tuv-iso-logo

Βασίλης Κορκίδης: Αναγκαίο ένα νέο Σχέδιο Ανάπτυξης

O Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π. κος Βασίλης Κορκίδης εξέφρασε τις θέσεις του για τα πλέον καυτά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Σε μια συζήτηση εφ όλης της ύλης, ο Πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π. (και Πρόεδρος της ΕΣΕΕ), κος Βασίλης Κορκίδης εξέφρασε τις θέσεις του για τα πλέον καυτά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ειδικότερα μίλησε για την ανάγκη απεξάρτησης από το μνημόνιο, για τη θέσπιση ενός νέου Εθνικού Σχεδίου Οικονομικής Ανάπτυξης, για την ανάγκη στροφής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εξωστρέφεια, για την αποτυχία του ανοίγματος της Κυριακής, την ώρα που οι καταναλωτές δεν έχουν διαθέσιμο εισόδημα και στη σκοπούμενη εξόντωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με παρόμοια μέτρα. Τέλος, έκανε μνεία της προσφοράς του επιμελητηριακού θεσμού και τον κίνδυνο να αποδιαρθρωθεί και να συρρικνωθεί, εάν η κυβέρνηση συνεχίσει να επιμένει στην εφαρμογή του νόμου για την κατάργηση, από 1.1.2015, της υποχρεωτικής εγγραφής των επιχειρήσουν στα επιμελητήρια.

 

Οι απαντήσεις του κ. Κορκίδη:

——————————————————————————————————————————————

  1. Η επόμενη διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα το Σεπτέμβριο θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη. Ποια είναι τα κυριότερα ζητήματα που κατά τη γνώμη σας θα έπρεπε να θέσουν στο τραπέζι των διαβουλεύσεων τα συναρμόδια υπουργεία, ώστε να υπάρξει σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας;

    Καθημερινά,πλέον, επιβεβαιώνεται ότι, ο Σεπτέμβριος θα αποδειχθεί μήνας- σταθμός, καθοριστικής σημασίας για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στη Χώρα μας. Ενδεχομένως, κοντοζυγώνει η λήξη της «μνημονιακής» εποχής και η επανάκτηση από την ελληνική κυβέρνηση του δικαιώματος, να δίνει η ίδια τη μάχη για την υπέρβαση της κρίσης και την εξασφάλιση μιας σταθερά αναπτυξιακής πορείας. Σε αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να τεθεί στο τραπέζι των διαβουλεύσεων μια σειρά «ανοιχτών», κρίσιμων ζητημάτων, όπως είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις  και παρεμβάσεις, οι οποίες δομούν τις σχέσεις κράτους και αγοράς, η προώθηση των φοροελαφρύνσεων, η μεταρρύθμιση του συστήματος Φ.Π.Α. με καθιέρωση ενός συντελεστή,  η αύξηση των δόσεων για τις ρυθμίσεις χρεών προς τα ασφαλιστικά ταμεία και εν γένει οι αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα για τη βιωσιμότητά του, η αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων», επιχειρηματικών δανείων, ο έλεγχος του συνόλου της λίστας καταγραφής των φόρων υπέρ τρίτων κ.α.   

     

  2. Παρά τη σχετική βελτίωση από την αρχή της κρίσης, οι δείκτες της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών εξαγωγών δείχνουν να μην έχουν τη δυναμική που απαιτείται, αν και η μείωση του μισθολογικού κόστους υπερέβη και τις προβλέψεις του Μνημονίου. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

    Από το Δεκέμβριο του 2012 και έπειτα ξεκίνησε μια κάμψη της ανοδικής πορείας των ελληνικών εξαγωγών με μικρές διακυμάνσεις, ενώ από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και τον Μάρτιο του 2014, η πορεία των εξαγωγών μας είναι καθοδική. Το Μάιο του 2014, η συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών, μειώθηκε κατά 8,3% και διαμορφώθηκε στα 2,25 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο πενταμήνου (Ιανουάριος – Μάιος 2014) καταγράφεται υποχώρηση της αξίας των εξαγωγών στα 10,65 δισ. ευρώ, από 11,55 δισ. ευρώ στο αντίστοιχο πεντάμηνο του 2013. Εξίσου εύθραυστη παραμένει η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, όσον αφορά στην ανταγωνιστικότητά της, καθώς για το 2014 κατέγραψε πτωτική πορεία στη διεθνή κατάταξη. Όπως μαρτυρούν, λοιπόν, τα στοιχεία η «εξαγωγική κόπωση» οφείλεται σε τρείς κυρίως λόγους: στην υπερφορολόγηση, στους υψηλούς συντελεστές Φ.Π.Α. και στην έλλειψη ρευστότητας. Αν θέλουμε να μιλάμε με σοβαρούς όρους για εξωστρέφεια, οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε το εξαγωγικό μας μοντέλο στη βάση του «παράγω για να εξάγω». 
     

