Μερικές σκέψεις με αφορμή το νομοσχέδιο για την Παιδεία

Άρθρο του προέδρου της Επιτροπής Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Δημήτρη Παπαγιαννόπουλου.


Ψηφίζεται, μάλλον τη Μ.Δευτέρα 22 Απριλίου, το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας.

Το νομοσχέδιο, μεταξύ πολλών άλλων, φέρνει και την αλλαγή στο σύστημα εισαγωγής των μαθητών στα Πανεπιστήμια. Σε αυτό το άρθρο θα καταγράψω μερικές σκέψεις που αφορούν αυτό ακριβώς το σημείο. Ή καλύτερα, θα προσπαθήσω να συνοψίσω τους προβληματισμούς που έχουν διατυπωθεί από το σύνολο των φορέων που ασχολούνται με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Προβληματισμοί, απόλυτα δικαιολογημένοι κατά τη γνώμη μου.

Πρώτα απ’ όλα τα τμήματα Ελεύθερης Πρόσβασης. Προβλέπεται ότι κάποιες σχολές, μέσα από μια μάλλον γραφειοκρατική διαδικασία, θα χαρακτηρίζονται ως τμήματα στα οποία οι μαθητές θα μπορούν να εισάγονται χωρίς εξετάσεις. Θα αρκεί το απολυτήριο του Λυκείου. Οι σχολές αυτές θα προκύπτουν από ένα πρώτο μηχανογραφικό δελτίο που θα καταθέτουν οι μαθητές μόλις ολοκληρώσουν τη Β’ Λυκείου. Και σχολές Ελεύθερης Πρόσβασης (ΤΕΠ) θα είναι αυτές που θα δηλώσει αριθμός μαθητών, μικρότερος από τον αριθμό φοιτητών που προβλέπεται να εισαχθεί σε αυτό το τμήμα.

Το υπουργείο έχει αφήσει να εννοηθεί (δεν ξεκαθαρίζεται στο νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί) ότι σε αυτό το πρώτο μηχανογραφικό οι μαθητές θα δηλώνουν περίπου 10 σχολές. Αν αυτό ισχύει, είναι πολύ εύκολο να δει κάποιος ότι ελάχιστα, μετρημένα ίσως στα δάχτυλα του ενός χεριού, τμήματα θα χαρακτηριστούν Τμήματα Ελεύθερης Πρόσβασης. Αλλά και όσα χαρακτηριστούν ως τέτοια, δεν θα είναι παρά σχολές στις οποίες, ούτως ή άλλως η εισαγωγή ήταν ουσιαστικά ελεύθερη. Πρόκειται για σχολές πολύ μικρής ζήτησης, στις οποίες αρκούσε ένας υποψήφιος να συγκεντρώσει 4000 ή 5000 μόρια για να εισαχθεί. Με δεδομένο ότι αν κάποιος «πετύχει» στο πρώτο του μηχανογραφικό, τμήμα που θα επιτρέπει την ελεύθερη πρόσβαση και θα θελήσει να εισαχθεί σε αυτό, θα πρέπει να το αποφασίσει τον Φεβρουάριο, αρνούμενος έτσι τη συμμετοχή του στις Πανελλαδικές, είναι προφανές ότι κανένας μαθητής, που έχει προετοιμαστεί αξιοπρεπώς, δεν θα κάνει χρήση αυτής της «ευκαιρίας». Δεν αναμένεται λοιπόν η συγκεκριμένη διαδικασία να έχει κάποιο αποτέλεσμα ουσίας.

Με το νέο σύστημα που προτείνεται περιορίζονται σε σημαντικό βαθμό οι επιλογές των υποψήφιων. Εδώ και αρκετά χρόνια, οι μαθητές είχαν το δικαίωμα, επιλέγοντας ένα πέμπτο μάθημα, να διεκδικήσουν την εισαγωγή τους σε σχολές από δύο Επιστημονικά Πεδία. Αυτό καταργείται. Κακώς, κατά την άποψή μου πάντα. Υπάρχουν μαθητές για παράδειγμα, που δυσκολεύονται να αποφασίσουν αν θέλουν την Ιατρική ή το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο ή τις Οικονομικές σχολές. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός στο Ελληνικό σχολείο είναι μάλλον ανύπαρκτος και καμιά βοήθεια δεν προσφέρει στο μαθητή σε αυτόν τον τομέα. Και στο κάτω κάτω, αν ένας μαθητής επιλέξει να επιβαρυνθεί με ένα πέμπτο μάθημα, γιατί να μην έχει τη δυνατότητα; Υπάρχει το επιχείρημα ότι πρέπει να οδηγήσουμε τους υποψήφιους φοιτητές σε πιο συνειδητοποιημένες επιλογές και στόχους. Ναι αλλά τότε, όσοι το επικαλούνται, ας μας πουν πόσο οριοθετημένη στόχευση έχει ο μαθητής που μπορεί να επιλέξει να γίνει μηχανικός υπολογιστών ή οικονομικός διαχειριστής αθλητικών μονάδων;

