728x90

Ποιος θεωρείται έμπορος;

Έμπορος είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει ως σύνηθες επάγγελμα την άσκηση εμπορικών πράξεων με σκοπό το κέρδος.

Ενδεικτικά, εμπορικές πράξεις σύμφωνα με το νόμο είναι η αγορά προς μεταπώληση ή εκμίσθωση, η επιχείρηση χειροτεχνίας, η επιχείρηση παραγγελίας, η επιχείρηση προμήθειας, η επιχείρηση πρακτορείας, η μεταφορά, οι τραπεζικές εργασίες, οι μεσιτικές εργασίες, η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών στο κοινό με εξαίρεση τα ελευθέρια επαγγέλματα (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την κατηγορία ελεύθερος επαγγελματίας), η επιχείρηση δημόσιων θεαμάτων, η επιχείρηση πλειστηριάσεως, η υπογραφή συναλλαγματικών, το θαλάσσιο κι εναέριο εμπόριο κ.ά.

Μεταγενέστερα, χαρακτηρίστηκαν ως εμπορικές πράξεις κι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (άρθρο 15 παρ. 5 του Ν. 3632/1928), η ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή (άρθρο 59 του Ν. 5960/1933) κ.ά.

Τα κριτήρια της εμπορικότητας των πράξεων είναι πολλά και μόνο ο συνδυασμός τους μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα του κατά πόσο κάποιος έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα ή όχι.

Ενδεικτικά, κριτήρια εμπορικότητας θεωρούνται η ανάληψη ρίσκου, η τυχόν επένδυση κεφαλαίου σε εξοπλισμό, εμπορεύματα, πιστώσεις, η ύπαρξη προσωπικού, η πρόθεση επίτευξης κέρδους, η οργάνωση κι η υποδομή της επιχείρησης, το κέρδος κι ο τζίρος της επιχείρησης κ.λπ.

Περαιτέρω, την εμπορική ιδιότητα αποκτούν κι όσοι έχουν διορισθεί ή έχουν πάρει άδεια για να ασκήσουν επάγγελμα το οποίο χαρακτηρίζεται από το νόμο ως εμπορικό. (π.χ. χρηματιστές, παραγγελιοδόχοι, μεταφορείς, προμηθευτές, πράκτορες, ασκούντες τραπεζικές εργασίες κ.λπ.).

Οι μικρέμποροι παρόλο που διενεργούν εμπορικές πράξεις δεν αποκτούν την εμπορική ιδιότητα γιατί στη πραγματικότητα ασκούν τις πράξεις αυτές περισσότερο ως αμοιβή του σωματικού τους κόπου και όχι ως αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών.  Δηλαδή τα πρόσωπα αυτά ασκούν δραστηριότητα με προσωπική εργασία, χωρίς προσωπικό και χωρίς να έχουν διαθέσει χρήματα για την αγορά εξοπλισμού, το ρίσκο δηλαδή που έχουν αναλάβει δεν είναι υψηλό. Στη πραγματικότητα θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει ως αυτοαπασχολούμενους εργάτες.

Κριτήρια για την διαπίστωση εάν κάποιος είναι μικρέμπορος ή όχι είναι ενδεικτικά, το κέρδος που αποκομίζει, ο τζίρος της δραστηριότητας, ο εξοπλισμός και η υποδομή, η ύπαρξη προσωπικού ή μη κλπ. (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την κατηγορία μικρέμπορος)

Τέλος, την εμπορική ιδιότητα αποκτά κι ο ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, από μόνη τη συμμετοχή του σε αυτές, ανεξαρτήτως δηλαδή αν μετέρχεται ή όχι και ατομικά εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα.

Ως προς τα νομικά πρόσωπα, την εμπορική ιδιότητα έχουν: α) η ομόρρυθμη εταιρεία, β) η ετερόρρυθμη εταιρεία, γ) η ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές, δ) η ανώνυμη εταιρεία, ε) η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στ) ο συνεταιρισμός, ζ) η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, η) η ναυτική εταιρεία, θ) η ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής, ι) η ευρωπαϊκή εταιρεία, ια) ο ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού, καθώς και ιβ) η δημοσιευμένη κοινοπραξία που επιδιώκει οικονομικό σκοπό.

Περαιτέρω, την εμπορική ιδιότητα αποκτούν και εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίες όμως επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, όπως η αφανής εταιρεία, η συμπλοιοκτησία, ή η κοινοπραξία που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, ακόμη κι αν δεν έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ.


Τι επιλογές ρύθμισης έχουν οι έμποροι

Προκειμένου να ρυθμίσει λοιπόν ένας έμπορος ή μια εμπορική εταιρεία τις υποχρεώσεις του/της μπορεί να αξιολογήσει τις κάτωθι επιλογές:

 

<< Επιστροφή στον Οδικό Χάρτη Ρύθμισης Οφειλών


Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών ν. 4469/2017

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών (ν. 4469/2017) είναι μια εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης των οφειλών των επιχειρήσεων μέσω υποβολής αιτήσεως ηλεκτρονικά σε ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ).

Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις που έχουν οφειλές προς ιδιώτες, Τράπεζες, Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία να τις ρυθμίσουν συνολικά με γνώμονα την βιωσιμότητα της επιχείρησης και το συμφέρον των πιστωτών.  Με απλά λόγια, η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποπληρώσει το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης και οι πιστωτές (Τράπεζες, Δημόσιο, ιδιώτες) να λάβουν μέσω της ρύθμισης τουλάχιστον το ποσό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της επιχείρησης.

Επομένως, μέσω της διαδικασίας οι πιστωτές πρέπει να πειστούν ότι το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης είναι προς το συμφέρον όλων (επιχείρησης και πιστωτών).

Ποιοί εντάσσονται στο εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων.

Εντάσσονται α) φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα (ατομικές επιχειρήσεις- έμποροι) και β) κάθε νομικό πρόσωπο (εταιρείες) το οποίο αποκτά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα.

Προϋποθέσεις ένταξης.

Αίτηση μπορεί να υποβληθεί εφόσον η επιχείρηση:

1) Κατά την 31η Δεκεμβρίου 2017 είχε οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή

οφειλή που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή

είχε  ληξιπρόθεσμες οφειλές (βεβαιωμένες) προς την Φορολογική Διοίκηση ή

προς Φορέα Κοινωνικής ασφάλισης ή

προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) ή

είχε βεβαιωθεί η μη πληρωμή επιταγών εκδόσεως λόγω μη επαρκούς υπολοίπου ή

είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή

δικαστικές αποφάσεις για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

2) Οι συνολικές προς ρύθμιση οφειλές ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ.

3) Όσοι τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αιτήσεως

Όσοι τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα  πρέπει να έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων ή θετική καθαρή θέση σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες 3 χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης.

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται.

Ρυθμίζονται οφειλές προς Τράπεζες (ακόμα και αν τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), Ελληνικό Δημόσιο, Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και τρίτους που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Δεν ρυθμίζονται όμως οφειλές που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Περαιτέρω ρυθμίζονται οφειλές, οι οποίες προέρχονται από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας είτε αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια), εφόσον η ρύθμιση τους κρίνεται από τους συμμετέχοντες στη διαδικασία απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του οφειλέτη.

Μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις του νόμου δίνεται η δυνατότητα στους πιστωτές να εξαιρούν από την διαδικασία τις μη επιχειρηματικές οφειλές (π.χ. στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια) όταν δεν κρίνουν τη ρύθμισή τους ως απαραίτητη για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του οφειλέτη.

Επίσης πλέον δίνεται η δυνατότητα στο Δημόσιο και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης να προτείνουν λύσεις ρύθμισης των οφειλών τόσο προς οφειλέτες με οφειλές προς αυτούς με  ποσοστό τουλάχιστον 15%, όσο και προς οφειλέτες των οποίων η αίτηση απερρίφθη λόγω μη επίτευξης απαρτίας των πιστωτών.

Ποια είναι η διαδικασία

  • Υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη έως την 31-12-2019 ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά. (Η αίτηση υποβάλλεται υποχρεωτικά και από τους συνοφειλέτες)
  • Εντός 2 εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης διορίζεται συντονιστής, ο οποίος μπορεί να αποποιηθεί εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται αμέσως άλλος.

Εάν λοιπόν ο συντονιστής δεν αποποιηθεί τον διορισμό του, η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού χρέους (ΕΓΔΙΧ) του κοινοποιεί σε ηλεκτρονική μορφή αντίγραφο της αίτησης με τα συνοδευτικά έγγραφα.

  • Ο συντονιστής ειδοποιεί την ΕΓΔΙΧ για την ανάληψη των καθηκόντων του, ελέγχει την πληρότητα της αίτησης και των εγγράφων και αν ο φάκελος δεν είναι πλήρης καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός 5 εργασίμων ημερών τα έγγραφα που λείπουν.

Αν ο φάκελος δεν συμπληρωθεί εμπρόθεσμα η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλεται ηλεκτρονικά στην ΕΓΔΙΧ και στον αιτούντα.

Εάν ο φάκελος είναι πλήρης ή συμπληρώθηκε εμπρόθεσμα τότε ο συντονιστής εκδίδει υπογεγραμμένη βεβαίωση προς την ΕΓΔΙΧ. Η ανωτέρω βεβαίωση πιστοποιείται ηλεκτρονικά από την ΕΓΔΙΧ και κοινοποιείται αυθημερόν στον οφειλέτη και τον συντονιστή.

  • Μόλις ο συντονιστής διαπιστώσει πως ο φάκελος είναι πλήρης κοινοποιεί μέσα σε δύο ημέρες απόσπασμα της αίτησης σε όλους τους πιστωτές που αναφέρονται σε αυτήν. Στο σημείο αυτό για χρονικό διάστημα 90 ημερών αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.
  • Για να ξεκινήσει η διαδικασία της διαπραγμάτευσης απαιτείται να συμμετέχουν οι πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του 50% του συνόλου των απαιτήσεων ενώ για την έγκριση του σχεδίου απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων (3/5) των συμμετεχόντων πιστωτών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ποσοστό δύο πέμπτων (2/5) των συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο.
  • Όταν η συμφωνία επιτευχθεί ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αίτηση για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η απόφαση του δικαστηρίου καταλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων του οφειλέτη που ρυθμίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Προστασία της επιχείρησης – αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

Προβλέπονται δύο αναστολές: μια με την έναρξη της διαδικασίας στα πλαίσια της εξωδικαστικής ρύθμισης και μία από την κατάθεση της αίτησης για επικύρωση στο Δικαστήριο.

Αναστολή κατά τη διαδικασία της εξωδικαστικής απόπειρας για ρύθμιση

Αναστέλλονται αυτοδικαίως για διάστημα 90 ημερών, με δυνατότητα παράτασης τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, τα καταδιωκτικά μέτρα κατά του οφειλέτη από την στιγμή που ο συντονιστής διαπιστώσει ότι ο φάκελος είναι πλήρης και αποστείλει πρόσκληση στους πιστωτές να συμμετάσχουν στη διαδικασία. Συγκεκριμένα, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (μόνο όμως για αυτά που ζητείται η ρύθμισή τους), καθώς και η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, στα οποία περιλαμβάνεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης. Κάθε πράξη εκτέλεσης μετά την παραπάνω κοινοποίηση είναι άκυρη.

Η παραπάνω αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται αυτοδικαίως όταν η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη (λόγω έλλειψης απαρτίας είτε για οποιονδήποτε λόγο) ή ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών.

Μπορεί όμως και πιστωτής με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη να ζητήσει την πρόωρη παύση της, εφόσον πιθανολογείται ότι η αναστολή εκτέλεσης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα πιστωτή. Αν η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών τότε το δικαστήριο αίρει την αναστολή υποχρεωτικά.

Η παραπάνω παράταση των 4 μηνών συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ) στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του οφειλέτη με αναγκαία προϋπόθεση την απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών.

Η παραπάνω αναστολή επάγεται την απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων.

