Σελίδες της ιστορίας: Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ – χρονογράφημα του 1946

Μολυβιές

Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ

Πιό άχαρο έπάγγελμα απ’ τού ταβερνιάρη άσφαλώς δέν θά ύπάρχη.

Μέσα στό μαγαζί του διαστραβρώνονται όλα τά ανθρώπινα πάθη κι’ αίσθήματα άπωθημένα άπ’  τή συμβατικότητα τής κοινωνικής ζωής, στήν άτμοσφαιρα τού κεφιού καί τής κραιπάλης τής ταβέρνας βρίσκουν πρόσφορο έδαφος γιά νά έκδηλωθούν κατά τούς πιο άπίθανους μάλιστα συνδυασμούς.

Ή πολιτική, ό έρωτας, ή δίψα τού χρήματος, τά οίκογενειακά παρασκήνια, έρχονται στήν επιφάνεια με τή βοήθεια τής «ξανθόρευστης γόησσας» καί άντί νά περιορισθούν τά θέματα αύτά στά στενά πλαίσια τής παρέας πού τά συζητεί, παίρνουν διαστάσεις καί καταλήγουν στόν ταβερνιάρη πού καλείται ή σάν διαιτητής νά συμβιβάση τά ασυμβίβαστα ή χρησιμοποιείται σάν βαρύνουσα γνώμη γιά νά δικαιωθή ή μία παράταξη είς βάρος τής άλλης.

— Ρέ Χαράλαμπε τί λές θάχουμε καινούργιο πόλεμο;

‘Ο ταλαίπωρος Χαράλαμπος όμως έχει νά σκεφθεί πιό φλέγοντα έν τώ μεταξύ προβλήματα. Τίς μαρίδες πού τηγανίζονται μήπως καοΰν, τούς λογαριασμούς νά περαστούν στά μπλοκάκια κανονικά γιατί τρέμει μπρός στόν άγορανομικό εφιάλτη τού αύτόφωρου καί τής φυλακής, τό γκαρσόνι μήπως κάνει κανένα λάθος καί χώρια τίς γενικώτερες έγνοιες τού έπιτηδεύμταος, τίς άνάγκες τής φαμίλιας κλπ.

Τό μεθυσμένο κεφάλι όμως τού πελάτη άγνοεί τίς έγνοιες τού ταβερνιάρη καί βάζει στήν πρώτη γραμμή τά δικά του βάσσανα, τούς δικούς του καημούς. Κι’ όσο πιό θολοί καί μπερδεμένοι είναι, τόσο πιό πολύ φταίει ό ταβερνιάρης!

— Καταραμένε κάπελα καί κλέφτη ταβερνιάρη, τί τό νερώνεις τό κρασί, πίνω καί δέ μεθώ; ώρύεται ό ερωτευμένος μπεγκρής πού θέλει ένα βαρέλι ρετσίνα γιά νά πνίξη τή φλόγα τής άγάπης του κι’ έπειδή ή συνειθισμένη ποσότητα δέ φτάνει, φταίει ό ταβερνιάρης.

Τό πολιτειακό πρόβλημα τής χώρας μέσα στήν ταβέρνα βρίσκει τη λύση του. Τά ποτήρια γίνονται πυρομαχικά, οί καρέκλες, τά τραπέζια προχώματα μάχης καί μοναδικό θύμα τής σύρραξης μόνο ό ταβερνιάρης πού άν δέν τήν πληρώση μέ τή ζωή του θά οδηγηθή στό αύτόφωρο ασφαλώς «επί διά ταράξει τής κοινής ησυχίας». Ό καραβοτσακισμένος έπιχειρημαχίας, ό ναυαγός της ζωής, εκεί θά ξεπέσουν όλοι κι’ άπ’ τά «θεία κι’ όλοφώτιστα βάθη» τής ρετσίνας θά ζητήσουν τό ζωντάνεμα ενός χαμένου ονείρου καί θά φωνάξουν καί τόν ταβερνιάρη νά τό ζήσουν μαζί .

— Κυρ Παντελή γιά σκέψου νά ήμαστε πλούσιοι. Νάχαμε αίφνης ένα γκαζονχενεκέ λίρες. Έ, ρέ τί θά φτιάχναμε τότε…

Κι’ ανάμεσα στίς χείμαιρες, στίς αυταπάτες αλλά καί στίς πιό παράξενες ανθρώπινες αδυναμίες, ό ταβερνιάρης πρέπει νά έλίσσεται καί νά δίνη σ’ όλους κάτι άπ’ τον έαυτό του, ένώ σύγχρονα πρέπει νά ζή και τό δικό τον δράμα · · ·

Ν. ΤΕΡ.

Πηγή: «Επαγγελματικά Βιοτεχνικά Εμπορικά Χρονικά», 30 Αυγούστου 1946

Β