Πολλή συζήτηση σηκώνει η κατάργηση των συντελεστών βαρύτητας. Εξισώνονται έτσι, μαθήματα που απαιτούν ιδιαίτερη προσπάθεια με άλλα μικρότερων απαιτήσεων. Ας μιλήσουμε για τα Μαθηματικά. Ο μαθητής στην Γ’ Λυκείου, έχει να αντιμετωπίσει μια ύλη, η οποία απαιτεί, εκτός της δουλειάς και της προσπάθειας στην τελευταία τάξη, και τις απαιτούμενες βάσεις από τις προηγούμενες τάξεις του Γυμνασίου και του Λυκείου. Είναι μάλλον προφανές ότι ένα τέτοιο μάθημα δεν μπορεί, δεν είναι δίκαιο να είναι ισοβαρές με κάποιο μάθημα με πολύ μικρότερη ύλη, το οποίο συναντούν οι μαθητές στην Γ’ Λυκείου για πρώτη φορά.

Σε αυτό το σημείο υπάρχει μια ακόμη ένσταση. Στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι όλα τα Πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα θα διδάσκονται 6 ώρες εβδομαδιαίως. Μα, η διάρκεια της διδασκαλίας δεν είναι λογικό να εξαρτάται και από την έκταση της διδακτέας ή εξεταστέας ύλης; Και αυτή προφανώς δεν είναι ίδια για όλα τα μαθήματα. Ίσως αυτό είναι σημείο που χρήζει επανεξέτασης.

Το ζήτημα της εξεταστέας ύλης επίσης είναι πολύ σοβαρό. Θα ανακοινώνεται με υπουργική απόφαση, γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου. Δείγμα, νομίζω, έλλειψης προγραμματισμού και προχειρότητας. Γιατί οι μαθητές, τελειώνοντας την Β’ Λυκείου, να μην γνωρίζουν τα αντικείμενα στα οποία καλούνται να προετοιμαστούν; Επίσης, η ύλη αυτή καθ’ αυτή. Ακούω με ενδιαφέρον και μεγάλη προσοχή τις προτάσεις του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής αλλά και τις ενστάσεις από όλες τις επιστημονικές ενώσεις τα τελευταία χρόνια. Θεωρώ ότι όσοι ασχολούνται με τη διαμόρφωση των εξεταστικών συστημάτων, αλλά και των αναλυτικών προγραμμάτων, θα έπρεπε να λάβουν αυτές τις ενστάσεις πολύ σοβαρά υπόψη τους. Και νομίζω ότι ο διάλογος με τις επιστημονικές ενώσεις αλλά και με τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα που δέχονται τους φοιτητές, και θα έπρεπε να έχουν λόγο για τις απαιτούμενες γνώσεις που θα έπρεπε να έχουν οι πρωτοετείς φοιτητές, θα ήταν χρήσιμος και κυρίως εποικοδομητικός. Δυστυχώς, είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Κάτι που μου έκανε εντύπωση διαβάζοντας το νομοσχέδιο. Οι συντελεστές βαρύτητας των ειδικών μαθημάτων (σχέδιο, ξένες γλώσσες κ.α.) δεν προβλέπονται στο κείμενο. Θα καθορίζονται κάθε χρόνο με υπουργική απόφαση. Γιατί; Υπάρχει περίπτωση αυτοί οι συντελεστές να μεταβάλλονται από τη μια χρονιά στην άλλη; Και αν ναι, πόσο λογικό μπορεί να είναι αυτό;

Μια και αναφερθήκαμε στα ειδικά μαθήματα ας δούμε και μια παράμετρο που δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια τους ειδικούς. Για να εισαχθεί κάποιος στην Αρχιτεκτονική απαιτείται να γράψει τουλάχιστον τη βάση του 10 στο σχέδιο. Ή για να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία τουλάχιστον 10 στα Αγγλικά. Σωστό και λογικό. Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα, που μου επισήμανε πρόσφατα συνάδελφος. Για να σπουδάσει κάποιος Φυσικός δεν θα έπρεπε να γράψει τουλάχιστον τη βάση στη Φυσική; Ερώτημα με προφανή απάντηση, που θα έπρεπε να θέσει σοβαρούς προβληματισμούς.