Αναστολή κατά την επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης

Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και έως την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, κατά του οφειλέτη (για απαιτήσεις που ρυθμίζονται στη σύμβαση). Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου, εκτός εάν πρόκειται για εγγραφή προσημείωσης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης ή για ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.

Σημείωση: Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή της κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης της επικύρωσης, αναστέλλεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη και η ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν. 1882/1990).

Τι ισχύει για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία.

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση το Δημόσιο από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβει μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρνε εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120 και η ελάχιστη μηνιαία δόση να είναι μικρότερη των 50 ευρώ.

Για οφειλές έως 3.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 36 μήνες με ελάχιστη δόση πενήντα ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού, ενώ για οφειλές από 3.001 ευρώ έως 20.000 ευρώ η αποπληρωμή φτάνει το ανώτερο τους 120 μήνες με δυνατότητα διαγραφής τόκων και προσαυξήσεων.

Η διαγραφή βασικής οφειλή παρακρατούμενων εισφορών εργαζομένων προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης απαγορεύεται.

Γίνεται διαγραφή ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Οι υφιστάμενες ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο σύμφωνα τους νόμους 4152/2013, 4174/2013, 4305/2014 και 4321/2015, εντάσσονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία έγκρισης της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ανωτέρω ρυθμίσεων στις περιπτώσεις και στο βαθμό που η εφαρμογή τους καθιστά αδύνατη, βάσει της συνολικής δυνατότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, την αναδιάρθρωση των οφειλών προς τους λοιπούς πιστωτές χωρίς αυτοί να περιέρχονται σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών και των βεβαρημένων υπέρ αυτών περιουσιακών στοιχείων τρίτων στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Βασικά σημεία της ρύθμισης

Υποχρεωτικά η ρύθμιση δεν θα πρέπει να φέρει σε χειρότερη οικονομική θέση τους πιστωτές από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Δηλαδή το ποσό που θα πρέπει να λάβουν οι πιστωτές μέσω της ρύθμισης να είναι αυτό που θα έπαιρναν εάν γινόταν πλειστηριασμός επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κάθε ρύθμιση ισχύει και υπέρ κάθε συνοφειλέτη που έχει συνυποβάλλει αίτηση και υπέρ κάθε εγγυητή.

Οι εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και κάθε άλλου φορέα του δημοσίου τομέα υπέρ πιστωτικών ιδρυμάτων ακολουθούν τις απαιτήσεις όπως αυτές ρυθμίζονται με τη συμφωνία.

Διαγράφονται το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα και ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν υποβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Γίνεται άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον εξωδικαστικό μηχανισμό μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της ΕΓΔΙΧ http://www.keyd.gov.gr/

>> Αρχή της σελίδας


Προπτωχευτική συμφωνία εξυγίανσης άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα

Η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης έχει ως σκοπό τη διάσωση της επιχείρησης μέσω της κατάρτισης ειδικής συμφωνίας με τους πιστωτές της χωρίς όμως να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση τους. Ο νόμος αναφέρεται στους πιστωτές που δεν θα συμμετάσχουν ή δεν θα συναινέσουν στη συμφωνία εξυγίανσης οι οποίοι δεν θα πρέπει να βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης.

Αντίθετα, οι συμβληθέντες πιστωτές μπορούν να συμφωνήσουν ελεύθερα το περιεχόμενο της συμφωνίας.

Ποιοί εντάσσονται στη διαδικασία εξυγίανσης του αρ. 99 του ΠτΚ

Εντάσσονται φυσικά ή νομικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, τα οποία έχουν το κέντρο των κύριων συμφερόντων τους στην Ελλάδα.

Προϋποθέσεις ένταξης.

Αίτηση μπορεί να υποβληθεί εφόσον η επιχείρηση:

α) βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της κατά τρόπο γενικό,

β) όταν υφίσταται απλώς πιθανότητα αφερεγγυότητάς της κατά την κρίση του Δικαστηρίου.

Τα στοιχεία που εξετάζονται από το πτωχευτικό Δικαστήριο, είναι τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, η περιουσιακή κατάσταση αυτής, η επιχειρηματική δραστηριότητα και το οικονομικό περιβάλλον της επιχείρησης.

Ποια είναι η διαδικασία.

Η διαδικασία που ακολουθείται περιλαμβάνει 3 στάδια:

α) την εξωδικαστική κατάρτιση της συμφωνίας εξυγίανσης,

β) την υποβολή αίτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την επικύρωση της συμφωνίας και

γ) την επικύρωση της συμφωνίας.

 

Ειδικότερα:

α) εξωδικαστική κατάρτιση της συμφωνίας εξυγίανσης

Με επιμέλεια της επιχείρησης συντάσσεται το επιχειρηματικό σχέδιο αναδιάρθρωσης της επιχείρησης (business plan) το οποίο και θα αποτελέσει τη βάση των άτυπων διαπραγματεύσεων μεταξύ επιχείρησης και πιστωτών. Στο σχέδιο περιέχονται τα εξυγιαντικά μέτρα και οι όροι της συμφωνίας.

 

Απαιτούμενη πλειοψηφία πιστωτών

Προκειμένου να επικυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης από το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει συναφθεί από την επιχείρηση και από τους πιστωτές της που εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, έστω και μη ληξιπρόθεσμων, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ή με προσημείωση υποθήκης  εξασφαλισμένων απαιτήσεων.

Συμμετοχή Δημοσίου και δημοσίων φορέων

Το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι δημόσιες επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα καθώς κι οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, δύνανται να συναινούν με τους ίδιους όρους στη διαδικασία σύναψης της συμφωνίας εξυγίανσης όπως και οι ιδιώτες πιστωτές ακόμη και αν παραιτούνται από προνόμια και εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσεως.

Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης

Η συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης κι ιδίως:

α) τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων της,

β) την κεφαλαιοποίηση των υποχρεώσεών της,

γ) τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των πιστωτών,

δ) τη μείωση των απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης,

ε) την εκποίηση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης,

στ) την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης σε τρίτο,

ζ) τη μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου της επιχείρησης,

η) την αναστολή των διώξεων των πιστωτών,

θ) το διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας και

ι) την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς εξόφληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής θέσης της επιχείρησης.

Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό Δικαστήριο, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από την οφειλέτρια επιχείρηση δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμφωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της.

β) Υποβολή αίτησης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την επικύρωση της συμφωνίας

Σε περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία, η αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή τους συμβαλλόμενους πιστωτές στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του επιχείρησης.

Στην αίτηση αυτή πρέπει να περιγράφονται:

α) η επιχείρηση (αντικείμενο δραστηριότητας, μέγεθος επιχείρησης, αριθμός προσωπικού, προοπτικές αγοράς),

β) η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης (υποχρεώσεις προς πάσης φύσεως πιστωτές, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, αποτελέσματα χρήσεων),

γ) τα αίτια της οικονομικής αδυναμίας ή της πιθανότητας αφερεγγυότητας,

δ) τα μέτρα που συμφωνήθηκαν για την αντιμετώπιση της κατάστασης,

ε) τεκμηρίωση συνδρομής ουσιαστικών προϋποθέσεων καθώς και προϋποθέσεων επικύρωσης, και

στ) το αίτημα επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης.

Επίσης, υποχρεωτικά συνυποβάλλονται με ποινή απαραδέκτου: α) η υπογεγραμμένη συμφωνία εξυγίανσης, β) οι οικονομικές καταστάσεις για την τελευταία διαθέσιμη χρήση, γ) βεβαίωση οικονομικής υπηρεσίας για χρέη προς το Δημόσιο και β) έκθεση εμπειρογνώμονα.

Προστασία της επιχείρησης – αναστολή μέτρων ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης

Από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι την έκδοση απόφασης από το πτωχευτικό Δικαστήριο, αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής κατάσχεσης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, με ανώτατο όριο διάρκειας τους τέσσερις (4) μήνες από την κατάθεση της αίτησης.

Μετά τη πάροδο της περιόδου των τεσσάρων (4) μηνών προβλέπεται η δυνατότητα λήψης και άλλων προληπτικών μέτρων, είτε διαρκούσης της αυτοδίκαιης αναστολής, είτε μετά τη λήξη της και μέχρι την έκδοση απόφασης επικύρωσης. Τα παραπάνω προληπτικά μέτρα μπορεί να επεκτείνονται και υπέρ εγγυητών ή λοιπών συνοφειλετών.

γ) Έκδοση απόφασης περί επικύρωσης ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης.

Το πτωχευτικό Δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, εφόσον:

α) αυτή έχει συναφθεί με το 60% του συνόλου των πιστωτών (συμπεριλαμβανομένου του 40% των εξασφαλισμένων),

β) πιθανολογείται ότι η επιχείρηση θα καταστεί βιώσιμη μετά την επικύρωση της συμφωνίας,

γ) δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών,

δ) η συμφωνία εξυγίανσης δεν είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης, ούτε παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου,

ε) δε θίγεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης των πιστωτών. Αποκλίσεις από αυτήν επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πελατών της επιχείρησης που η μη ικανοποίησή τους βλάπτει τη φήμη της επιχείρησης, εργατικές απαιτήσεις κλπ.

Αν με την επικύρωση της συμφωνίας δεν αίρεται η παύση πληρωμών  που τυχόν υφίσταται, το πτωχευτικό δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης και, αν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, κηρύσσει την πτώχευση της επιχείρησης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ

Με την επικύρωση της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης.

Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία αποτελεί τίτλο εκτελεστό και τα αποτελέσματά της επεκτείνονται σε εγγυητές και συνοφειλέτες, εκτός κι εάν δε συναινεί ο πιστωτής.

Περαιτέρω, με την επικύρωση της συμφωνίας:

α) αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στην επιχείρηση,

β) αναστέλλεται η ποινική δίωξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών και τα ασφαλιστικά ταμεία εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν την υποβολή της αίτησης, για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρκέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της επιχείρησης που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εξόφλησής τους,

γ) εξαλείφεται το αξιόποινο των παραπάνω πράξεων σε περίπτωση πλήρους κι εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της επιχείρησης,

δ) χορηγείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα.

>> Αρχή της σελίδας


Κώδικας δεοντολογίας τραπεζών

Με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών θεσπίστηκαν οι γενικές αρχές συμπεριφοράς μεταξύ δανειολήπτη και Τράπεζας, προκειμένου να διακανονίζονται δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση αλλά δεν έχουν καταγγελθεί.

Κάθε ίδρυμα σύμφωνα με τον Κώδικα υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του ν. 4224/2013.

Βασική υποχρέωση αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του Κώδικα, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.

Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 60 ημερολογιακών ημερών.

Ποια είναι η διαδικασία;  

Εφαρμόζονται τα ακόλουθα πέντε στάδια:

Στάδιο 1: Επικοινωνία με τον δανειολήπτη

Στάδιο 2: Συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη

Στάδιο 3: Αξιολόγηση οικονομικών δεδομένων

Στάδιο 4: Πρόταση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης

Στάδιο 5: Διαδικασία Εξέτασης Ενστάσεων

Αυτά τα πέντε στάδια αφορούν τον λεγόμενο συνεργάσιμο δανειολήπτη, δηλαδή αυτόν ο οποίος πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας προβαίνει σε ορισμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου, ως αντικλήτου επικοινωνίας για κάθε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι διαθέσιμος,

β) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών,

γ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της

δ) προβαίνει αυτοπροσώπως είτε διά του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του (π.χ. πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητα του [κληρονομιά κ.λπ.], απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.λπ.) και

ε) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης,

Ποιοι είναι βασικοί τύποι ρύθμισης που προβλέπονται;

Προβλέπονται 3 βασικοί τύποι ρύθμισης :

 

Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μικρότερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Καταβολή μόνο των τόκων.
  • Μειωμένες δόσεις για ορισμένη περίοδο.
  • Περίοδο χάριτος .
  • Μεταφορά πληρωμής δόσεων για το μέλλον.
  • Τακτοποίηση του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων

Η διάρκεια τους είναι μεγαλύτερη των 5 ετών και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Μόνιμη μείωση επιτοκίου ή του συμβατικού περιθωρίου.
  • Αλλαγή Τύπου επιτοκίου, από κυμαινόμενο σε σταθερό ή το αντίστροφο
  • Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου.
  • Διαχωρισμός του δανείου σε δύο τμήματα (πχ ένα ενυπόθηκο δάνειο το οποίο θα συνεχίσει θα πληρώνεται κανονικά το μισό  και το υπόλοιπο να μεταφέρεται για το μέλλον, με ρευστοποίηση περιουσιακού στοιχείου ή άλλου είδους διευθέτηση).
  • Μερική διαγραφή χρεών.
  • Πρόσθετη εξασφάλιση για να επιτευχθεί ευνοϊκότερη ρύθμιση.
  • Λειτουργική αναδιάρθρωση της επιχείρησης με αλλαγή της διοίκησης όταν οι πιστωτές θεωρούν βιώσιμη την επιχείρηση.
  • Συμφωνίες ανταλλαγής χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο όπου η Τράπεζα καθίσταται μέτοχος της επιχείρησης.

