ΑΠ 1063/2019 – Έννοια γνήσιας σύμβασης μαθητείας και σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκέψεις της υπ. αριθμ. 1063/2019 απόφασης του Β2 Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία μάλιστα παραπέμφθηκε το προς εξέταση νομικό ζήτημα ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, λόγω του γενικότερου ενδιαφέροντος του, καθώς αφορά σε σημαντικό αριθμό εκκρεμών υποθέσεων και υπάρχει μέχρι σήμερα αντίθετη και αντικρούομενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα:

Η υπόθεση αφορούσε σε εργατική αγωγή, την οποία άσκησαν σε βάρος Κρατικού Νοσοκομείου, εργαζόμενοι, οι οποίοι προσελήφθησαν από την Διοίκηση του Νοσοκομείου στα πλαίσια ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, προς κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, πλην όμως, όπως ισχυρίζονταν οι ενάγοντες εργαζόμενοι, η απασχόληση τους αυτή εν τοις πράγμασι δεν απέβλεψε κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής  εμπειρίας και εξειδικεύσεως, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου και για το λόγο αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο να τους αποδώσει την ωφέλεια, την οποία αποκόμισε από την εργασία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (λόγω ακυρότητας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας) και η οποία ωφέλεια συνίστατο στην αμοιβή, στην οποία αναγκαίως θα κατέβαλε το εν λόγω νοσοκομείο σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχολούμενου.

Αρχικά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) απέρριψε την ένδικη αγωγή των εργαζομένων και αυτοί στη συνέχεια άσκησαν έφεση και προσέφυγαν ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και τελικά δέχτηκε ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή τους, ως προς την επικουρική της βάση, δηλαδή αυτή του αδικαιολόγητου πλουτισμού και υποχρέωσε το νοσοκομείο να καταβάλλει στους εργαζομένους τα αιτούμενα ποσά, που συνίσταντο την χρηματική αποτίμηση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στη δαπάνη, την οποία εξοικονόμησε το νοσοκομείο από τη μη ανάθεση των ίδιων υπηρεσιών, υπό έγκυρες συμβάσεις εργασίας.

Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου το εναγόμενο νοσοκομείο άσκησε αίτηση αναίρεσης και ο Άρειος Πάγος έκρινε σχετικά τα εξής:

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 648 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα και του άρθρου 6 του Ν.765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και έχει διατηρηθεί σε ισχύ, σύμφωνα προς τη διάταξη του άρθρου 38 του ΕισΝΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι …..Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο, ή αόριστο χρόνο, την εργασία του, στον εργοδότη και αυτός να καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό, δια του όρου δε μισθωτός νοούνται τα φυσικά  πρόσωπα τα οποία παρέχουν σε άλλο φυσικό, ή νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε φύσης εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής. Ως αμοιβή θεωρείται κάθε παροχή χορηγούμενη στον μισθωτό (αμοιβή σε χρήμα, σε είδος, φιλοδωρήματα κ.λ.π.), ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού αυτής (αμοιβή καθοριζόμενη βάση του  αποτελέσματος της εργασίας, ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας, αμοιβή κατ’ αποκοπήν κ.α.).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, ο οποίος δικαιούται να δίδει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες προς τον εργαζόμενο και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο,,ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας.

Αφετέρου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες προς άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, ή ορισμένης τέχνης, εμπειρικές γνώσεις. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου.

Η γνήσια σύμβαση μαθητείας αποβλέπει κυρίως στην παροχή εκπαιδεύσεως και εξειδικεύσεως στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά εξυπηρετεί τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεως αυτού με το αντικείμενο του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή της τέχνης, ενώ στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην παροχή της εργασίας έναντι της αμοιβής και κατά δεύτερο λόγο, στην παροχή εκπαιδεύσεως και εξειδικεύσεως.

Επί της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ενώ επί της γνήσιας σύμβασης μαθητείας δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις, αλλά αναλογικώς οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Αστικού Κώδικα. Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης μαθητείας, ως γνήσιας, ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο, μετά από αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίο έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στη σύμβαση, τούτο δε ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ( ΟλΑΠ 18/2006).