Σε μια αλλαγή του συστήματος των εξετάσεων, θα περίμενα να εξεταστεί λίγο πιο διεξοδικά μια παθογένεια, κατά τη γνώμη μου, και του απερχόμενου εξεταστικού. Τα κοινά τμήματα στα Επιστημονικά πεδία. Θεωρώ ότι δεν είναι σωστό να εισάγονται σε μια σχολή φοιτητές οι οποίοι εξετάζονται σε διαφορετικής δυσκολίας μαθήματα. Ακόμη και ίδιας δυσκολίας να είναι, σε διαφορετικά αντικείμενα έχουν προετοιμαστεί, άρα διαφορετικό εξ’ ορισμού το υπόβαθρο του εκάστοτε εισακτέου. Πέραν της ουσίας, υπάρχει και πρακτικό μάλλον ζήτημα αφού οι Ομάδες Προσανατολισμού με τα ευκολότερα μαθήματα καθορίζουν τις βάσεις εισαγωγής σε αυτές τις σχολές και βέβαια το συντριπτικό ποσοστό του αριθμού των εισακτέων χαμηλώνοντας, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους το επίπεδο σπουδών του τμήματος.ς

Πάμε σε ένα κρίσιμο, ίσως το κρισιμότερο σημείο του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η συμμετοχή του απολυτηρίου, κατά 10% στα μόρια που θα συγκεντρώνει ο υποψήφιος.

Πρώτα ένα ερώτημα; Γιατί όχι το 2020 αλλά από το 2021; Σε τι εξυπηρετεί αυτή η αναβολή;

Στην ουσία τώρα. Προβλέπεται ότι το απολυτήριο θα προκύπτει κατά 60% από τον μέσο όρο των προφορικών βαθμών στα 2 τετράμηνα και κατά 40% από τις γραπτές προαγωγικές εξετάσεις, στα ίδια μαθήματα που θα δώσει Πανελλαδικές ο μαθητής.

Αλήθεια ποια η ανάγκη, σε διάστημα λίγων ημερών, να υποχρεώνουμε τον μαθητή να δώσει το ίδιο μάθημα 2 φορές; Θα μπορούσε ο βαθμός των Πανελλαδικών να καθορίζει και το 40% του βαθμού, για το συγκεκριμένο μάθημα, στο απολυτήριο (Ίσχυε κάτι τέτοιο παλαιότερα στις δέσμες).

Αλλά ας μείνουμε στις προαγωγικές  εξετάσεις. Διαβάζαμε πολύ καιρό και ακούγαμε από τα στόματα των υπευθύνων για προαγωγικές εξετάσεις με θέματα ανά περιφέρεια ή νομό στις οποίες η βαθμολόγηση θα γινόταν με κρυμμένο το όνομα του μαθητή, όχι από τον καθηγητή του σχολείου. Με προφανή σκοπό να ενισχυθεί η αντικειμενικότητα και κυρίως, η αξιοπιστία του απολυτηρίου. Στο κείμενο που κατατέθηκε δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο. Αυτό που καταλαβαίνω διαβάζοντάς το είναι ότι δεν θα αλλάξει κάτι σε αυτά πού ισχύουν μέχρι σήμερα. Γιατί;

