Λύση για τα «κόκκινα δάνεια» θα αναζητήσουν κυβέρνηση – τρόικα

Ένα βήμα πιο κοντά στην τελική συμφωνία με την τρόικα για τα κόκκινα δάνεια και συνολικά τα επιχειρηματικά χρέη φέρνει την κυβέρνηση η σημερινή συνάντηση

Ένα βήμα πιο κοντά στην τελική συμφωνία με την τρόικα για τα κόκκινα δάνεια και συνολικά τα επιχειρηματικά χρέη φέρνει την κυβέρνηση η προγραμματισμένη για σήμερα το μεσημέρι (12.00) συνάντηση των τεσσάρων υπουργών που απαρτίζουν το Κυβερνητικό Συμβούλιο για τη Διαχείριση του Ιδιωτικού Χρέους με τους επικεφαλής των δανειστών.

Οι συζητήσεις με τα τεχνικά κλιμάκια βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ενώ όλες οι επιβεβλημένες από το μνημόνιο «διαγωνιστικές μελέτες» έχουν ολοκληρωθεί, και όπως αναφέρει υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, απομένουν να αποφασιστούν ορισμένες κρίσιμες και δύσκολες «λεπτομέρειες» σε τεχνικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο προκειμένου να κλείσει το θέμα.

Το μοντέλο που προωθείται και έχει τη σύμφωνη γνώμη της τρόικας είναι αυτό της δημιουργίας εξωδικαστικού μηχανισμού διαχείρισης των επιχειρηματικών χρεών προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, εφορία, προμηθευτές, εργαζόμενους και λοιπούς πιστωτές. Με το νέο θεσμικό πλαίσιο που θα ξεκινήσει να ισχύει πιλοτικά από το Φθινόπωρο και τυπικά από την 1.1.2015, όλα τα επιχειρηματικά χρέη θα αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σύνολο προς διευθέτηση. Η κυβέρνηση έχει καταλήξει πως ένας τέτοιος μηχανισμός παρότι παρουσιάζει αντικειμενικές δυσκολίες ώστε να δομηθεί και να λειτουργήσει, αποτελεί τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο προκειμένου να λαμβάνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα (ακόμη και εντός 20 έως 30 ημερών) αποφάσεις για την συνολική διαχείριση των επιχειρηματικών οφειλών μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών.    

Στο πλαίσιο αυτό και για να διευκολυνθούν οι εξωδικαστικές συμφωνίες μελετάται να καταστεί υποχρεωτική η συναίνεση όλων των πιστωτών μιας επιχείρησης εφόσον το 35% των ιδιωτών πιστωτών εγκρίνει το πλάνο αναδιάρθρωσης και το επιχειρηματικό σχέδιο που υποβάλλεται.

Παρότι θεωρητικά στόχος είναι να υπάρχει ομοφωνία στις αποφάσεις, πρακτικά αυτό σημαίνει πως οι τράπεζες (ή η τράπεζα) που συνήθως αποτελούν τους μεγαλύτερους πιστωτές σε μια επιχείρηση, θα έχουν το πάνω χέρι στις αποφάσεις για τις αναδιαρθρώσεις χρεών, έναντι των ασφαλιστικών ταμείων, του Δημοσίου, των εργαζόμενων και των προμηθευτών.

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της ρύθμισης που κατεβάζει τον πήχη της υποχρεωτικής συναίνεσης πολύ χαμηλότερα και από το 51% το οποίο προβλέπεται για τη συμφωνία των πιστωτών στο πλαίσιο του άρθρου 99, πρόκειται για ένα «εργαλείο» που θα επιταχύνει σημαντικά το χρόνο λήψης αποφάσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και της υλοποίησης σχεδίων αναδιάρθρωσης. Και αυτό γιατί εκτιμάται πως θα περιορίσει τις διαφωνίες που ανακύπτουν από τις απαιτήσεις ή των προσδοκίες όλων των άλλων πιστωτών, ή ακόμη και μεταξύ των ίδιων των τραπεζών που έχουν διαφορετικά συμφέροντα ή επιδιώξεις μεταξύ τους, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να μην είναι δυνατόν να ληφθούν «συναινετικές» αποφάσεις για να προχωρήσουν οι αναδιαρθώσεις.

