Γνωμοδότηση Επιτροπής Ανταγωνισμού περί προστίμων

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


 
Στο υπ. αριθμ. 616Β/23-2-2018 ΦΕΚ δημοσιεύτηκε η υπ. αριθμ. 38/2018 Γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, (Ε.Α), με βάση το άρθρο 23 του Ν. 3959/2011, σχετικά με την επικείμενη, κατόπιν πρότασης νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, τροποποίηση του άρθρου 49 του Ν.3959/2011, που αφορά την επιβολή προστίμων, που επιβάλλονται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Προφανής αιτία για την επικείμενη τροποποίηση της σχετικής νομοθετικής διάταξης του άρθρου 49 του Ν.3959/2011 αποτέλεσε – όπως άλλωστε αναφέρεται και στην συνοδευτική προς την Ε.Α. επιστολή του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης -, η διαπιστωμένη χαμηλή εισπραξιμότητα των προστίμων, που επιβάλλει κατά την άσκηση της αρμοδιότητας της η Επιτροπή  Ανταγωνισμού, καθώς μέχρι σήμερα, η Εθνική νομοθεσία περί Ελεύθερου Ανταγωνισμού (Ν.3959/2011) δεν περιλαμβάνει διευκολύνσεις για την πληρωμή των ήδη επιβληθέντων προστίμων, με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (post decision claims), με αποτέλεσμα, για το εν λόγω ζήτημα να ισχύον μέχρι σήμερα οι γενικές προϋποθέσεις ρύθμισης των οφειλών προς το Δημόσιο, καθώς οι αποφάσεις της Ε.Α. αποτελούν εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις  και νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των χρηματικών κυρώσεων που επιβάλλουν και οι οποίες, μετά την τυχόν τροποποίηση τους, κατόπιν άσκησης από τους ενδιαφερόμενους των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και αίτηση Αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ), βεβαιώνονται από την Ε.Α., ως αρμόδιο όργανο και η είσπραξη τους ως δημόσιο έσοδο, πραγματοποιείται από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.3959/2011, αν η Ε.Α. μετά από σχετική έρευνα διαπιστώσει παράβαση των άρθρων 1,2 και 11 του νόμου αυτού, ή και των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ μπορεί με απόφαση της διαζευκτικά, ή σωρευτικά να επιβάλλει πρόστιμο στις επιχειρήσεις, που υπέπεσαν στην παράβαση, καθώς και να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να παύσουν την παράβαση και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον. Για τον καθορισμό δε του επιβαλλόμενου προστίμου λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα, η διάρκεια, η γεωγραφική έκταση της παράβασης, η διάρκεια και το είδος της συμμετοχής στην παραβίαση της συγκεκριμένης επιχείρησης, καθώς και το οικονομικό όφελος που αυτή αποκόμισε, ενώ σε καμία περίπτωση το επιβαλλόμενο πρόστιμο δεν μπορεί να ξεπεράσει το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης, για την χρήση, κατά την οποία έπαυσε η παράβαση, ή εφόσον αυτή συνεχίζεται μέχρι την έκδοση της απόφασης, της προηγούμενης της έκδοσης της απόφασης, χρήσης.
Λόγω δε της μέχρι σήμερα απουσίας νομοθετικής ρύθμισης για την διευκόλυνση στην πληρωμή των επιβαλλόμενων προστίμων και προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της αποτρεπτικότητας, που εξυπηρετεί η επιβολή του προστίμου, η Ε.Α. είχε δημοσιεύσει στις 12/5/2006 Ανακοίνωση – Κατευθυντήριες Γραμμές, για τον υπολογισμό των προστίμων, σύμφωνα με την οποία, η Ε.Α. καθορίζει το βασικό ποσό προστίμου για κάθε επιχείρηση, σε συνάρτηση με τα προβλεπόμενα, κάθε φορά, στο νόμο κριτήρια, στην συνέχεια δε και εφόσον το κρίνει σκόπιμο προσαυξάνει, ή μειώνει το βασικό ποσό, ανάλογα με το αν συντρέχουν επιβαρυντικές, ή ελαφρυντικές περιστάσεις. Αντίστοιχα δε και με κριτήριο πρωτίστως τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του προστίμου, έκριναν αυστηρά σχετικά με τον περιορισμό του ποσού των επιβαλλομένων προστίμων και τα Διοικητικά Δικαστήρια, ενώ με την υπ. αριθμ. 1605/2017, πρόσφατη απόφαση του, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι, η αρχή της αποτρεπτικότητας επιτάσσει ιδίως την επιμέτρηση της ποινής για παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού σε τέτοιο ύψος, το οποίο να είναι καθ’ εαυτό εξαιρετικά επώδυνο για την επιχείρηση, ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις χωρεί μείωση του προστίμου, για λόγους επιείκειας, όταν ο προσδιορισμός και η επιβολή του στο προσήκον μέτρο θα είχε ως συνέπεια την πλήρη ουσιαστικά απαξίωση της επιχείρησης, όταν δηλαδή η καταβολή του προστίμου θα είχε αυτή και μόνη ως συνέπεια την θέση της επιχείρησης σε κατάσταση στάσεως πληρωμών, μη δεκτική αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης, την εκποίηση του ενεργητικού της και την απώλεια θέσεων εργασίας. 