  3. Ο Υπουργός Οικονομικών μίλησε πρόσφατα για την ανάγκη ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης. Ποιος είναι ο ρόλος των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε αυτό το σχέδιο;

    Είναι προφανές ότι η Χώρα έχει επανακτήσει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της. Η Ελλάδα αρχίζει να ξαναπατά στα πόδια της και οι εταίροι είναι διατεθειμένοι να της το αναγνωρίσουν, αλλά και να την εμπιστευτούν. Μόνο που εκτός από πράξη δικαίωσης των κόπων και θυσιών του ελληνικού λαού, αυτά τα τελευταία έξι χρόνια της πρωτοφανούς ύφεσης, η αναγνώριση αυτή ισοδυναμεί και με την ανάληψη μιας ιστορικής ευθύνης, που σχετίζεται με τη συγκρότηση ενός νέου Σχεδίου Ανάπτυξης. Ο κεντρικός άξονας αυτού του Σχεδίου, όπως ανέφερε και ο Υπουργός Οικονομικών, κ. Γ. Χαρδούβελης, δεν μπορεί να είναι άλλος από την ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας και της ελκυστικότητας της Ελλάδας ως τόπου διεξαγωγής επενδύσεων. Τα μελλοντικά βήματα του εξαγωγικού εμπορίου θα εξαρτηθούν από τη σωστή επιλογή Στρατηγικών Στήριξης Επιτυχημένων Εξαγωγών, δίνοντας κατά την άποψή μου, μεγαλύτερη βαρύτητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προκειμένου αυτές να μετατραπούν από μικρο-εισαγωγικές σε μικρο-εξαγωγικές, στο πρότυπο των ’’boutique exports’’. Αναντίρρητα, οι ΜμΕ συνιστούν την καρδιά της ελληνικής οικονομίας, καθώς και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, γιατί δημιουργούν θέσεις εργασίας σε μεγαλύτερο βαθμό από τις μεγάλες επιχειρήσεις, αποτελώντας μοχλό ανάπτυξης σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες οικονομίες.    
     

  4. Η υψηλότατη ανεργία είναι το μεγάλο πρόβλημα της χώρας.  Ποιοι κλάδοι της οικονομίας πιστεύετε ότι μπορούν να δημιουργήσουν νέες, βιώσιμες, θέσεις εργασίας; 

    Ο δρόμος της ανάπτυξης περνά μέσα από τη σταθεροποίηση, σε μια Χώρα που δυστυχώς η ανεργία διατηρεί ακόμα υψηλά ποσοστά. Η πρότασή μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου, είναι ότι πρέπει να επιδοτηθεί η απασχόληση και όχι η ανεργία. Πρέπει να επιδοτηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές στις επιχειρήσεις, αφενός για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και αφετέρου για να διατηρήσουν την οκτάωρη απασχόληση. Είμαστε ακόμη και μετά την κρίση, 687.000 περίπου μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εάν οι μισές προσλάβουν έναν νέο άνεργο των 511 ευρώ, τότε καταλαβαίνετε, κατά πόσο θα έχουμε καταπολεμήσει την ανεργία. Περαιτέρω, οφείλουμε να επενδύσουμε σε μια βιώσιμη οικονομία, που δημιουργεί και διατηρεί πολυάριθμες θέσεις εργασίας σε ανερχόμενους, αλλά και παραδοσιακούς κλάδους. Ενδεικτικά, αλλά όχι εξαντλητικά, τέτοιοι κλάδοι είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι καλλιέργειες αγροτικών προϊόντων, οι  ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα logistics, το ηλεκτρονικό εμπόριο.
     