Για αυτή τη συμμετοχή του βαθμού του απολυτηρίου, οι αντιδράσεις είναι πολλές. Και βέβαια η αιτία αυτών των αντιδράσεων βρίσκεται στην καχυποψία με την οποία η κοινωνία ολόκληρη αντιμετωπίζει την αξιολόγηση των μαθητών στο δημόσιο αλλά και στο ιδιωτικό σχολείο. Δύσκολα θα μπορέσει κάποιος να επιχειρηματολογήσει υπέρ της ισονομίας που τυγχάνουν οι Έλληνες μαθητές στην μαθητική τους πορεία. Ή καλύτερα, στις διαδικασίες μέσα από τις οποίες διασφαλίζεται αυτή η, υποχρεωτική κατά το Σύνταγμα, ισονομία. Ισονομία, η οποία θα έπρεπε να στηρίζεται σε μια έννοια, θεμελιώδη σε όλα τα επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα ανά τον κόσμο: Αξιολόγηση. Δίκαια και αντικειμενική. Η οποία θα έπρεπε να διασφαλίζεται από τα πρώτα βήματα του παιδιού στο σχολείο. Ώστε να γίνει μέρος της κουλτούρας του. Και φυσικά, η αξιολόγηση δεν αφορά μόνο τους μαθητές. Ίσως, περισσότερο από όλους να αφορά αυτούς που καλούνται να αξιολογήσουν τους μαθητές. Τους εκπαιδευτικούς. Τους δασκάλους και τους καθηγητές. Αυτούς, που σε τελική ανάλυση, θα εφαρμόσουν οποιαδήποτε προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και, τελικά, θα καθορίσουν την επιτυχία ή την αποτυχία της.

Όταν αποφασίζεις να αλλάξεις κάτι, εν προκειμένω το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ, σημαίνει ή ότι το προηγούμενο έχει αποτύχει ή ότι έχει κουράσει. Σε κάθε περίπτωση, για να είναι καλύτερο από το προηγούμενο το νέο εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να ξεκινήσεις εντοπίζοντας και διορθώνοντας τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος.

Πριν αρχίσω να γράφω αυτό το κείμενο διάβαζα άρθρο έγκυρου εκπαιδευτικού αναλυτή, ο οποίος απαριθμούσε δεκαεπτά σημεία τα οποία δεν ξεκαθαρίζονται στο ογκώδες νομοσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή και τα οποία θα ρυθμίζονται με υπουργικές αποφάσεις. Δεν θα ήταν πιο απλά τα πράγματα αν όλα ρυθμίζονταν στο ξεκίνημα; Αναρωτιέμαι. Γιατί πάλι, όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας να βαδίζουν με υποθέσεις και «έγκυρες» πληροφορίες;

ΥΓ: Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων στη Βουλή, την Πέμπτη 18 Απριλίου. Εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός, αν και αναμενόμενο, ότι στο σύνολό τους οι φορείς που μετείχαν ήταν, αν όχι «απέναντι», τουλάχιστον επιφυλακτικοί για αρκετά από τα άρθρα του νομοσχεδίου. Αυτονόητο είναι το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες επιφυλάξεις θα έπρεπε να είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν στη διάρκεια που διαμορφωνόταν το νομοσχέδιο και όχι τέσσερις μόλις μέρες πριν την ψήφισή του.

Και επειδή υπηρετώ, εδώ και 26 χρόνια, την ιδιωτική εκπαίδευση πρέπει να σταθώ στην δευτερολογία του υπουργού σε αυτή τη συνεδρίαση της Επιτροπής. Η επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον των φορέων της ιδιωτικής εκπαίδευσης ήταν άνευ προηγουμένου και, με όλον το σεβασμό στο πρόσωπο και στην ιδιότητά του, εντελώς άδικη και αστήρικτη.

Όχι κε υπουργέ. Δεν φταίνε τα Φροντιστήρια ή τα ιδιωτικά σχολεία για την απαξίωση του Ελληνικού Δημόσιου Σχολείου. Επιτέλους ας πάψει το κράτος να μεταθέτει τις ευθύνες του. Γιατί το Ελληνικό Δημόσιο Σχολείο είναι ευθύνη δική σας κε υπουργέ. Και όλων των προκατόχων σας. Και όσων θα ακολουθήσουν. Και η όποια απαξίωσή του έργο όλων όσων έχουν την ευθύνη της λειτουργίας του.

Και πιστέψτε με, οι δομές της ιδιωτικής εκπαίδευσης και ιδιαίτερα το νόμιμο Ελληνικό Φροντιστήριο των 100, και πλέον χρόνων ιστορίας, δεν «φοβούνται» τον «ανταγωνισμό» με ένα σωστό και λειτουργικό δημόσιο σχολείο. Για έναν πολύ απλό λόγο. Γιατί δεν είναι ανταγωνιστές του.

 

 

Δημήτρης Παπαγιαννόπουλος

Μαθηματικός – Φροντιστής

Μέλος ΔΣ Ε.Ε.Α.

Μέλος ΔΣ Σ.Ε.Φ.Α.