Τύποι οριστικής διευθέτησης

Ο σκοπός είναι η οριστική τακτοποίηση της οφειλής και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Εθελοντική παράδοση Ενυπόθηκου ακινήτου (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου).
  • Μετατροπή σε Χρηματοδοτική Μίσθωση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου υπογράφοντας σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με δυνατότητα μίσθωσης και χρήσης για ορισμένη χρονική περίοδο).
  • Πώληση και ενοικίαση (Ο δανειολήπτης παραχωρεί την κυριότητα του ακινήτου με δυνατότητα μίσθωσης για ελάχιστη περίοδο τριών ετών).
  • Μεταβίβαση του δανείου σε άλλο ίδρυμα.
  • Ανταλλαγή με στεγαστικό δάνειο μικρότερης αξίας για αγορά κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης μικρότερης αξίας.

Για κάθε κατηγορία δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται ενδεικτικά, στοιχεία όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητα του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών.

Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπροσθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχείρησης, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρηματικό σχέδιο ή σχέδιο.

Το ίδρυμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με το δανειολήπτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητα του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση).

Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης.

Ο Κώδικας αναφέρει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώνει τα πέντε παραπάνω στάδια του κώδικα πριν προβεί σε καταγγελία της οικείας τραπεζικής σύμβασης και να εκκινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Συμπερασματικά, η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών προβλέπει έναν υποχρεωτικό τρόπο εξωδικαστικής απόπειρας ρύθμισης των τραπεζικών δανείων προκειμένου οι τράπεζες να μην προχωρούν καταχρηστικά στη καταγγελία τους και να δίνεται στον δανειολήπτη μια ευκαιρία ρύθμισης των δανείων του με οριοθετημένη διαδικασία και κάποιες γενικές αρχές που οφείλουν να τηρούν οι τράπεζες αλλά και ο ίδιος ο δανειολήπτης.

Επομένως είναι προς το συμφέρον των δανειοληπτών, αν λάβουν την εν λόγω επιστολή από τη Τράπεζα να ανταποκριθούν εντός της τασσόμενης προθεσμίας και να τηρούν οι ίδιοι αρχείο με όλα τα σχετικά έγγραφα και τις επιστολές που θα ανταλλάξουν με τη Τράπεζα.

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, ο μόνος τρόπος να αποδείξουν σε ένα μελλοντικό δικαστήριο ότι η Τράπεζα δεν ακολούθησε τη διαδικασία σωστά ή ότι καταχρηστικά κατήγγειλε το δάνειό τους προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν τα μέτρα εκτέλεσης που θα ακολουθήσει η Τράπεζα, είναι να προσκομίσουν, εκτός άλλων, και τα παραπάνω έγγραφα.

>> Αρχή της σελίδας


Εξωδικαστική διαπραγμάτευση (μόνο για δάνεια)

Εξωδικαστική ρύθμιση δανείων – Σε κάθε στάδιο της επικοινωνίας μας με τη Τράπεζα, είτε το δάνειο αποπληρώνεται κανονικά, είτε αυτό είναι καταγγελμένο, ακόμα και αν έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μπορεί να γίνει ελεύθερη διαπραγμάτευση και εκτός του πλαισίου του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών.

Χρήσιμο είναι να κρατάμε επικοινωνία με την Τράπεζα γιατί σήμερα προσφέρονται αρκετά καλές ρυθμίσεις, κυρίως στα καταναλωτικά δάνεια και όταν έχουμε αδυναμία πληρωμής είναι προς το συμφέρον μας να ενημερώνουμε εγγράφως την Τράπεζα για το πρόβλημά μας προκειμένου να αξιολογηθεί η δυνατότητα ρύθμισης.

Αυτό που εξετάζεται κυρίως είναι το οικογενειακό εισόδημα και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης και όταν υπάρχει ακίνητη περιουσία η εμπορική αξία των ακινήτων και κατά πόσον αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν (μίσθωση, πώληση).

Μια διαπραγμάτευση έχει τρωτά σημεία και για τις δύο πλευρές. Στις περιπτώσεις που η Τράπεζα δεν θέλει να προχωρήσει σε εκποίηση του ακινήτου θα επιλέξει να ρυθμίσει το δάνειο με ευνοϊκούς όρους για τον δανειολήπτη. Αν όμως το ακίνητο έχει εμπορική αξία και ο δανειολήπτης φαίνεται ότι δεν έχει τα εισοδήματα να αποπληρώσει ούτε την εμπορική αξία του ακινήτου τότε το καλύτερο σενάριο, αν τελικά δεν εκποιηθεί το ακίνητο, φαίνεται να είναι η ρύθμιση με μία περίοδο χάριτος όπου ο δανειολήπτης θα καταβάλλει μια χαμηλή μηνιαία δόση για κάποια χρόνια η οποία, με τη λήξη όμως της περιόδου αυτής η μηνιαία δόση θα αυξηθεί δραματικά.

 

Ο δανειολήπτης από την άλλη φοβάται μήπως χάσει το ακίνητό του αλλά στη πραγματικότητα κάθε ρύθμιση είναι σαν νέα αγορά του ακινήτου. Επομένως θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει το ακίνητο και αν αξίζει να πληρώσει το ποσό που του ζητάει η Τράπεζα για τη διάσωσή του.  Επίσης θα πρέπει να λάβει υπόψην την ηλικία του και κατά πόσο οι κληρονόμοι του στο μέλλον θα θέλουν να αποδεχτούν ένα τέτοια δάνειο.

Αν δεν έχει ψυχραιμία και δεν διαχειριστεί το πρόβλημα με εμπορικούς όρους δεν θα μπορέσει να κάνει καλή ρύθμιση.

Αυτό που θα πρέπει να πληρώσει με τη ρύθμιση θα είναι σίγουρα κάτι κοντά στη εμπορική αξία των ακινήτων του, στη περίπτωση δε που υπάρχουν και εγγυητές τότε συνυπολογίζονται τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα και αυτών.

 

Σε κάποιες περιπτώσεις η οικειοθελής παράδοση του ακινήτου μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή.

Σε κάποιες περιπτώσεις η διαμεσολάβηση μπορεί να αποδώσει αλλά αυτό εξαρτάται από τις προθέσεις της Τράπεζας και το πώς θα κυλίσει η διαπραγμάτευση κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

 

Τι πρέπει επομένως να προσέξει ο δανειολήπτης

Αν θέλει το ακίνητο

Αν το νέο δάνειο – ρύθμιση είναι κοντά στην εμπορική αξία του ακινήτου

Αν η μηνιαία δόση της ρύθμισης ανταποκρίνεται στη μισθωτική αξία του ακινήτου. Δηλαδή η δόση να είναι κοντά στο μίσθωμα ενός αντίστοιχου ακινήτου στην ίδια περιοχή.

Αν μπορεί να εκμισθώσει κάποιο ακίνητο για να αυξήσει το εισόδημά του.

Αν μπορεί να πουλήσει κάποιο ακίνητο για να απομειώσει την οφειλή του

Διανύουμε μια τελείως νέα εποχή για τους ιδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι προκειμένου να τα διατηρήσουν στην κυριότητά τους θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα εκμεταλλεύονται για να αποδίδουν κάποιο εισόδημα.

Όλες οι προτάσεις προς τη τράπεζα πρέπει να γίνονται γραπτώς

Ο δανειολήπτης πρέπει να καταβάλλει αυτό που μπορεί ακόμα και αν δεν έχει ρυθμίσει το δάνειο του γιατί αυτό θα αξιολογηθεί θετικά και από τη Τράπεζα αλλά και από ένα Δικαστήριο στο μ΄/μέλλον αν η υπόθεση τελικά οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Ελέγχουμε όλες τις επιστολές, κρατάμε στοιχεία και ονόματα εισπρακτικών, ημερομηνίες και ώρες που μας καλούν

Όλα τα παραπάνω τα κάνουμε για να χτίσουμε μια αμυντική γραμμή και για να βοηθήσουμε το δικηγόρο μας ως προς τους λόγους ανακοπής που μπορεί να προβάλει.

Αν κοινοποιηθεί έγγραφο με δικαστικό επιμελητή επικοινωνούμε με το δικηγόρο μας άμεσα γιατί τρέχουν προθεσμίες.

Αν τελικά το δάνειο δεν ρυθμιστεί, η αλληλογραφία είναι ο μόνος τρόπος οι δανειολήπτες να αποδείξουν σε ένα ενδεχόμενο δικαστήριο στο μέλλον ότι η Τράπεζα ενήργησε ενδεχομένως καταχρηστικά προκειμένου να αμυνθούν και να ανακόψουν την αναγκαστική εκτέλεση που θα ακολουθήσει στη πορεία.

>> Αρχή της σελίδας


Πτώχευση – Απαλλαγή από οφειλές (2η Ευκαιρία)

Σκοπός του πτωχευτικού κώδικα είναι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησής του (βλέπε «Προπτωχευτική διαδικασία Εξυγίανσης  αρ. 99 ΠτΚ).

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο σκοπός της πτώχευσης είναι η συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη προκειμένου να ικανοποιηθούν οι πιστωτές του. Σε αντίθεση με το νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) δεν υπάρχει δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη εμπόρου και αυτός είναι ένας βασικός λόγος που πολλοί έμποροι επιχειρούν να υπαχθούν στο ν. 3869/2010.

Σε αρκετές περιπτώσεις που οι οφειλές της επιχείρησης δεν μπορούν να ρυθμιστούν ο οφειλέτης οφείλει αλλά είναι και προς το συμφέρον του, εφόσον δεν έχει άλλη επιλογή, να ακολουθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης.

Ποιος μπορεί να πτωχεύσει

Σύμφωνα με άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.

Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο.

Το ποιος θεωρείται έμπορος αναλύθηκε παραπάνω.  Οι ενώσεις προσώπων που έχουν την πτωχευτική ικανότητα ενδεικτικά είναι η αστική εταιρεία με οικονομικό σκοπό και νομική προσωπικότητα (ΑΚ 784), η κοινοπραξία με οικονομικό σκοπό και νομική προσωπικότητα κλπ.

Η παύση της εμπορίας ή της οικονομικής δραστηριότητας ή ο θάνατος δεν κωλύουν την πτώχευση, εφόσον επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του (βλέπε κατηγορία «πρώην έμπορος»). Στη περίπτωση όμως θανάτου του οφειλέτη, η αίτηση για κήρυξή του σε πτώχευση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έτους από το θάνατό του.

Κηρύσσεται όμως εφόσον με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του δικαστηρίου πιθανολογείται ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.

Αρμόδιο Δικαστήριο και διαδικασία

Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.

Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος σύνδικος, έχει δε την υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση.

Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης των ενέγγυων πιστωτών επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τα οποία συνδέονται λειτουργικά ή άμεσα με την επιχειρηματική δραστηριότητά του ή με παραγωγική μονάδα ή εκμετάλλευση του οφειλέτη, αναστέλλονται για χρονικό διάστημα  όχι μεγαλύτερο των 10 μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης. Η αναστολή αυτή δεν επεκτείνεται στα υπέγγυα αντικείμενα που ανήκουν σε εγγυητές ή στον οφειλέτη, αλλά δεν συνδέονται λειτουργικά και άμεσα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, παραγωγική μονάδα ή εκμετάλλευσή του.

Η πτώχευση περατώνεται με την επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης (άρθρο 125 παράγραφος 2), με την εκποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της, καθώς και με την παύση των εργασιών της λόγω έλλειψης ενεργητικού, λόγω της παρέλευσης 10 ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά τη παρέλευση δεκαπέντε ετών από τη κήρυξη της πτώχευσης ή λόγω εξόφλησης όλων των πτωχευτικών πιστωτών κατά κεφάλαιο και τόκους μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης.

Τι ισχύει για τους ομόρρυθμους εταίρους

Επί πτώχευσης ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εταιρειών, με την ίδια απόφαση με την οποία κηρύσσεται σε πτώχευση η εταιρεία , κηρύσσονται σε πτώχευση και τα ομόρρυθμα μέλη της. Η πτώχευση δε αστικής εταιρείας με νομική προσωπικότητα ή άλλης ένωσης προσώπων με νομική προσωπικότητα, δεν επιφέρει και τη συμπτώχευση των μελών της.

Οι ομόρρυθμοι εταίροι ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας  μπορούν να πτωχεύσουν ατομικώς ή να συμπτωχεύσουν με την εταιρεία, ο μέτοχος Α.Ε. και ο εταίρος Ε.Π.Ε., εφόσον έχει το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων αντίστοιχα ή παρέχει προσωπικές εγγυήσεις υπέρ της Α.Ε.

Η απαλλαγή του οφειλέτη φυσικού προσώπου.

Το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφαίνεται ότι ο οφειλέτης είναι συγγνωστός, αν αυτός επιδεικνύει καλή πίστη τόσο κατά τη κήρυξη της πτώχευσης όσο και κατά τη διάρκειά της, είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειές του.

Αν ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει μετά τη παρέλευση δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης αίτηση  στο πτωχευτικό δικαστήριο και εφόσον τον κρίνει συγγνωστό σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερθέντα, τον απαλλάσσει πλήρως από το υπόλοιπο των απαιτήσεών των πιστωτών που δεν ικανοποιείται από την πτωχευτική περιουσία.

>> Αρχή της σελίδας


Νέο πλαίσιο προστασίας κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019)

Νέο πλαίσιο προστασίας κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019). Προθεσμία υποβολής 31-12-2019.

 

Εισαγωγή.

Λίγα λόγια για το νέο νόμο.

Μετά τη λήξη του άρθρου 9 του 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) ως προς τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας (η προθεσμία ήταν μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019), ο νόμος Κατσέλη συνεχίζει να υφίσταται ως διαδικασία αναδιάρθρωσης και διαγραφής οφειλών, μόνο που όσοι υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή από την 1η Μαρτίου 2019 και μετά, ναι μεν μπορούν να διαγράψουν μέρος ή και σημαντικό μέρος των χρεών τους, δεν δικαιούνται όμως να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους.

Υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη, για όσους υποβάλλουν αίτηση μετά την 28η Φεβρουαρίου 2019, σημαίνει ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας τους. Όσοι έχουν ήδη καταθέσει αίτηση υπαγωγής στο νόμο Κατσέλη μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019 μπορούν να διασώσουν τη κύρια κατοικία τους με το νομικό πλαίσιο και τις προϋποθέσεις και ίσχυαν μέχρι εκείνη την ημερομηνία.

Το νέο νομικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019) δίνει τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη, μέσω υποβολής αιτήσεως σε ηλεκτρονική πλατφόρμα και όχι με δικαστική απόφαση όπως στο νόμο Κατσέλη.

Τα  κριτήρια ένταξης είναι πολύ πιο αυστηρά και οι προϋποθέσεις πολλές. Πρόκειται για ένα νόμο με προσωρινή ισχύ και η τελευταία ημέρα υποβολής της αιτήσεως είναι η 31η Δεκεμβρίου 2019.

 

Μια βασική διαφορά ανάμεσα στο νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) και το νέο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας (ν. 4605/2019) είναι ότι δικαίωμα υπαγωγής έχουν όλοι, ανεξαρτήτως ιδιότητας (δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας ή μη) και ρυθμίζονται για πρώτη φορά επαγγελματικά δάνεια αρκεί τα δάνεια αυτά να έχουν εξασφάλιση (υποθήκη ή προσημείωση) στη κύρια κατοικία του δανειολήπτη.

Ενώ δηλαδή στο νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010) δεν μπορούσαν να υπαχθούν έμποροι ή πρώην έμποροι που είχαν κάνει παύση πληρωμών, στο νέο πλαίσιο μπορούν να υπαχθούν και αυτοί.

Μια άλλη βασική διαφορά είναι ότι στο νέο πλαίσιο (ν. 4605/2019) υπάρχει όριο ως προς το ύψος των οφειλών που εντάσσονται στη ρύθμιση,  για τις επιχειρηματικές οφειλές το ποσό αυτό είναι οι 100.000 ευρώ ανά πιστωτή ενώ για τις προσωπικές (στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια) οι 130.000 ευρώ ανά πιστωτή.

Επιπλέον, προβλέπεται κούρεμα των οφειλών που εντάσσονται στη ρύθμιση, το οποίο εξαρτάται από την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη καθώς και επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο μέρους της μηνιαίας δόσης προς τη Τράπεζα κατά ποσοστό που μπορεί να φτάνει μέχρι και το ½ της δόσης αυτής, ανάλογα με το εισόδημα της οικογένειας του δανειολήπτη.

Η διαδικασία γίνεται μέσω υποβολής αιτήσεως σε ηλεκτρονική πλατφόρμα και δεν έχει καθολικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν εντάσσονται όλες οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού αλλά αποκλειστικά δάνεια που έχουν εξασφάλιση στη κύρια κατοικία ενώ τα δάνεια αυτά, όπως προαναφέρθηκε,  δεν πρέπει να ξεπερνούν  ένα όριο – υπόλοιπο οφειλής (στεγαστικά – καταναλωτικά δάνεια τις 130.000 ευρώ ανά πιστωτή και επιχειρηματικά δάνεια τις 100.000 ευρώ ανά πιστωτή).

Την ίδια στιγμή πρέπει να υπάρχουν αθροιστικά μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις όπως η αξία του συνόλου της περιουσίας της οικογένειας πέραν της κύριας κατοικίας, οι καταθέσεις, η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κλπ.

 

Ποιοι μπορούν να μπουν στο νέο νόμο;

Δικαίωμα υπαγωγής έχουν όλοι, ανεξαρτήτως πτωχευτικής ή μη ικανότητας. Εντάσσονται δηλαδή έμποροι, πρώην έμποροι, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, συνταξιούχοι, άνεργοι και ελεύθεροι επαγγελματίες. Δεν εντάσσονται εταιρείες, μόνο φυσικά πρόσωπα.

Αίτηση μπορούν να υποβάλλουν και όσοι έχουν ασκήσει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) και αυτή είναι εκκρεμής σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί.

Αν οι δανειολήπτες ρυθμίσουν τελικά συναινετικά οποιαδήποτε από τις οφειλές, που είναι επιδεκτικές ρύθμισης κατά τον παρόντα νόμο, τότε η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται.

Σημαντικό, επίσης, είναι να αναφέρουμε ότι δικαίωμα υπαγωγής και ρύθμισης οφειλών άλλων ενοχικά υπόχρεων φυσικών προσώπων, έχουν όσοι είναι τρίτοι κύριοι ακινήτων και έχουν παραχωρήσει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στη δική τους κύρια κατοικία για οφειλές των προσώπων αυτών από οποιαδήποτε αιτία προς πιστωτικά ιδρύματα ή από στεγαστικό δάνειο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον οι οφειλές αυτές βρίσκονταν σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018.

 

Ποιες οφειλές εντάσσονται;

 

Εντάσσονται οφειλές από οποιαδήποτε αιτία (στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια) προς πιστωτικά ιδρύματα (περιλαμβάνονται οι εταιρείες διαχείρισης κόκκινων δανείων και τα πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση), καθώς και οφειλές από στεγαστικό δάνειο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον α)  για τις οφειλές αυτές έχει εγγραφεί, πριν την υποβολή της αιτήσεως, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, και β) οι οφειλές αυτές είναι σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019.

Η ρύθμιση δεν είναι καθολική, δηλαδή δεν ρυθμίζονται οι υπόλοιπες υποχρεώσεις του νοικοκυριού όπως χρέη προς το Δημόσιο, τα Ασφαλιστικά Ταμία και τα δάνεια χωρίς εξασφάλιση στη κύρια κατοικία. Αν υπάρχουν τέτοιες οφειλές, οι δανειολήπτες θα πρέπει να τις ρυθμίσουν ξεχωριστά με τις ρυθμίσεις που ισχύουν για το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία ενώ για τις οφειλές προς Τράπεζες που δεν ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο, θα πρέπει να τις ρυθμίσουν εξωδικαστικά ( 1.Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών, 2. διαμεσολάβηση,  3. ελεύθερη διαπραγμάτευση)

Τέλος, δεν ρυθμίζονται οφειλές, για τις οποίες υφίσταται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

 

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις υπαγωγής;

 

  1. Το δάνειο πρέπει να είναι σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών κατά την 31-12-2018
  2. Το δάνειο πρέπει να έχει εξασφάλιση στη κύρια κατοικία του δανειολήπτη (υποθήκη ή προσημείωση) που βρίσκεται στην Ελλάδα.

Σημείωση:  Ως «κύρια κατοικία» νοείται αυτή που προκύπτει από την τελευταία υποβληθείσα φορολογική δήλωση του αιτούντος.

  1. Το υπόλοιπο της οφειλής να μην υπερβαίνει τις 130.000 ευρώ ανά πιστωτή ή τις 100.000 ευρώ ανά πιστωτή αν στις οφειλές που αιτείται η ρύθμιση τους περιλαμβάνονται και επιχειρηματικά δάνεια. Στα ως άνω ποσά συμπεριλαμβάνονται κεφάλαιο, λογιστικοποιημένοι τόκοι και έξοδα εκτέλεσης.
  2. Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας να μην υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ και τις 175.000 ευρώ αν στις οφειλές που αιτείται η ρύθμιση τους περιλαμβάνονται και επιχειρηματικά δάνεια.
  3. Το οικογενειακό εισόδημα να μην υπερβαίνει τις 12.500 ευρώ με προσαύξηση κατά 8.500 ευρώ για τον σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι 3 μέλη.

Σημείωση:

Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται το άθροισμα των εισοδημάτων του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών, μειωμένο κατά τους αναλογούντες φόρους, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 και το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31του ν. 3986/2011 (Α` 152). Στο «οικογενειακό εισόδημα» συμπεριλαμβάνονται και τα αφορολόγητα, καθώς και τα αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά.

 

  1. Αν το σύνολο των οφειλών που αιτείται η ρύθμισή τους υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ τότε η ακίνητη περιουσία του αιτούντα, του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών να μην ξεπερνά τα 80.000 ευρώ (μαζί με τα μεταφορικά μέσα του αιτούντα και του συζύγου).
  2. Οι καταθέσεις, πολύτιμα μέταλλα, νομίσματα κλπ να μην υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ.
  3. Να μην έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του νόμου Κατσέλη που απορρίπτει λόγω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω ύπαρξης επαρκούς περιουσίας του αιτούντος ή που δέχθηκε την αίτηση, ακόμα κι αν ο οφειλέτης εξέπεσε από την ρύθμιση του 3869/2010.

