή των εταιρικών χρεών, ο δανεισμός είναι επιτρεπτός. Βέβαια, με κοινή απόφαση όλων των εταίρων οι εκκαθαριστές μπορούν να ενεργήσουν οποιαδήποτε πράξη.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές ο Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και ειδικότερα, καθώς έκρινε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, μεταξύ της εισερχόμενης εταίρου και του μεταβιβάσαντος σε αυτή ποσοστού εταιρικού μεριδίου διαχειριστή εταίρου, συνήφθη μόνο σύμβαση παρακοινωνίας, που αφορούσε μόνο την συμμετοχή της εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες, ώστε να μην δημιουργείται καμία σχέση αυτής με την εταιρεία και συνεπώς ότι, δεν ευθύνεται έναντι της πιστώτριας τράπεζας για τα εταιρικά χρέη, καθώς κρίθηκε ότι, η σύμβαση αυτή είχε ως αληθές αντικείμενο της μεταβίβαση στην εισερχόμενη εταίρο μέρους της εταιρικής μερίδας του ομορρύθμου εταίρου και όχι απλά την σχέση παρακοινωνίας.

Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι, η μεταβίβαση μέρους της εταιρικής μερίδας στην αναιρεσείουσα συνιστούσε πράγματι τροποποίηση του καταστατικού της πιστούχου εταιρείας, για την οποία μάλιστα τηρήθηκαν και οι όροι δημοσιότητας, πλην όμως, η μη σύμπραξη των λοιπών εταίρων στην ενέργεια αυτή συνεπάγονταν την ακυρότητα, η οποία ωστόσο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις προς τα έξω σχέσεις της πιστούχου εταιρείας, που κατήρτισε συμβάσεις με τρίτους. Επίσης κρίθηκε ότι, η αναιρεσείουσα έφερε ευθύνη και για τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την εν λόγω σύμβαση, για το χρόνο και μετά την λύση και θέση της εταιρείας σε εκκαθάριση, καθώς και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης δύνανται οι εκκαθαριστές να συνάπτουν δάνεια για την αποπληρωμή χρεών της εταιρείας και την διεκπεραίωση των εργασιών της εταιρείας, όπως και πράγματι συνέβη, ενώ παράλληλα, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της πιστώτριας τράπεζας, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για χρέη που αναλήφθηκαν, μετά τη λύση της εταιρείας, καθώς κρίθηκε ότι, υπήρχε συμβατική υποχρέωση της πιστούχου εταιρείας να ενημερώσει την δανείστρια τράπεζα για κάθε μεταβολή της νομικής της κατάστασης, οπότε και η τράπεζα θα δικαιούνταν να καταγγείλει τη σύμβαση, υποχρέωση την οποία παραβίασε η πιστούχος εταιρεία και κατά συνέπεια δεν υπήρξε καταχρηστική άσκηση του επίδικου δικαιώματος .Ομοίως απορρίφθηκε και σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δήθεν, μετά τη λύση της εταιρείας, αυτή λειτούργησε ως δήθεν de facto εταιρεία, η οποία δεν είχε νομική και ουσιαστική σχέση με την πιστούχο ετερόρρυθμη εταιρεία, αφού όπως προελέχθη, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης η νομική προσωπικότητα δεν περατώνεται, αλλά απλά μεταβάλλει σκοπό.