  5. Πως κρίνετε την έως τώρα εφαρμογή της κυριακάτικης λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων; Τελικώς είναι ένα μέτρο εξόντωσης των «μικρών» εμπόρων ή μπορεί να τονώσει την κατανάλωση σε κάποιες εμπορικές και τουριστικές περιοχές;

    Κατά γενική ομολογία και όπως αποδεικνύουν περίτρανα τα στοιχεία του Ινστιτούτου Εμπορίας και Υπηρεσιών της Ε.Σ.Ε.Ε., η εφαρμογή της κυριακάτικης λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων απέτυχε παταγωδώς, καθώς η κίνηση στις περισσότερες αγορές ήταν υποτονική. Όπου υπήρχαν ανοικτά μαγαζιά και ειδικότερα στην Αθήνα, μάλλον λειτούργησαν ως «κράχτες» και «τουριστικό ντεκόρ», αφού λίγοι ήταν οι πελάτες, που τα επισκέφθηκαν, λιγότεροι αγόρασαν, ενώ ελάχιστοι ήταν οι τουρίστες καταναλωτές. Η εμπορική κίνηση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη χαρακτηρίστηκε, μάλλον μέτρια  και στον Πειραιά απογοητευτική. Κερδισμένοι της Κυριακής ήταν τα Mall και τα  εκπτωτικά χωριά. Για άλλη μια φορά καταπιέζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οδηγούνται σε εξόντωση. Η υπουργική απόφαση λειτουργίας των καταστημάτων όλες τις Κυριακές του χρόνου, παραβιάζει σωρεία διατάξεων και αρχών του Συντάγματος, ενώ είναι αντίθετη με τη Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης, αλλά και την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, που καθιερώνουν τη Κυριακή, ως ημέρα αργίας. Γι’ αυτό και είμαστε σε αναμονή ορισμού δικάσιμου από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο θα κρίνει το επίμαχο θέμα και θα αποφασίσει, εάν πρέπει να αναστείλει και να ακυρώσει την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, που δήθεν πιλοτικά επιτρέπει να λειτουργούν τα καταστήματα όλες τις Κυριακές του χρόνου.

     

  6. Τα Επιμελητήρια μετρούν αντίστροφα τον χρόνο, καθώς η κυβέρνηση επιμένει πως από την πρώτη Ιανουαρίου 2015 θα ισχύσει η προαιρετική εγγραφή. Πιστεύετε πως στους μήνες που απομένουν υπάρχει περιθώριο ακύρωσης της απόφασης; Σε περίπτωση, που αυτό δεν επιτευχθεί, πόσα επιμελητήρια θα επιβιώσουν την επόμενη μέρα και πως θα διασφαλίσουν τα έσοδα για τις θεσμοθετημένες παροχές και υπηρεσίες προς τα μέλη τους;

    Μέχρι σήμερα, το Ε.Β.Ε.Π. έχει συνταχθεί με όλες του τις δυνάμεις στην κοινή προσπάθεια που καταβάλλεται για τη διατήρηση της υποχρεωτικής εγγραφής των επιχειρήσεων στα Επιμελητήρια. Σε αντίθετη περίπτωση, τα Επιμελητήρια θα απολέσουν, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, το μοναδικό έσοδό τους, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε υποβάθμιση ή και παύση της λειτουργίας τους, στερώντας έτσι από τα μέλη τους σημαντικές υπηρεσίες, αλλά και από τις Περιφέρειες το μοναδικό σημείο προώθησης και δικτύωσης της τοπικής οικονομίας. Μέχρι την τελευταία στιγμή, κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την εξέλιξη του εν λόγω μείζονος ζητήματος, καθώς το μέτωπο παραμένει ακόμη ανοιχτό. Ευελπιστώ στην επίτευξη των δίκαιων αιτημάτων των εκπροσώπων του παραγωγικού κόσμου, με απώτερο στόχο την μετεξέλιξη του Επιμελητηριακού Θεσμού. Στο τέλος, θα επιβιώσουν, όσα Επιμελητήρια προσπάθησαν να εξασφαλίσουν  πόρους για τη χρηματοδότησή τους, επί παραδείγματι μέσω των Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ.
    Τέλος, πιστεύω πως, θα καταλάβουν οι αρμόδιοι ότι, τα επιμελητήρια αποτελούν πολύτιμο σύμμαχο και σύμβουλό τους και οφείλουν να τους παρέχουν δυνατότητες αναβάθμισης και όχι τον παραγκωνισμό, την απαξίωση και ακύρωσή τους.