Αν εκδόθηκε τέτοια απόφαση (δόλος ή ύπαρξη επαρκούς περιουσίας), ο δανειολήπτης μπορεί να ασκήσει την αίτηση για υπαγωγή στο νέο νόμο (ν. 4605/2019) μόνο αν πριν την άσκηση της αίτησής του η απόφαση εξαφανίστηκε ή αναιρέθηκε ύστερα από παραδοχή ένδικου μέσου.

Αν όμως η αίτηση του νόμου Κατσέλη απορριφθεί για άλλο λόγο, όπως αοριστία ή λόγω πτωχευτικής ικανότητας, τότε ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα να υποβάλλει την αίτηση για υπαγωγή στο νέο νόμο.

 

Τι θα πετύχω μέσω της ένταξής στο νόμο

Μέσω της ρύθμισης προστατεύεται η κύρια κατοικία και κουρεύεται η οφειλή ανάλογα με την εμπορική αξία της κατοικίας ενώ επιδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο μέρος της μηνιαίας δόσης.

Ειδικότερα, για την προστασία της κύριας κατοικίας, ο δανειολήπτης θα καταβάλλει το εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) της εμπορικής της αξίας σε μηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου προσαυξημένο κατά δύο τοις εκατό (2%).

Το ποσό πάνω από την  αξία αυτή διαγράφεται. Εννοείται ότι αν η οφειλή είναι χαμηλότερη από το 120% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας ο δανειολήπτης θα πληρώσει ολόκληρη την οφειλή του και όχι κάτι παραπάνω από το ανωτέρω προβλεπόμενο επιτόκιο Euribor + 2% .

 

Το ανωτέρω ποσό της ρύθμισης καταβάλλεται σε χρονικό διάστημα 25 ετών, το οποίο όμως δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80ο έτος της ηλικίας του δανειολήπτη, εκτός εάν συμβληθεί εγγυητής, αποδοχής των πιστωτών, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης.

 

Ποια είναι η διαδικασία

 

Η διαδικασία, διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, η οποία φιλοξενείται και λειτουργεί στις υποδομές της Γ.Γ.Π.Σ. Στην πλατφόρμα παρέχεται πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.

 

Πριν την οριστική υποβολή της αίτησης, η πλατφόρμα, με ειδική ένδειξη, ενημερώνει τον αιτούντα για την επιλεξιμότητά του ή μη, αν δηλαδή μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση. Αν, παρά την ένδειξη για μη επιλεξιμότητα, ο αιτών υποβάλει οριστικά την αίτησή του, η πλατφόρμα εμποδίζει την περαιτέρω πρόοδο της διαδικασίας και εκδίδεται βεβαίωση περί απόρριψης της αίτησης.

Στη περίπτωση δε που η αίτηση απορριφθεί δίνεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να προσφύγει στο Δικαστήριο (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου).

 

Σημειώνεται ότι η εκπροσώπηση του αιτούντα ή κάθε συμμετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο είναι προαιρετική.

 

ΣΤΑΔΙΑ -ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Α.  Ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλλει την αίτηση έως την 31η Δεκεμβρίου 2019.

 

Σημείωση: Απαγορεύεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από το ίδιο φυσικό πρόσωπο, ακόμα κι αν με τη δεύτερη αίτηση ζητείται ρύθμιση διαφορετικών οφειλών σε σχέση με την πρώτη ή αν ο αιτών εξέπεσε της ρύθμισης που προέκυψε από την προηγούμενη αίτηση.

Αν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα της αίτησης, τα οποία δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μπορεί η αίτηση να διαγραφεί και ταυτόχρονα να επανυποβληθεί.

 

 Β. Μόλις υποβληθεί οριστικά η αίτηση, η πλατφόρμα κοινοποιεί την αίτηση και τα συνοδευτικά της έγγραφα στους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ζητείται να ρυθμιστούν.

 

Γ.  Μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση της αίτησης κάθε πιστωτής μπορεί να υποβάλλει πρόταση για ρύθμιση της απαίτησής του. Αν ο πιστωτής αρνηθεί την υποβολή πρότασης, ισχυριζόμενος ότι ο αιτών είναι μη επιλέξιμος, προσδιορίζει τον λόγο της μη επιλεξιμότητας και μεταφορτώνει το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο, αν αυτό υπάρχει.

Οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μπορούν να διατυπώσουν προς τον οφειλέτη μία κοινή πρόταση ή τις επιμέρους προτάσεις τους μέσω εκπροσώπου τους. Ως εκπρόσωπος ορίζεται ο εμπραγμάτως ασφαλισμένος δανειστής, ο οποίος προηγείται στην υποθηκική τάξη, και σε κάθε άλλη περίπτωση ο δανειστής με την υψηλότερη απαίτηση.

Δ.  Μέσα σε έναν μήνα από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής προτάσεων των πιστωτών, ο αιτών δηλώνει ποιες από τις υποβληθείσες προτάσεις αποδέχεται και ποιες απορρίπτει. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, λογίζεται ότι ο αιτών απέρριψε την υποβληθείσα πρόταση ή τις υποβληθείσες προτάσεις. Η αποδοχή της πρότασης από τον αιτούντα επέχει θέση ηλεκτρονικής υπογραφής του αναρτηθέντος σχεδίου σύμβασης.

 

Με την αποδοχή μίας ή περισσότερων προτάσεων επέρχονται οι συνέπειες της ρύθμισης (δες «συνέπειες ρύθμισης) ως προς τους ρυθμισμένους πιστωτές, ανεξάρτητα από τη μη ρύθμιση των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών.

 

Σημείωση: Με επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον αιτούντα, μεταγράφεται στο βιβλίο μεταγραφών ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

 

Στοιχεία που περιέχει η αίτηση και δικαιολογητικά έγγραφα

 

  1. Η αίτηση περιέχει:

 

α) Πλήρη στοιχεία του αιτούντος (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, διεύθυνση οικίας και εργασίας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας, αν είναι επιτηδευματίας, τηλέφωνο, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

 

β) Στοιχεία του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών του.

 

γ) Εισοδήματα του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του από οποιαδήποτε πηγή και αιτία.

 

δ) Κατάλογο των πιστωτών, με ληξιπρόθεσμες ή μη απαιτήσεις, για τις οποίες έχει εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, την ημερομηνία, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, και τους συνοφειλέτες που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή.

 

ε) Κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων (ακίνητη περιουσία και καταθέσεις αιτούντα, συζύγου και εξαρτώμενων μελών), στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.

 

στ) Πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο), που είναι εγγεγραμμένα στην κύρια κατοικία του αιτούντος.

 

ζ) Κατάλογο των πιστωτών με οφειλές ανεπίδεκτες ρύθμισης, έκαστος των οποίων έχει απαίτηση ανώτερη των 2.000 ευρώ.

 

η) Δήλωση του αιτούντος, ότι: αα) δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, που απέρριψε αίτησή του κατά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010 λόγω δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμής ή λόγω ύπαρξης επαρκούς περιουσίας ή που εξαίρεσε την κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, ββ) οι οφειλές, των οποίων ζητεί τη ρύθμιση, δεν έχουν ρυθμιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. του ν. 3588/2007, τα άρθρα 61 έως 67 του ν. 4307/2014 ή το ν. 4469/2017, ούτε υπάρχει εκκρεμής αίτηση ρύθμισής τους κατά τις διατάξεις αυτές.

 

  1. Η αίτηση συνυπογράφεται από το σύζυγο και τα εξαρτώμενα μέλη του αιτούντος ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

 

 

  1. Ο αιτών συνοδεύει υποχρεωτικά την αίτησή του με τα παρακάτω δικαιολογητικά:

 

α) πιστοποιητικό βαρών της κύριας κατοικίας από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο ή αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου αυτής,

 

β) αν ο οφειλέτης ή ο σύζυγός του είναι κύριος ή επικαρπωτής γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για το οποίο δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., συμπληρωμένο έντυπο υπολογισμού αξίας γηπέδου, υπογεγραμμένο από συμβολαιογράφο.

 

Ο αιτών μπορεί επίσης να συνοδεύει την αίτησή του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, τα οποία θεωρεί σημαντικά για την επιτυχία της διαδικασίας.

 

  1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τη βάση δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης:

 

α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1),

 

β) κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) του τελευταίου έτους,

 

γ) δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9),

 

δ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

 

ε) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,

 

στ) κινητά περιουσιακά στοιχεία (αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία, σκάφη) του αιτούντος, που αναφέρονται στο έντυπο Ε1 του τελευταίου φορολογικού έτους.

 

Τα έγγραφα της παρούσας παραγράφου αντλούνται αυτόματα εκκινώντας από την τελευταία διαθέσιμη έκδοσή τους, εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών η αυτόματη άντληση των εγγράφων, εκκινεί από την τελευταία έκδοση για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής.

 

 

  1. Κατά την υποβολή της αίτησης ανακτώνται αυτόματα από τα πιστωτικά ιδρύματα:

 

α) στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες είναι επιδεκτικές ρύθμισης, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή, την ημερομηνία, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής, και τους συνοφειλέτες που ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή,

 

β) στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα του τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους,

 

γ) τα στοιχεία βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων επί των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος που βρίσκονται στη διάθεσή τους.

 

Αν τα δικαιολογητικά των παραγράφων 4 και 5 δεν ανακτηθούν αυτόματα από τις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων για οποιονδήποτε λόγο, τότε υποβάλλονται από τον αιτούντα.

 

  1. Άρση φορολογικού και Τραπεζικού απορρήτου

 

Με την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία, ο αιτών παρέχει άδεια στους συμμετέχοντες πιστωτές και στο Δημόσιο για πρόσβαση, επεξεργασία και διασταύρωση των δεδομένων του, τα οποία περιλαμβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή των συμμετεχόντων πιστωτών για τους σκοπούς της συνολικής διαδικασίας. Η άδεια του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α` 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α` 170). Η άρση του τραπεζικού απορρήτου του προηγούμενου εδαφίου αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και διαρκεί μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ο αιτών με τη συναινετική ή δικαστική ρύθμιση. Η άρση του φορολογικού απορρήτου κατά το δεύτερο εδάφιο αφορά χρονική περίοδο, η οποία εκκινεί πέντε (5) έτη πριν από την οριστική υποβολή της αίτησης και διαρκεί μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας συναινετικής ρύθμισης ή την αμετάκλητη περάτωση της δίκης για την δικαστική ρύθμιση της οφειλής (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου»). Έναντι του Δημοσίου η άρση του απορρήτου εκτείνεται σε όλη τη χρονική διάρκεια της ρύθμισης.

 

Υπάρχει προστασία της περιουσίας μου όσο διαρκεί η διαδικασία;

 

  1. Από την κοινοποίηση της αίτησης προς τους πιστωτές, αφού προηγουμένως οφειλέτης έχει κριθεί επιλέξιμος κατά τον προέλεγχο επιλεξιμότητας, και μέχρι τη λήξη της προθεσμίας των 15 εργασίμων ημερών για την άσκηση αίτησης στο δικαστήριο για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου»), αναστέλλεται αυτοδικαίως κάθε πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Η αναστολή της παρούσας παραγράφου αντιτάσσεται στο σύνολο των πιστωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Έναντι των πιστωτών, που δεν περιλαμβάνονται στην αίτηση, η αναστολή της παρούσας παραγράφου αρχίζει να ισχύει από τη μεταγραφή ή την καταχώριση της αίτησης στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας.

 

  1. Ο δικαστής του πρωτοβάθμιου ή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση για δικαστική ρύθμιση (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου») , μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα, να εκδώσει υπέρ του αιτούντος, που κρίθηκε επιλέξιμος, αλλά για οποιονδήποτε λόγο δεν ρύθμισε συναινετικά μία ή περισσότερες οφειλές του, προσωρινή διαταγή, με την οποία παρατείνεται η αναστολή της παραγράφου 1 μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Η προσωρινή διαταγή της παρούσας παραγράφου εκδίδεται εφόσον πιθανολογείται ότι η αίτηση είναι βάσιμη, καθώς και ότι, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης η κύρια κατοικία του αιτούντος θα έχει πλειστηριαστεί.