Σχηματικά,  με το υπό κατάρτιση μοντέλο όλοι οι εμπλεκόμενοι πιστωτές μιας επιχείρησης η οποία έχει «κοκκινίσει», θα κάθονται πλέον στο ίδιο τραπέζι με τους μετόχους και κάποιον διαμεσολαβητή, και θα επιχειρούν να βρουν εξωδικαστικά λύσεις για την αποπληρωμή των χρεών σε «εξατομικευμένη» βάση.

Στη βάση του πλάνου αναδιάρθρωσης που θα καταρτίζεται –με ή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων- κάθε πλευρά θα αναλαμβάνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις : λ.χ οι τράπεζες θα κουρεύουν ένα μέρος των τόκων ή του κεφαλαίου των δανείων, τα ασφαλιστικά ταμεία και η εφορία θα διαμορφώνουν τις καταβολές δόσεων ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρείας ή ακόμη θα προχωρούν σε «haircut» οφειλών, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θα υποχρεώνονται ή θα συναινούν σε συγκεκριμένες μειώσεις μισθών ή του τρόπου καταβολής των αποδοχών, οι προμηθευτές θα διαγράφουν ένα μέρος των χρωστούμενων κ.λπ. 

Αυτό πρακτικά μπορεί να σημαίνει ότι, αν πάνω από το 1/3 των ιδιωτών πιστωτών αποφασίζουν να κεφαλαιοποιήσουν ένα μέρος των χρεών, ώστε να αυξήσουν τις δυνατότητες επιβίωσης μιας εταιρείας, τον ίδιο δρόμο θα υποχρεωθούν να ακολουθήσουν  και οι υπόλοιποι πιστωτές, σηκώνοντας ανάλογο βάρος.

Η «ευελιξία» στις αποφάσεις προϋποθέτει, ωστόσο, και νομική κάλυψη των διοικητικών συμβουλίων και των υπεύθυνων προσώπων που θα συναινέσουν σε τέτοιες δραστικές λύσεις. Ως εκ τούτου ένα από τα καυτά ζητήματα που προβληματίζουν τους συντάκτες του νέου θεσμικού πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό διευθέτησης χρεών είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διασφαλιστεί «ασυλία» για τα στελέχη των τραπεζών, τους υπεύθυνους του δημοσίου (ασφαλιστικά ταμεία, εφορία) αλλά και τους ίδιους τους βασικούς μετόχους των επιχειρήσεων εφόσον με τις αποφάσεις προξενούν ζημιά.

Η διαδικασία διευθέτησης οφειλών και οι εναλλακτικές λύσεις που ήδη έχουν θεσπιστεί μέσω του Κώδικα Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδας, θα προωθούνται μόνο για τις επιχειρήσεις οι οποίες κρίνονται βιώσιμες στη βάση συγκεκριμένου πλαισίου κριτηρίων, τα οποία όμως δεν θα είναι ενιαία για όλες τις εταιρείες. Για να προχωρήσουν σχέδια αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων (κεφαλαιοποίηση χρεών, αναχρηματοδοτήσεις δανείων, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων) βασικές προϋποθέσεις θα είναι να υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς δέσμευση και ικανά να υποστηρίξουν νέα αναχρηματοδότηση, οι μέτοχοι να συμφωνούν στην οικονομική συμμετοχή τους, και φυσικά ότι επιχείρηση θα μπορεί να συνεχίσει πλέον να αποπληρώνει το υπόλοιπο των χρεών με τα έσοδά της.

                                Πηγή www.capital.gr