     

  7. Η άρση της υποχρεωτικής εγγραφής στα Επιμελητήρια επιβλήθηκε ως «μέτρο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων». Θα βγουν στα αλήθεια ωφελημένες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες ή μήπως μόνο μερικές μεγάλες ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις που δεν έχουν ανάγκη τις φθηνές υπηρεσίες που παρέχουν τα Επιμελητήρια;

    Η εγγραφή των επιχειρήσεων σε ένα Επιμελητήριο, διεθνώς, και ιδιαίτερα σε θέματα διεθνούς εμπορίου αποτελεί κριτήριο ελέγχου της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας των επιχειρήσεων. Εάν πάψει η λειτουργία των Επιμελητηρίων, η Πολιτεία θα απολέσει έναν Σύμβουλο που δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και οι επιχειρήσεις θα στερηθούν έναν πολύτιμο Συνεργάτη. Το δε σχετικό κενό που θα προκύψει είναι δεδομένο ότι, θα καλυφθεί από αναρμόδιους φορείς εκπροσώπησης, αμφιβόλου αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας, χωρίς μάλιστα να επιτυγχάνεται η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Τα Επιμελητήρια, εξυπηρετώντας όλες ανεξαιρέτως τις τοπικές επιχειρήσεις, εισηγούνται πάντοτε μέτρα και πολιτικές, που εκφράζουν το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου.
    Καμία από τις ελληνικές επιχειρήσεις δεν θα είναι ωφελημένη από την αποδυνάμωση των Επιμελητηρίων, αντίθετα με τις ξένες εταιρίες, που σίγουρα θα είναι εγγεγραμμένες σε κάποιο ξένο επιμελητήριο και θα έχουν τη δυνατότητα να "αλωνίζουν" στην ελληνική αγορά μέσω θυγατρικών  και ενδοομιλικών συναλλαγών.

     

  8. Τέλος, ο Πρόεδρος του ΕΒΕΠ, κ. Β. Κορκίδης, προτείνει:

    Με αφορμή την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις» στο οποίο (σύμφωνα με τα άρθρα 202-208) ορίζεται ότι, «το Γ.Ε.ΜΗ. καθίσταται πλέον ο μοναδικός εθνικός τόπος εμπορικής δημοσιότητας», το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς,  χαιρετίζει αυτές τις ρυθμίσεις, που προβλέπουν την απλοποίηση των διαδικασιών και βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, καταργώντας γραφειοκρατικά και κοστοβόρα εμπόδια του παρελθόντος. Το Ε.Β.Ε.Π., ως θεσμικός φορέας υλοποίησης των ανωτέρω ρυθμίσεων και διαδικασιών Γ.Ε.Μ.Η., εκφράζει την απορία και τον προβληματισμό του, με ποιό τρόπο είναι δυνατόν να εφαρμοστούν επιτυχώς, οι εν λόγω προβλεπόμενες, θετικές για την επιχειρηματικότητα ρυθμίσεις, από τα Επιμελητήρια, των οποίων  καταργείται η οικονομική αυτοτέλεια και από το στελεχιακό δυναμικό τους, του οποίου δεν διασφαλίζονται πόροι διαβίωσης. Γι’ αυτό και έχει καταθέσει στην κυβέρνηση, μια τεκμηριωμένη πρόταση για μια «εύλογη αμοιβή επιμελητηριακής υποστήριξης επιχειρήσεων» στο δίπτυχο «βιώσιμες επιχειρήσεις- υγιή Επιμελητήρια», η οποία  μπορεί να τα μετατρέψει, σε κέντρα εξυπηρέτησης επιχειρηματικότητας και, ταυτόχρονα, να εξοικονομήσει χρόνο και χρήμα για τις επιχειρήσεις.