Αν ο πιστωτής παρέλειψε να υποβάλει πρόταση, χωρίς να επικαλεστεί μη επιλεξιμότητα του αιτούντα, η προσωρινή διαταγή χορηγείται υπό τον όρο καταβολής του ημίσεος της τελευταίας ενήμερης δόσης πριν την άσκηση της αίτησης για τη συναινετική ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

 

Αν ο αιτών δεν αποδέχτηκε την πρόταση του πιστωτή, η προσωρινή διαταγή χορηγείται υπό τον όρο καταβολής της μηνιαίας δόσης που όριζε η απορριφθείσα πρόταση. Αν το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής περιέχεται σε εμπρόθεσμη αίτηση για δικαστική ρύθμιση (βλέπε «τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου») , τότε μέχρι τη συζήτησή του η αναστολή της παραγράφου 1 παρατείνεται αυτοδικαίως. Το δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει την προσωρινή διαταγή οποτεδήποτε. Εάν ο αιτών καταστεί υπερήμερος ως προς τις μηνιαίες καταβολές που ορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, τότε η προσωρινή διαταγή καθίσταται ανίσχυρη για το μέλλον και ο δανειστής ανακτά το δικαίωμα να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση.

 

  1. Ο αιτών που κρίθηκε μη επιλέξιμος μπορεί να αναστείλει τον πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το άρθρο 1000 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται.

 

  1. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου συνεπάγεται αυτοδίκαια την απαγόρευση της διάθεσης ή της επιβάρυνσης της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

 

  1. Η αναστολή εκτέλεσης του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει την επιβολή αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικών μέτρων στην κύρια κατοικία του αιτούντος, αρκεί να μην πραγματοποιηθεί πλειστηριασμός, ούτε τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικών μέτρων στην υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη, ούτε την άσκηση αγωγής ή την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις, των οποίων ζητείται η ρύθμιση.

 

Ποιες είναι οι συνέπειες της ρύθμισης;

 

Η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον δανειολήπτη αποτελεί εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντα πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης (δες «πότε χάνεται η ρύθμιση»). Ο ενδιαφερόμενος πιστωτής δικαιούται να καταθέσει αντίγραφο της γενόμενης αποδεκτής ρύθμισης στο Ειρηνοδικείο της κατοικίας του αιτούντος. Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται από τον ειρηνοδίκη του τόπου της προστατευόμενης κύριας κατοικίας.

 

Συνέπειες ρύθμισης

 

  1. Μετά την επίτευξη συναινετικής ή δικαστικής ρύθμισης με τουλάχιστον έναν πιστωτή, δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πιστωτή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επ` αυτής, η εγγραφή υποθήκης ή η τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη.

 

  1. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 δεν ισχύουν για τους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ήταν επιδεκτικές ρύθμισης, τελικά όμως, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ρυθμίστηκαν, συναινετικά ή δικαστικά. Στις περιπτώσεις αυτές όλοι οι πιστωτές, ακόμη και όσοι ρύθμισαν τις απαιτήσεις τους, μπορούν να αναγγελθούν για το σύνολο των απαιτήσεών τους.

 

  1. Μη επιδεκτικοί ρύθμισης πιστωτές του ιδιωτικού τομέα μπορούν να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση μόνο μετά από άδεια, που χορηγείται από το Ειρηνοδικείο του τόπου της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η άδεια χορηγείται μόνο αν η υπόλοιπη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών, εκτός εάν ο πιστωτής έχει εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία, που εγγράφηκε πριν την υποβολή της αίτησης. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει παροχή προθεσμίας έως δύο ετών, στην οποία καταβάλλει σε ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις το ποσό που θα λάμβανε ο αιτών πιστωτής σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, ο πιστωτής μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, μόνο αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς την καταβολή του ποσού αυτού.

 

  1. Με τη συναίνεση του αιτούντος, μπορεί να εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκη για απαίτηση που γεννιέται κατά τη διάρκεια της ρύθμισης. Για τον πιστωτή αυτό δεν ισχύουν οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1.

 

  1. Αν ο αιτών αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, τότε η ρύθμιση διακόπτεται, εκτός αν συμβλήθηκε εγγυητής. Αν ο κληρονόμος χρησιμοποιεί την κληρονομιαία κύρια κατοικία ως δική του κύρια κατοικία και πληροί τα ίδια κριτήρια επιλεξιμότητας του νόμου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της ρύθμισης και την εκ νέου χορήγηση της συνεισφοράς του Δημοσίου, ακόμα και μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά την 31η Δεκεμβρίου 2019.

 

Τι θα συμβεί με την υπόλοιπη περιουσία μου πλέον της κύριας κατοικίας

 

Η πρόταση ρύθμισης του πιστωτή, που έγινε αποδεκτή από τον αιτούντα αποτελεί εκτελεστό τίτλο, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντα πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης.

 

Πότε χάνεται η ρύθμιση

 

Αν ο δανειολήπτης καταστεί υπερήμερος ως προς τις μηνιαίες καταβολές της συναινετικής ή της δικαστικής ρύθμισης, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, ο θιγόμενος πιστωτής δικαιούται, με εκτελεστό τίτλο τη συναινετική ρύθμιση ή την απόφαση της δικαστικής ρύθμισης, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση ακόμη και στην κύρια κατοικία του αιτούντα. Κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 926 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το χρονικό διάστημα, που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της κατάσχεσης, ανέρχεται σε τριάντα (30) ημερολογιακές μέρες. Κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επισπεύδεται κατά το παρόν άρθρο, επιτρέπονται όλα τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται κατά την κείμενη νομοθεσία.

 

Επιδότηση μηνιαίας δόσης από το Ελληνικό Δημόσιο

 

Το Ελληνικό Δημόσιο συνεισφέρει μέρος της μηνιαίας δόσης προς τις Τράπεζες ανάλογα με το εισόδημα της οικογένειας και τον αριθμό των εξαρτώμενων μελών.

Για να συνεισφέρει το Δημόσιο, πρέπει να ρυθμιστούν, συναινετικά ή δικαστικά, όλες οι οφειλές που είναι επιδεκτικές ρύθμισης και το συμφωνηθέν σχέδιο ρύθμισης να είναι σύμφωνο με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας.

Η συνεισφορά του Δημοσίου διαρκεί για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση.

Οι προϋποθέσεις και το ποσό της συνεισφοράς του Δημοσίου επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως κάθε έτος. Ο δικαιούχος μπορεί μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τον αρχικό προσδιορισμό ή την τελευταία αναπροσαρμογή της συνεισφοράς να ζητήσει μεταρρύθμιση του ποσοστού συνεισφοράς, αν εξαιτίας μεταβολής των εισοδημάτων του, των εύλογων δαπανών διαβίωσης ή του επιτοκίου αναφοράς, προκύπτει αδυναμία του να καταβάλει τη δική του συνεισφορά.

 

Η συνεισφορά καταβάλλεται σε ειδικό ακατάσχετο λογαριασμό με δικαιούχο τον οφειλέτη.

Η συνεισφορά του Δημοσίου δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται.

 

Η συνεισφορά του Δημοσίου διακόπτεται, αν ο δικαιούχος καθυστερήσει την καταβολή του ποσού που βαρύνει τον ίδιο. Αν ο δικαιούχος δεν καταβάλει εγκαίρως το ποσό που βαρύνει τον ίδιο, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει, εγγράφως ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα από τότε που ο αιτών καταστεί υπερήμερος (αθροιστικά 3 μήνες καθυστέρηση), το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τη συνεισφορά του Δημοσίου. Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ασκηθούν από τον πιστωτή τα δικαιώματα του άρθρου 80, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Δημόσιο με τον νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170) τα ποσά που αυτό κατέβαλε από το χρόνο κατά τον οποίο ο πιστωτής όφειλε να είχε ενημερώσει το Δημόσιο.

 

Καθυστέρηση του Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του αιτούντα, μόνο εφόσον το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση υπερβαίνει αθροιστικά την αξία εννέα (9) μηνιαίων δόσεων συνεισφοράς και ο πιστωτής έχει ενημερώσει τον οφειλέτη ως προς την υπερημερία του Δημοσίου το αργότερο έως τον έκτο μήνα υπερημερίας.

 

Αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης ως προς οποιονδήποτε πιστωτή, το Ελληνικό Δημόσιο αναζητά από τον οφειλέτη όλα τα ποσά που κατέβαλε κατά το παρόν άρθρο.

 

Σημείωση: Για την έγκριση και καταβολή της συνεισφοράς δεν απαιτείται φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα του οφειλέτη.

 

 

Τι μπορώ να κάνω αν απορριφθεί η αίτησή μου

 

  1. Αν απορριφθεί η αίτηση που υπέβαλε οριστικά, ο δανειολήπτης μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την προστασία της κύριας κατοικίας του με τους ίδιους όρους που προβλέπονται στη ρύθμιση μέσω της πλατφόρμας, αν δεν κρίθηκε επιλέξιμος ή αν, ενώ κρίθηκε επιλέξιμος, για οποιονδήποτε λόγο δεν επιτεύχθηκε συμφωνία με έναν ή περισσότερους από τους πιστωτές.

 

  1. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο του τόπου, στο οποίο βρίσκεται η κύρια κατοικία του αιτούντος.

 

  1. Το δικαστήριο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται κατ` απόλυτη προτεραιότητα μέσα σε έξι μήνες από την κατάθεσή της, ακόμα και καθ` υπέρβαση του προβλεπόμενου αριθμού οριζόμενων υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως αυτός καθορίζεται από τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του οικείου Ειρηνοδικείου. Η απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συζήτηση.

 

  1. Η αίτηση της παραγράφου 1 ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την έκδοση βεβαίωσης περί απόρριψης της αίτησης ή την παράλειψη ή άρνηση να υποβάλλουν πρόταση ή την απόρριψη της τελευταίας πρότασης πιστωτή από τον αιτούντα.

Στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν συνυπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου.

 

  1. Η αίτηση στρέφεται κατά των πιστωτών, με τους οποίους δεν επιτεύχθηκε συναινετική ρύθμιση.

 

  1. Με την αίτηση ο αιτών συνυποβάλλει στη γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου εκτυπωμένο όλο το υλικό που μεταφορτώθηκε στην πλατφόρμα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης της επιλεξιμότητας και της συναινετικής ρύθμισης.

 

  1. Η αίτηση μεταφορτώνεται, επί ποινή απαραδέκτου, μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την κατάθεσή της, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μέσω της οποίας κοινοποιείται στους συμμετέχοντες πιστωτές. Η κοινοποίηση του προηγούμενου εδαφίου επέχει θέση επίδοσης στους πιστωτές. Αν μεταξύ των διαδίκων πιστωτών περιλαμβάνονται ιδιώτες, οι οποίοι δεν έχουν κοινοποιήσει στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο αιτών επιδίδει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση αντίγραφο της αίτησης σε αυτούς και μεταφορτώνει στην πλατφόρμα το αποδεικτικό επίδοσης.

 

  1. Το δικαστήριο καθορίζει ενιαίο σχέδιο ρύθμισης έναντι των πιστωτών, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση. Από το ποσό του 120% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας αφαιρείται το συνολικό ποσό, που καταβλήθηκε σε συμμόρφωση προς την προσωρινή διαταγή. Η απόφαση δεν θίγει τις ρυθμίσεις που επιτεύχθηκαν συναινετικά.

Αν το δικαστήριο κρίνει τον αιτούντα ως μη επιλέξιμο, απορρίπτει την αίτηση και επιβάλλει την ποινή του άρθρου 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία στην περίπτωση αυτή ισούται με το πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής οφειλής, της οποίας ζητήθηκε η ρύθμιση, δεν μπορεί όμως να είναι κατώτερη των 1.500 ευρώ ούτε να υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ.

