Απόφαση- σταθμός για δάνεια σε ελβετικό φράγκο

Ως ορόσημο στις δικαστικές διαμάχες για την καταχρηστικότητα των δανειακών συμβάσεων με ρήτρα ελβετικού φράγκου, μπορεί να χαρακτηριστεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία «πάγωσε» μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος δανειολήπτη, έως ότου εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό η ουσία της υπόθεσης.

Το επίδικο είναι το κατά πόσο θα πρέπει να θεωρηθούν καταχρηστικοί οι όροι τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, που προβλέπουν την μετατροπή του εγχωρίου νομίσματος σε ελβετικό φράγκο και η μετακύλιση του κινδύνου ενδεχόμενης διακύμανσης της ισοτιμίας στους δανειολήπτες.

Κι έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο «πάγωσε» με την απόφαση 291/2019, τη διαταγή πληρωμής του 2012, μέχρι να κριθεί η έφεση επί της πρωτόδικης απόφασης.

Το σκεπτικό «πάτησε» σε δύο δεδομένα. Κατ’ αρχάς,  με τις ρήτρες (όροι μετατροπής, κίνδυνοι συναλλαγματικών ισοτιμιών) δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση διαδίκων, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή δανείων.

Με το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι οφειλέτες, δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που θα μπορούσαν να έχουν για τους ίδιους οι παραπάνω όροι, και, συγκεκριμένα, να διαγνώσουν, εκ των προτέρων, τόσο το ύφος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, που θα καλούνταν να καταβάλουν για την αποπληρωμή του δανείου, όσο και το ύφος του ανεξόφλητου κεφαλαίου, σε περίπτωση που η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου διαφοροποιούνταν σε βάρος του πρώτου.

Επιπροσθέτως, η πληροφόρηση αυτή, έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις, έπρεπε δε να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου.

Όπως παρατηρεί, όμως, το δικαστήριο, οι επίμαχοι όροι ήταν σαφώς διατυπωμένοι από γραμματική άποψη, όμως δεν πιθανολογήθηκε από κανένα στοιχείο ότι οι τραπεζικοί υπάλληλοι τους αποσαφήνισαν στους δανειολήπτες, άρα μόνη η ανάγνωση δεν αρκεί, προκειμένου να κριθούν ως έγκυροι.