Αυτεπάγγελτη αναδρομική εφαρμογή επιεικέστερου νόμου – Αθώωση για αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Μία πολύ σημαντική απόφαση εξέδωσε ο Άρειος Πάγος, αναφορικά τόσο με την αυτεπάγγελτη αναδρομική εφαρμογή επιεικέστερου νόμου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, όσο και με εξειδίκευση των όρων της εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει την τροποποίηση του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, που αφορά το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο.

Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε σε αίτηση ακύρωσης, την οποία άσκησε διαχειρίστρια ΕΠΕ, η οποία με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης τριών ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για διάφορα χρέη, που διαλαμβάνονταν στον σχετικό πίνακα χρεών και αφορούσαν οφειλές, για επιβληθέν πρόστιμο του ΚΒΣ, ποσού 2.234,44 Ευρώ, για μη απόδοση ΦΠΑ ποσού 260,703,58 Ευρώ, επίσης για μη απόδοση ΦΠΑ ίδιου ποσού 260.703,58 Ευρώ άλλης χρονικής περιόδου και τέλος ποσού 568,00 Ευρώ για μη καταβολή τέλους επιτηδεύματος.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου η ένδικη αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή και η κατηγορούμενη κηρύχθηκε αθώα του αδικήματος της μη καταβολής χρεών, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 25 του Ν.1882/1990.

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της άνω απόφασης:

Από το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Ν.4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ από την 1/7/2019 που ορίζει ότι : …..Αν από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή, που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση ης ποινής που επιβλήθηκε,  καθώς και τα ποινικά επακόλουθα της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας….., προκύπτει ότι, τροποποιείται ουσιωδώς η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι, εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο όλον και ότι, προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Περαιτέρω από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. δ, 514 εδ. τελευταίο περ. β, και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, ακόμη και παρά την τυχόν ερημοδικία του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 3/1995).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίστηκε η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους . Με την διάταξη του άρθρου 20 του Ν.4321/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την διάταξη του Ν.4337/2015 (που προσέθεσε νέο κεφάλαιο στο Ν.4174/2013), τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 και προβλέφθηκε ότι, όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, της επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης : α) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 100.000 Ευρώ και β) τριών τουλάχιστον ετών εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. α) υπερβαίνει το ποσό των 200.000 Ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΥΟ, ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα   χρεών συμπεριλαμβανομένων  των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να μείνει ατιμώρητη εάν το ποσό εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.

Επίσης στο άρθρο 469 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι, μετά το β εδάφιο της παρ., 1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ΄, που έχει ως εξής …….στην αίτηση και στον πίνακα χρεών, που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών, που επιβλήθηκαν από ποινικά δικαστήρια και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις . καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που προβλέπονται και τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους  και λοιπές επιβαρύνσεις …………

Με την τελευταία αυτή διάταξη του νέου ΠΚ επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν.1882/1990 ποινικό αδίκημα, της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στις επιχειρήσεις και του οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι, στις νέες αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν : α) χρέη  που προέρχονται αμιγώς από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο διότι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον, ως αυτοτελές αδίκημα από το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990, καθώς δυνάμει της διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 80 του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μαζί με την χρηματική ποινή ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον  καταδικασθέντα, εάν δεν καταβάλλεται η χρηματική ποινή και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν.4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας) μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης των αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων, ήτοι τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990, όσο και κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν.4174/2013, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 8 του Ν.4337/2015.

Ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή επιδιωχθέν προϊόν των εν λόγω φορολογικών παραβάσεων αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 δεδομένου ότι, η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά στο άρθρο 66 του ΚΦΔ. Τέτοια αποκλειόμενα χρηματικά ποσά – χρέη που εμπίπτουν στα αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ είναι τα προερχόμενα από την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος, του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ), ή ειδικού φόρου ακινήτων ( ΕΦΑ) , από την απόκρυψη από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέων εισοδημάτων από οποιοδήποτε πηγή, ή των περιουσιακών στοιχείων, ιδίως με την παράλειψη υποβολής δήλωσης, ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης, ή με την καταχώριση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών, ή με την επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη, ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, από την μη απόδοση, ή την ανακριβή απόδοση, τον συμψηφισμό, ή την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών, ή εισφορών, από τη μη απόδοση. ή την ανακριβή απόδοση τον συμψηφισμό. ή την έκπτωση. ή λήψη επιστροφής με παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την αθέμιτη παρασιώπηση. ή την απόκρυψη αληθινών γεγονότων, καθώς και την διακράτηση τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών από την μη απόδοση, ή την ανακριβή απόδοση στο Δημόσιο φόρου πλοίων, από την έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και από την έκδοση, ή έκδοση ανακριβώς των προβλεπομένων από το ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) στοιχείων κατά την πώληση, ή τη διακίνηση αγαθών, ή την παροχή υπηρεσιών κ.λ.π.. μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι τα πρόστιμα του ΚΒΣ.

Ακόμη και η επιβληθείσα από τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν.3986/2011 ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), που ορίζεται σε πάγιο, κατά κατηγορία υποχρέων, ποσό στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β και Γ κατηγορίας του ΚΒΣ, θεσπίστηκε ως φόρος επί του εισοδήματος και έτσι η αποφυγή πληρωμής του φόρου επιτηδεύματος, που αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος τυποποιείται επίσης στα εγκλήματα φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του ΚΦΔ, οπότε και αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται και δε υπολογίζεται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου στην αίτηση και στον πίνακα χρεών, που υποβάλλονται για την άσκηση ποινικής δίωξης από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, ή τα Ελεγκτικά Κέντρα, ή τα Τελωνεία προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους.

Συνεπώς, εφόσον η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 469ΠΚ, όπου αναφέρεται, ότι στην αίτηση και στον συνοδεύοντα αυτή πίνακα χρεών, που υποβάλλονται προς άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990) δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα παραπάνω χρέη με τις προσαυξήσεις τους κ.λ.π. από τα τυποποιούμενα στο άρθρο 66 του ΚΦΔ αδικήματα, είναι ευμενέστερη, η πράξη της μη καταβολής αυτών των χρεών προς το Δημόσιο έχει καταστεί ανέγκλητη (ΑΠ 1616/2019).

Έτσι, το τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων καταδίκασε την αναιρεσείουσα για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών, λαμβάνοντας υπόψη και τα ως άνω ποσά, που αναφέρονταν στον πίνακα χρεών, όμως μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης ίσχυσε ο νέος Ποινικός Κώδικας, στο άρθρο 469 του οποίου περιέχεται η παραπάνω επιεικέστερη διάταξη, κατά την οποία, τα χρέη από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, μαζί με τις σχετικές προσαυξήσεις τους και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι όλα τα προαναφερόμενα στον πίνακα χρεών, ανεξάρτητα από το ποσό τους, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας, και κατά συνέπεια έχει καταστεί ανέγκλητη η αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για την οποία αυτή καταδικάστηκε.

Επομένως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα περιέχουσα λόγους αναίρεσης που αφορούν την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ) πρέπει κατ΄ αυτεπάγγελτη εφαρμογή του ως άνω επιεικέστερου νόμου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί  η αναιρεσείουσα αθώα της αποδιδόμενης πράξης.

Είναι δε σημαντικό να σημειωθεί ότι, με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου επιλύθηκε και το ζήτημα, που απασχολούσε τα δικαστήρια της ουσίας μέχρι σήμερα και αφορούσε στο αν θα πρέπει από τον πίνακα χρεών να αφαιρούνται τα ποσά που αφορούν αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, μόνο αν το ποσά αυτά αγγίζουν  το προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή αξιόποινο όριο, ώστε να αποτελούν αυτοτελώς ποινικά αδικήματα και κατά το άρθρο 66 του ΚΦΔ, ή αν θα έπρεπε να αφαιρούνται το ποσά αυτά από τον πίνακα σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το ύψος τους, άποψη στην οποία καταλήγει ορθά και ης ως άνω απόφαση.