 

  1. Η απόφαση συνιστά τίτλο εκτελεστό ως προς τις καταβολές που ορίζει, δυνάμει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση στη λοιπή περιουσία του αιτούντος πλην της κύριας κατοικίας του, καθώς και στην κύρια κατοικία, αν ο οφειλέτης εκπέσει της ρύθμισης
  2. Με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου η απόφαση μεταφορτώνεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Με επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον η απόφαση μεταγράφεται στο βιβλίο μεταγραφών ή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο της κύριας κατοικίας του αιτούντος.

 

 

Με συμφέρει ο νέος νόμος ή είναι καλύτερα να ρυθμίσω εξωδικαστικά τα δάνειά μου απευθείας με τις Τράπεζες

Το νέο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας είναι σίγουρα ωφέλιμο για όσους έχουν μικρές οφειλές και μόνο μια κατοικία. Εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αναλύθηκαν ανωτέρω τότε σίγουρα η επιδότηση της μηνιαίας δόσης από το Ελληνικό Δημόσιο και η διαγραφή του χρέους από το ποσό που ξεπερνά το 120 % της εμπορικής αξίας της κατοικίας του δανειολήπτη και πάνω είναι τα δύο βασικά κίνητρα για να υπαχθεί κάποιος στη ρύθμιση.

Όσοι όμως έχουν περιουσία η οποία είναι σημαντικής αξίας ενδεχομένως να πρέπει να επιλέξουν την εξωδικαστική ρύθμιση απευθείας με τις τράπεζες αφού είναι ο μόνος τρόπος να διασώσουν το σύνολο της περιουσίας τους και να αποφύγουν τη μακροχρόνια δέσμευση μέσω της διαδικασίας της επανεξέτασης ετησίως των οικονομικών τους δεδομένων αλλά και τον κίνδυνο ρευστοποίησης της υπόλοιπης περιουσίας τους.

Αν κάποιος ήθελε να κωδικοποιήσει τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην εξωδικαστική ρύθμιση και τη ρύθμιση του νέου πλαισίου προστασίας της κύριας κατοικίας θα σημείωνε τα εξής;

 

Με την εξωδικαστική ρύθμιση μπορείς να σώσεις όλη την ακίνητη περιουσία

Με την πλατφόρμα μόνο την κύρια κατοικία

Και στις δύο ρυθμίσεις πληρώνεις συνολικά  περίπου την εμπορική αξία του ακινήτου (120% στη πλατφόρμα)

Στην εξωδικαστική ρύθμιση, εφόσον χάσεις τη ρύθμιση, μπορείς να αμυνθείς δικαστικά, στην πλατφόρμα όχι.

Στην εξωδικαστική ρύθμιση δεν προβλέπεται επιδότηση της μηνιαίας δόσης όπως στη πλατφόρμα

Στη πλατφόρμα γίνεται άρση φορολογικού και τραπεζικού απορρήτου

Η προθεσμία υποβολής αίτησης στη πλατφόρμα είναι μέχρι το τέλος του 2019

Στη πλατφόρμα δεν υπάρχει καθολική ρύθμιση, το ίδιο και στην εξωδικαστική

Η πλατφόρμα είναι σίγουρα επωφελής για νοικοκυριά με μικρές οφειλές και χαμηλά εισοδήματα

 

Ποιοι δεν μπορούν να υπαχθούν:

  • όσοι έχουν κόκκινο δάνειο από τις αρχές του 2019 και μετά, πρέπει το δάνειο να είναι ληξιπρόθεσμο για τουλάχιστον 90 ημέρες μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018.
  • Όσοι έχουν σταματήσει να πληρώνουν τα δάνειά τους εδώ και καιρό αφού το όριο των 130.000 για στεγαστικά και 100.000 για επιχειρηματικά συμπεριλαμβάνει τόκους και έξοδα.
  • Δεν ρυθμίζονται δάνεια με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.
  • Όσοι έχουν απορριφθεί από το νόμο Κατσέλη λόγω δολιότητας, ή λόγω επαρκούς περιουσίας, όσοι έχουν υπαχθεί και όσοι έχουν υπαχθεί αλλά εκπέσει της ρύθμισης.

Επίσης, δεν ρυθμίζονται δάνεια που έχουν ρυθμιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 99 επ. του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) τα άρθρα 61 έως 67 του ν. 4307/2014  (νόμος Δένδια) ή το 4469/2017 (εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων), ούτε υπάρχει εκκρεμής αίτηση ρύθμισης τους κατά τις διατάξεις αυτές

> Αρχή της σελίδας


Ρύθμιση οφειλών προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία (ν. 4611/2019)

 

Οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019.

 

Ποιοι υπάγονται

Υπάγονται το σύνολο των νομικών και φυσικών προσώπων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας, τη διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή την αλλαγή ιδιότητας, λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η οφειλή.

Έτσι, στη ρύθμιση υπάγονται και οφειλές λόγω παλαιότερης άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, ακόμη και αν ο οφειλέτης προχώρησε σε διακοπή της δραστηριότητας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.  και σε διαγραφή από την ασφάλιση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα.

 

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται

Στη ρύθμιση υπάγεται το σύνολο των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) που δημιουργήθηκαν έως και 31/12/18.

 

Περαιτέρω, μπορούν να υπαχθούν προς ρύθμιση, κατόπιν επιλογής, και οι ρυθμισμένες οφειλές μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών των επιχειρήσεων (ν. 4469/2017).  Στη περίπτωση αυτή, οι οφειλές αυτές υπάγονται αυτοτελώς στη νέα ρύθμιση χωρίς να επηρεάζονται οι όροι της ρύθμισης ως προς τους άλλους πιστωτές (τράπεζες, ιδιώτες, Δ.Ο.Υ κλπ).

Αν εκκρεμεί η σχετική διαδικασία, η υπαγωγή στη νέα ρύθμιση είναι δυνατή με τροποποίηση μόνο των σχετικών στοιχείων της  οφειλής προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στην αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση του εξωδικαστικού μηχανισμού (ν. 4469/2017).

Τέλος, δεν ρυθμίζονται οφειλές που έχουν ρυθμιστεί με το νόμο Κατσέλη.

 

Ειδικότερα τι ισχύει για τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους     

Πρόκειται για οφειλές ασφαλισμένων που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 προς τον πρώην ΟΑΕΕ, το πρώην ΕΤΑΑ και το πρώην ΕΤΑΠ – ΜΜΕ, για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους αφορά η οφειλή (κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ), ενώ συμπεριλαμβάνεται και η εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ.

 

Δίνεται η δυνατότητα επανυπολογισμού της κύριας οφειλή που δημιουργήθηκε για το διάστημα από 1/1/2002 έως  και 31/12/2016, ανάλογα προς τον κλάδο ασφάλισης στον οποίο αφορά, σύμφωνα με ποσοστά υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών του ν. 4387/2016, με βάσει υπολογισμού το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, όπως ίσχυε κατά την 31-12-2018, ήτοι το ποσό των 586,08 ευρώ.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο κατόπιν επιλογής του οφειλέτη, ο οποίος διατηρεί το δικαίωμα να ρυθμίσει την υφιστάμενη οφειλή του, δίχως επανυπολογισμό.

Παρέχεται έκπτωση 85% σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη, τόκους ενώ η συνολική οφειλή που προκύπτει, βάσει του επανυπολογισμού, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 50 ευρώ.

 

Τι ισχύει για οφειλές προς ΟΓΑ      

Το σύνολο των οφειλών που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 μπορούν να υπαχθούν στην  εν λόγω ρύθμιση.

Παρέχεται έκπτωση 100%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους ενώ η συνολική οφειλή που προκύπτει, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 30 ευρώ.

 

Τι ισχύει για οφειλές εργοδοτών    

Το σύνολο των οφειλών των εργοδοτών από την απασχόληση εργαζομένων που δημιουργήθηκαν έως και  31/12/2018 μπορούν να υπαχθούν στην  εν λόγω ρύθμιση.

Πρόκειται για οφειλές λόγω μη καταβολής οφειλόμενων εισφορών τόσο από την απασχόληση εργαζομένων υπαγόμενων στην ασφάλιση του πρώην ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, τόσο και από την απασχόληση μισθωτών ιατρών, μηχανικών κλπ.

Στη περίπτωση εφάπαξ καταβολής της κύριας οφειλής παρέχεται έκπτωση 100%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους.

Σε περίπτωση τμηματικής καταβολής της κύριας οφειλής παρέχεται έκπτωση 50%  σε προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους.

Στη κύρια οφειλή δεν παρέχεται έκπτωση.

Η ρυθμιζόμενη οφειλή, αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 120, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 30 ευρώ.

 

Ποια είναι η διαδικασία

Δικαίωμα υποβολής της αίτησης παρέχεται μόνο μια φορά ανά οφειλέτη.

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019.

Υποβάλλεται μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενώ κατ’ εξαίρεση, όπου υπάρχει αδυναμία πιστοποίησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, η αίτηση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΚΕΑΟ.

Για τους μη μισθωτούς και τους οφειλέτες του ΟΓΑ, η διαδικασία περιλαμβάνει δύο στάδια.

Στο πρώτο στάδιο ζητείται ο προσδιορισμός της οφειλής μέσω της πλατφόρμας του ΕΦΚΑ και ειδικά για τους μη μισθωτούς προβλέπεται και η δυνατότητα επανυπολογισμού της οφειλής.  Έτσι, στους οφειλέτες που επιλέγουν τον επανυπολογισμό της οφειλής, παρέχεται ενημέρωση για το ύψος της οφειλής, όπως διαμορφώνεται πριν και μετά τον επανυπολογισμό.

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου υποβάλλεται αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.

Για τις οφειλές εργοδοτών η αίτηση υποβάλλεται απευθείας μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.

 Θετικά ρύθμισης

  • Η ρύθμιση κληρονομείται. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, η ρύθμιση συνεχίζεται από τους κληρονόμους του.
  • Χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας χρήσης.
  • Αναστολή αναγκαστικών μέτρων και αναστολή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.
  • Αναστολή ποινικής δίωξης σε βάρος του οφειλέτη για το αδίκημα της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών και αναστολή εκτέλεσης ποινών.

 Πότε χάνεται η ρύθμιση

Η ρύθμιση χάνεται εάν δεν καταβληθούν δύο δόσεις ή αν δεν καταβληθούν βεβαιωμένες οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την 1.1.2019.

> Αρχή της σελίδας


Ρύθμιση οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση (ν. 4611/2019) – 120 δόσεις

 

Οφειλές  προς τη Φορολογική Διοίκηση

Η αίτηση για την υπαγωγή πρέπει να γίνει μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2019

 

Ποιοι υπάγονται;

Υπάγονται φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα καθώς και νομικά πρόσωπα ή οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

 

Ποιες οφειλές ρυθμίζονται;

Βεβαιωμένες οφειλές στις Δ.Ο.Υ., τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α` 170), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α` 90, Κ.Ε.Δ.Ε.), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001, Α` 265) και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα (Καν. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου), εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2018 και έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων/ Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση.

 

Με ποιο τρόπο ρυθμίζονται;

Ρυθμίζονται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, με καταρχήν άπαξ απαλλαγή ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) από τους τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης για υπαγωγή, σε:

 

α) έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και

 

β) σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις, για τα νομικά πρόσωπα ή οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα

 

Ειδικότερα τι ισχύει για τα φυσικά πρόσωπα

 

 

α. Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα με συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης 30 ευρώ.

 

Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό) του οφειλέτη κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους 2017 πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στο επόμενο εδάφιο.

 

Για τμήμα εισοδήματος:

 

αα) από 10.000,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%),

 

ββ) από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%),

 

γγ) από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%),

 

δδ) από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%),

 

εε) από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή δώδεκα τοις εκατό (12%),

 

στστ) από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

 

ζζ) από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%),

 

ηη) πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

 

Ο ανωτέρω συντελεστής μειώνεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013, ως εξής:

 

αα) κατά μία (1) μονάδα για ένα (1) τέκνο,

ββ) κατά δύο (2) μονάδες για δύο (2) τέκνα,

γγ) κατά τρεις (3) μονάδες για τρία (3) τέκνα και άνω.