Κρίνοντας κατά πλειοψηφία, επί του σχετικού ερωτήματος, η Ε.Α. θεώρησε αρχικά, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, με την πρόβλεψη δυνατότητας διευκόλυνσης στην καταβολή των επιβαλλομένων προστίμων, την παραίτηση της επιχείρησης από το δικαίωμα της άσκησης ενδίκων μέσων, ή βοηθημάτων κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμων και στην συνέχεια, ως απαραίτητη, την πρόβλεψη στην σχετική νομοθετική διάταξη, αυτής της ίδιας (της Ε.Α.), ως μόνης αρμόδιας αρχής να θέτει τις ειδικές προϋποθέσεις με απόφαση της – πλαίσιο, για την υπαγωγή στην ρύθμιση με την καταβολή δόσεων .
Κατόπιν τούτων και με γνώμονα την εξασφάλιση της απαιτούμενης ισορροπίας, αφενός ανάμεσα στο εύλογο συμφέρον μίας επιχείρησης και μάλιστα σε μία περίοδο μακράς διάρκειας οικονομικής κρίσης, να επιτύχει μετά την επιβολή προστίμου ευνοϊκότερο πρόγραμμα δόσεων – κατ’ εξαίρεση από τις προβλεπόμενή στον ΚΕΔΕ – και ταυτόχρονα να διασφαλιστεί επαρκώς το δημόσιο συμφέρον, με όρους αποτελεσματικότητας, αποτρεπτικότητας των αποφάσεων της Ε.Α. και εισπραξιμότητας, πρότεινε την τροποποίηση του άρθρου 49 του Ν.3959/2011 ως εξής :
¨Στο άρθρο 49 του Ν.3959/2011 προστίθενται παρ. 2 και 3 ως ακολούθως:     
2. Με απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που λαμβάνεται ύστερα από γνώμη της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται : α) τα είδη των προστίμων που έχει επιβάλλει η Επιτροπή και τα οποία δύνανται να υπαχθούν σε ρύθμιση, β) οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ρύθμιση αυτή, όπως ιδίως, η οικονομική κατάσταση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης σε συνδυασμό με το ύψος του προστίμου, η οικονομική αδυναμία εφάπαξ καταβολής ,οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της, η ρευστότητα της, η δυνατότητα πρόσβασης σε κεφάλαια μετόχων, ή τρίτων, ή σε δανεισμό, οι συνέπειες από την αναγκαστική είσπραξη, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ του συνόλου του προστίμου, γ) οι εξαιρέσεις από την υπαγωγή στην ανωτέρω ρύθμιση, δ) οι ειδικότεροι όροι των ρυθμίσεων, όπως ιδίως η προκαταβολή μέρους του προστίμου, η παροχή εγγύησης ή διασφάλισης, ή εμπράγματης ασφάλειας, το εφαρμοστέο επιτόκιο για το τμήμα του προστίμου, που δεν προκαταβάλλεται, οι συνέπειες της καθυστέρησης της καταβολής δόσης, οι τυχόν προσαυξήσεις, ε) η διαδικασία επιβολής των αιτημάτων υποβολής και τα συναφή δικαιολογητικά, στ) οι περιπτώσεις απώλειας των ρυθμίσεων, καθώς και οι λεπτομέρειες και κάθε ειδικότερο θέμα εφαρμογής του άρθρου αυτού.                    
3. Σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, ή οι Προϊστάμενοι των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, στους οποίους αυτός μπορεί να εκχωρεί την αρμοδιότητα του, μπορούν να επιτρέψουν άπαξ την ρύθμιση σε δόσεις των προστίμων, που επιβάλλονται, ή έχουν επιβληθεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, μετά την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης από την υπόχρεο επιχείρηση ότι, δεν θα ασκήσει στο μέλλον οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ή σε περίπτωση που ήδη έχει ασκήσει ένδικο βοήθημα ή και μέσο κατ’ αυτής, μετά από την υποβολή δήλωσης παραίτησης από αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, που υποβάλλεται παρά την κατά τα άνω υποβολή υπεύθυνης δήλωσης του οφειλέτη, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων καταβολής των προστίμων δεν μπορεί  να υπερβαίνει τις …….και κλιμακώνεται ανάλογα με το ύψος του καταλογιζόμενου προστίμου, ως εξής : Για πρόστιμο ως ……Ευρώ κατ’ ανώτατο όριο ……δόσεις ,για πρόστιμο ως ……Ευρώ κατ’ ανώτατο όριο ……δόσεις ……….     
Το αίτημα για την υπαγωγή σε ρύθμιση, σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού υποβάλλεται από την υπόχρεη επιχείρηση στην αρμόδια φορολογική αρχή και συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά, που τεκμηριώνουν την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής . Η αρμόδια φορολογική αρχή αποφασίζει για την συνδρομή των προϋποθέσεων για την υπαγωγή σε ρύθμιση και για τους ειδικότερους όρους της ρύθμισης και ενημερώνει την Επιτροπή Ανταγωνισμού, εντός 15 ημερών, με την αποστολή σε αυτήν επισήμου αντιγράφου της απόφασης της για ρύθμιση. Ομοίως εντός της ίδιας προθεσμίας ενημερώνει την Επιτροπή Ανταγωνισμού σε περίπτωση έκπτωσης του ενδιαφερομένου από την ρύθμιση.  
Αναμένεται με ενδιαφέρον το τελικό κείμενο της σχετικής νομοθετικής διάταξης, μετά την ψήφιση του από την Βουλή.