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. .α και 908 εδ. α του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι, ….όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία, ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, καθώς και ότι ….ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε, ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό …συνάγεται δε ότι, επί παροχής εργασίας, υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε  σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α και β και 15 εδ. α και β του Ν.2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προσετέθη δια του άρθρου 6 παρ. 8 του Ν.2956/2001 ορίζεται ότι …..ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο ή σε φορείς του Δημοσίου συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρήσεων των ΟΤΑ, και των ΝΠΙΔ κ.α. την υλοποίηση στο θεωρητικό, ή το πρακτικό μέρος της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων, καθώς και ότι, ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Τέλος δε και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 του Ν.3232/2004, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.3552/2007 , το ΙΚΑ-΅ΕΤΑΜ, , ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και οι λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να συνάπτουν, μετά από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, συμβάσεις με τον ΟΕΑΔ, για την  διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δέκα οκτώ μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΕΑΔ, σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανομένου βάση των ως άνω διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΕΑΔ, προς κατάρτιση, ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως, αλλά στην εκτέλεση  παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.  Ο Άρειος Πάγος με τις υπ. αριθμ. 780/2017, 775/2017 , 217/2017, 126/2015, 885/2014 αποφάσεις του  έχει δεχθεί ότι, το Δημόσιο, ή τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α και 908 εδ. α του ΑΚ στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία ανακγαίως θα κατέβαλαν    σε άλλον εργαζόμενο, υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση μισθωτού, ενώ αντίθετα, με τις υπ. αριθμ. 1052/2018, 1049/2018, 25/2018, 1805/2017 αποφάσεις του έχει δεχθεί ότι, το Δημόσιο, ή τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν καθίστανται αδικαιολογήτως πλουσιότερα, καθόσον δεν είχαν τη δυνατότητα νομίμου προσλήψεως άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.

Το δικάσαν Εφετείο, που δικαίωσε τους εργαζομένους δέχθηκε ότι, καθ’ ο μέρος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την επικουρική βάση της αγωγής των εργαζομένων, που θεμελιώνονταν στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή στο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν η απλή εργασιακή σχέση, λόγω ακυρότητας    της πιο πάνω σύμβασης εργασίας και ότι, το εναγόμενο νοσοκομείο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλλει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά σε άλλο υπάλληλο που θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το βάσιμο λόγο της έφεσης των εργαζομένων. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι συμβάσεις των εναγόντων εργαζομένων με το εναγόμενο νοσοκομείο, ναι μεν έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΕΑΔ, όπου οι εξ αυτών απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, δεν είχαν όμως το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης  μαθητείας, εφόσον κατά τα ιστορούμενα, κύριος σκοπός ήταν η παροχή εργασίας στο νοσοκομείο, καλύπτοντας τις ανάγκες του, όπως οι λοιποί υπάλληλοι αυτού, έναντι αμοιβής, παρεπόμενος δε σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είχαν δηλαδή το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να δικαιούνται να ζητήσουν, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης τους θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες.

Έτσι και επειδή με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον νοσοκομείο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχτηκε, ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση, δηλαδή την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και κατά συνέπεια ισχυρίζεται ότι, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω διατάξεις, ανακύπτει το ζήτημα της νομιμότητας της ως άνω εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεως της αγωγής.

Ο Αρειος Πάγος έκρινε τελικά ότι, το εν λόγω ζήτημα, ως αφορών σημαντικό αριθμό εκκρεμουσών υποθέσεων είναι γενικότερου ενδιαφέροντος και ως εκ τούτου είναι αναγκαίο, χάριν της ενότητας της νομολογίας, να αποφανθεί σχετικά η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και για τον λόγο αυτό έκρινε ότι, πρέπει ο σχετικός λόγος να παραπεμφθεί ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και να αναβληθεί η συζήτηση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αναίρεσης, ως προς τους οποίους επιφυλάχθηκε το Τμήμα.