 

Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημάτων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2.

 

β. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος κατά το φορολογικό έτος 2017, χορηγείται το μέγιστο πλήθος δόσεων, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Στην αίτηση υπαγωγής αναγράφονται το έτος ή τα έτη εντός της ανωτέρω πενταετίας για τα οποία ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης.

 

γ. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει πριν από την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που προτείνεται από τη Φορολογική Διοίκηση, δικαιούται μείωσης των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνάρτηση με το ποσοστό απομείωσης του πλήθους δόσεων που επιλέγεται από τον φορολογούμενο, το οποίο υπολογίζεται στην πλησιέστερη ακέραιη μονάδα, ως εξής:

 

αα) για ποσοστό απομείωσης δόσεων είκοσι τοις εκατό (20%), χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

ββ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων τριάντα τοις εκατό (30%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

γγ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων σαράντα τοις εκατό (40%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

δδ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων πενήντα τοις εκατό (50%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

εε) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εξήντα τοις εκατό (60%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

στστ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εβδομήντα τοις εκατό (70%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

ζζ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ογδόντα τοις εκατό (80%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

 

ηη) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ενενήντα τοις εκατό (90%), χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 και

 

θθ) σε περίπτωση που ο οφειλέτης εξοφλήσει εφάπαξ την οφειλή του, χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

 

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

 

δ. Ο αριθμός των δόσεων που προτείνεται από τη Φορολογική Διοίκηση, για τα πρόσωπα της περίπτωσης Α της παραγράφου 1, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των δεκαοκτώ (18), με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 2. Για το ποσοστό απαλλαγής τόκων και προσαυξήσεων λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των δόσεων, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση γ`, πριν την εφαρμογή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο.

 

Ειδικότερα τι ισχύει για τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα:

 

 Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνολικό εισόδημα (φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου

 

  1. Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του νομικού προσώπου/οντότητας κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους 2017 πολ- λαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στην υποπερίπτωση α` της περίπτωσης Α.

 

Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημάτων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τους περιορισμούς της υποπερίπτωσης δ` της περίπτωσης Α` της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 2. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωσης γ` της περίπτωσης Α` της παρούσας παραγράφου.

 

Αν οι ανωτέρω οφειλέτες έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, ως συνολικό εισόδημα για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων λαμβάνεται υπόψη το συνολικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών.

 

Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017,

με την εξαίρεση των νομικών προσώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας, θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

 

Ειδικότερα τι ισχύει για τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα:

 

Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εικοσιτέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις και κατ` εξαίρεση σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από έκτακτη αιτία ή φόρους που καταβάλλονται εφάπαξ, με ταυτόχρονη απαλλαγή από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, σε συνάρτηση με το πλήθος των δόσεων που επιλέγονται, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης των 30 ευρώ.

 

Ειδικότερα:

 

α. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και εικοσιτέσσερις (24) δόσεις:

 

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ,

 

ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις,

 

γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

 

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

 

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι δύο (22) μηνιαίες δόσεις.

 

β. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις:

 

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ,

 

ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις,

 

γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

 

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

 

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,

 

στστ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε είκοσι πέντε (25) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις.

 

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

 

γ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές του ίδιου οφειλέτη που μπορούν να ρυθμίζονται, άλλες σε έως και είικοσι τέσσερις (24) και άλλες σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, αυτές ρυθμίζονται διακριτά.

 

«δ. Κατ εξαίρεση, για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα με ακαθάριστα έσοδα κατά το φορολογικό έτος 2017 έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, χορηγείται αποκλειστικά δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. Β της παρούσας παραγράφου και υπό τους εκεί προβλεπόμενους όρους και προϋποθέσεις. Αν οι οφειλέτες του προηγούμενου εδαφίου έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, ως ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών.».

 

δ. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017, με την εξαίρεση των νομικών προσώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

 

*** Η υποπερ.δ΄της περ.Γ` αναριθμήθηκε σε περ.ε΄και η νέα περίπτωση δ΄προστέθηκε

με το άρθρο πέμπτο παρ.1 εδάφ.α` της  από 27.6.2019 ΠΝΠ,ΦΕΚ Α 106/27.6.2019,

με το εδάφιο β΄της παρ.1  του αυτού άρθρου ορίζεται ότι: «β. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα με ακαθάριστα έσοδα κατά το φορολογικό έτος 2017 έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, που κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας πράξης έχουν ήδη υπαγάγει τις οφειλές τους σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής σε έως τριάντα έξι (36) δόσεις κατά τις διατάξεις της περίπτ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 98 του ν. 4611/2019, μπορούν να ζητήσουν τη ρύθμιση των οφειλών τους σύμφωνα με την υποπερίπτ. δ της περιπτ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 98 του ν. 4611/2019, όπως προστίθεται με την παρ. 1.α του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου».

Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και τις 31.12.2018 οφειλών που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων και Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής.

 

Επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την υπαγωγή σε ρύθμιση

  1. Βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής τους σε ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται σε πέντε εκατοστιαίες μονάδες (5%), ετησίως υπολογισμένο. Κατ` εξαίρεση, βασικές συνολικές οφειλές μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανά Υπηρεσία που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και το συνολικό εισόδημά του δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

 

  1. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση που ανέρχεται σε δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%).

 

 

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση προαιρετικά

  Στη ρύθμιση δύνανται επίσης να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές της παραγράφου 1 του άρθρου 98, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης τελούν σε αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α.2 της παραγράφου Α` του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α` 107), του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α` 170) ή ρύθμιση κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του πέμπτου άρθρου του ν. 2275/1994 (Α` 238), η οποία είναι σε ισχύ «, καθώς και οφειλές που βεβαιώνονται μέχρι την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής σε ρύθμιση και αφορούν σε υποχρεώσεις ετών, υποθέσεων και περιόδων μέχρι και 31.12.2018».

 

Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές που έχει ευθύνη καταβολής. Τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα για οφειλές νομικών προσώπων υπάγονται για τις οφειλές αυτές στο πρόγραμμα ρύθμισης που δύναται να χορηγηθεί στα νομικά πρόσωπα.

 

 Πότε χάνεται η ρύθμιση

 

Η ρύθμιση χάνεται, εάν ο οφειλέτης:

 

α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

 

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ` όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

 

γ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ` όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος Μέρους, εντός διμήνου από τη λήξη προθεσμίας καταβολής τους ή εντός διμήνου από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή.

 

δ) υποπέσει σε φορολογικές παραβάσεις των περιπτώσεων ί, ιά, ιβ΄, ιέ ή ιστ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α του ν. 4174/2013 καθ΄ υποτροπή. Ως υποτροπή νοείται η διαπίστωση με την έκδοση πράξης υποβολής προστίμου εκ νέου διάπραξης οποιασδήποτε παράβασης εκ των ως άνω αναφερομένων από την ένταξη του φορολογούμενου στη ρύθμιση και εφεξής.

 

Θετικά της ρύθμισης

 

Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:

 

α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013,

 

β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και

 

γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

 

 Δικαιώματα του Δημοσίου

 

Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

 

α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

 

β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ` αυτού στα πρόσωπα της προηγούμενης υποπερίπτωσης, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 4174/2013,

 

γ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του K.EAE..

 

Ποιες οφειλές εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση:

 

α) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του ν. 4321/2015 (Α` 32) ή του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α` 237), η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

 

β) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε σύμβαση/ρύθμιση με τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4469/2017 (Α` 62) και η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

 

γ) Οφειλέτες που κατά το χρόνο υπαγωγής έχουν καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.

 

δ) Οφειλές, οι οποίες δεν δύνανται να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 (Α` 180) και αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών ή που δεν δύνα-νται να ρυθμίζονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις.

> Αρχή της σελίδας


 

 

«Ο ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ αποτελεί πνευματικό δικαίωμα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και του  δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου. Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή του ΟΔΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ χωρίς την γραπτή άδεια του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και του δικηγόρου Δημήτρη Αναστασόπουλου »

<< Επιστροφή στον Οδικό Χάρτη Ρύθμισης Οφειλών


Απαλλακτική ρήτρα – Αποποίηση Ευθυνών

Οι πληροφορίες που διατίθενται στον ΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ αποτελούν μια προσφορά υπηρεσίας και δεν αντικαθιστούν την παροχή συμβουλών σε προσωπικό επίπεδο. Η περιήγηση, η πρόσβαση ή η χρήση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας και των όποιων υπηρεσιών διατίθενται μέσω αυτής αποτελεί τεκμήριο ότι έχετε μελετήσει, κατανοήσει και αποδεχτεί όλους τους όρους χρήσης. Για το λόγο αυτό καλείστε να διαβάζετε εκ των προτέρων, προσεκτικά, το περιεχόμενό τους. Σε περίπτωση που δεν συμφωνείτε με τους όρους χρήσης της ιστοσελίδας, οφείλετε να μην κάνετε χρήση των υπηρεσιών και του περιεχομένου αυτής. Το περιεχόμενο του παρόντα Ιστότοπου είναι διαθέσιμο στο κοινό, μόνο για πληροφοριακούς σκοπούς και προσπαθούμε να το διατηρούμε ενημερωμένο. Παρά την επισταμένη προσπάθεια για προσεκτική παράθεση των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη και δεν εγγυόμαστε για την ορθότητα, την πληρότητα και την επικαιρότητα των πληροφοριών που παρατίθενται στην ιστοσελίδα μας. Το Περιεχόμενο παρέχεται αποκλειστικά για πληροφοριακούς σκοπούς. Το Περιεχόμενο δεν σας παρέχει συμβουλές ή συστάσεις οποιουδήποτε είδους και δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο συμβουλών που παρέχονται από εξειδικευμένο επαγγελματία. Επίσης, κανένα σημείο του παρόντος ιστοτόπου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν βάση για οποιαδήποτε απόφαση ή ενέργειά σας. Τυχόν αξιώσεις ευθύνης, κάθε είδους, έναντι του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου σχετικά με ζημιές υλικής ή ηθικής φύσεως που προκαλούνται από τη χρήση ή την μη χρήση των διατιθέμενων πληροφοριών, ή αντίστοιχα από τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών, εφόσον από πλευράς του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών ή/και του δικηγόρου Αθηνών Δημήτριου Αναστασόπουλου δεν υπάρχει αποδεδειγμένα πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δεν ευθύνεται για οποιουδήποτε είδους ζημιές που θα μπορούσαν να προκύψουν από την πρόσβαση ή τη χρήση αυτού του δικτυακού τόπου. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν φέρουμε ευθύνη για τυχόν απαιτήσεις νομικής ή αστικής ή/και ποινικής φύσης ούτε για τυχόν ζημία (θετική, ειδική ή αποθετική η οποία ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, διαζευκτικά ή/και σωρευτικά συνίσταται σε απώλεια κερδών, δεδομένων, διαφυγόντα κέρδη, χρηματική ικανοποίηση κ.λ.π.) από χρήστες της ιστοσελίδας ή τρίτους από αιτία που έχει σχέση με τη λειτουργία ή χρήση του παρόντος διαδικτυακού τόπου.

Σε περίπτωση που τμήματα ή επιμέρους διατυπώσεις αυτού του κειμένου δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, ή δεν είναι πλήρως ορθές νομικά σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα λοιπά μέρη του κειμένου παραμένουν ανέπαφα όσον αφορά στο περιεχόμενο και στην εγκυρότητά τους. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών διατηρεί ρητώς το δικαίωμα να αλλάξει, να συμπληρώσει, να σβήσει ή να απενεργοποιήσει προσωρινά ή μόνιμα, τμήματα ή το σύνολο της ιστοσελίδας του, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση.

Η πρόσβαση και η χρήση αυτής της ιστοσελίδας υπόκειται αποκλειστικά στο δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας.