Αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας – Όροι βραχείας ασθενείας – ΟλΑΠ 7/2019

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


Σε συνέχεια της προηγούμενης δημοσίευσης με θέμα σχετικό με την κανονική άδεια των  εργαζομένων παραθέτουμε και την σημαντική υπ. αριθμ. 7/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που εξέτασε κατά παραπομπή από το αρμόδιο Τμήμα, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το ζήτημα, αν το δικαίωμα του εργαζομένου να λάβε αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, είτε λύνεται η σύμβαση, ή σχέση εργασίας, είτα αυτή εξακολουθεί, προϋποθέτει, ή δεν προϋποθέτει, υφιστάμενο δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει, εν όλω ή εν μέρει, την κανονική του άδεια (άδεια αναψυχής ή ανάπαυσης), εντός του κρίσιμου ημερολογιακού έτους.

Η υπόθεση αφορούσε σε εργαζόμενο, ο οποίος εργαζόμενος ως οδηγός σε επιχείρηση ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα από το οποίο υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις και μακρά αποθεραπεία και αποκατάσταση, με αποτέλεσμα να απουσιάσει από την εργασία του για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, κάνοντας χρήση αναρρωτικής άδειας. Αμέσως μετά την επιστροφή στην εργασία του η εργοδότρια εταιρεία κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας του μεν τη νόμιμη αποζημίωση, πλην όμως, δεν του κατέβαλε τις αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας για το έτος που απουσίαζε, λόγω ασθένειας, ισχυριζόμενη ότι, ο εργαζόμενος δικαιούνταν να απουσιάζει μόνο για τρεις μήνες ( βραχεία ασθένεια ) και κατά συνέπεια η μακρά απουσία του, του στέρησε το δικαίωμα για την λήψη  αυτούσιας (in natura) της κανονικής του άδειας αναψυχής για το επίδικο έτος, καθώς η μακρά ασθένεια του εξομοιώνεται με αδικαιολόγητη απουσία, που απομειώνει αντίστοιχα τις ημέρες της κανονικής του άδειας καθώς και το επίδομα αδείας και καθώς οι αποδοχές αδείας έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα, και προϋποθέτουν τη λήψη της κανονικής άδειας, ο εργαζόμενος δεν εδικαιούτο, ούτε τις αποδοχές της άδειας, ούτε και το επίδομα αδείας.

Στην συνέχεια ο εργαζόμενος προσέφυγε δικαστικά, αξιώνοντας την καταβολή των αποδοχών αδείας και το επίδομα αδείας του αντίστοιχου έτους και το δικάσαν Ειρηνοδικείο τον δικαίωσε . Η εργοδότρια εταιρεία άσκησε ενώπιον του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου ( που δίκασε ως Εφετείο), έφεση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση της ως αβάσιμη . Κατά της απόφασης αυτής η εργοδότρια εταιρεία άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, ο οποίος με την ως άνω απόφαση του έκρινε τα εξής :

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου, δια του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν.4504/1966 και η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου, δια του άρθρου 3 του ΝΔ 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα : Σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές .Η άδεια αυτή, που αποκαλείται κανονική άδεια για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στην διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής, ενός εκάστου, στο αγαθό του ελεύθερου χρόνου. Το δικαίωμα  στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη, ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν ο εργαζόμενος ζήτησε ή όχι την χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη . Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεις μέσα στο ημερολογιακό έτος, για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλλει ο μισθωτός έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου, κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια .Έαν για οποιονδήποτε λόγο, δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση τη; άδειας αυτουσίως (in natura), μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο  τις αποδοχές, τις οποίες θα κατάβαλε, αν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως  (αποδοχές αδείας). Αν πέραν αυτού, η μη χορήγηση τη; άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμα και σε ελαφρά αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών της αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται όταν αποδειχθεί ότι, ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.

Επίσης το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945 περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές στους εργαζομένους ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού, σε χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία έχει απόσχει ή απέχει από την εργασία του για ασθένεια βραχείας διάρκειας, στράτευση, απεργία, ανταπεργία, ή ανωτέρα βία δεν εξομοιώνονται με χρόνο μη απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες άδειας. Από την διάταξη αυτή, αλλά και από την γενικότερη διάταξη του άρθρου 667ΑΚ προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις όπου ο μισθωτός δεν απέχει από την απασχόληση του για οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες ως άνω αιτίες, αλλά απουσιάζει χωρίς δικαιολογία, ή με την πρόφαση της συμμετοχής του σε απεργία, που δεν είναι νόμιμη, καταλογίζεται ο χρόνος της απουσίας του αυτής στην διάρκεια της άδειας του, από την οποία αφαιρείται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.4558/1930 ορίζεται ότι, ως βραχείας διάρκειας ασθένεια θεωρείται εκείνη, που διαρκεί ένα μήνα για υπαλλήλους, που υπηρετούν μέχρι τέσσερα χρόνια, τρεις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα ετών.

Σύμφωνα επομένως με τις ανωτέρω διατάξεις, του άρθρου 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945 και 5 παρ. 3 του Ν.2112/1920 τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας σχετικής διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζεται προς τις ημέρες της άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται, την οποία επομένως δεν απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής ήταν να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός, που απέχει από την εργασία του, λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα, που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη της προϋπηρεσίας του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 6 και 3 παρ. 1 και 8 του ΑΝ 539/1945, που ορίζουν ότι, κατά την διάρκεια της άδειας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα ελάμβανε αν απασχολούνταν και ότι οι αποδοχές και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της άδειας, αλλά και από όλο το πνεύμα των διατάξεων του νόμου αυτού, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν.4504/1966, που ορίζει ότι, το επίδομα της άδειας καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών τη; άδειας, συνάγεται ότι, η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει τη λήψη αδείας, αφού οι εν λόγω αποδοχές και το ανάλογο επίδομα αδείας δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του εργαζόμενου, αλλά παρεπόμενο του κυρίως δικαιώματος του, δηλαδή του δικαιώματος λήψης της άδειας. Επομένως, όταν για λόγους που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, αφού οι επιμέρους παροχές, που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση, η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη ( ΟλΑΠ 1139/1974).

Επίσης, το δικαίωμα ετήσιας άδειας του μισθωτού προβλέπεται και από το Ενωσιακό Δίκαιο, από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία κωδικοποίησε τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104 την οποία κατήργησε. Αναφορικά δε με το εθνικό μας δίκαιο πρέπει να σημειωθεί ότι, το άρθρο 7 της Οδηγίας αυτής ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το ΠΔ 88/1999, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση αυτής .Το άρθρο 7 του ΠΔ 88/1999 ορίζει ότι, μετά από απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών παρέχεται άδεια μερ’ αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους, λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης, απεργίας ή ανώτερης βίας, όπως αυτά καθορίζονται από την εργατική νομοθεσία θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες άδειας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι, ενώ στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ιδίου ΠΔ ορίζεται ότι, για τον υπολογισμό του ανωτέρω χρόνου απασχόλησης, τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απείχε ή απέχει από την εργασία του στην υποκείμενη επιχείρηση, λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας, ή ανώτερης βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχόλησης, ούτε και συμψηφίζονται προς τις ημέρες άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται. Δηλαδή, η παράγραφο; 7 περ. γ του ΠΔ 88/1999, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση της προηγούμενης Οδηγίας 93/104 και ενσωμάτωσε αυτήν στο Εθνικό δίκαιο είναι ταυτόσημη με το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945. Συμπερασματικά και υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, με βάση όλα τα παραπάνω:  1)  Η Οδηγία 2000/88 η οποία κωδικοποίησε την Οδηγία 93/104/ΕΚ . η οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999 προς συμμόρφωση αυτής είναι δεσμευτική για το Έλληνα Δικαστή, ο οποίος οφείλει στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου, και του σκοπού της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, που είναι η πλέον σύμφωνη προς τον σκοπό αυτό, για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή, προς τις διατάξεις της Οδηγίας.

Συνεπώς η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945 περί βραχείας ασθενείας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξ αιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμα του για τη λήψη της ετήσιας άδειας του μετ’ αποδοχών, έστω και αν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας δεν αποστερείται από το δικαίωμα του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες αδείας και εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως (in natura) το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Στην κρινόμενη υπόθεση ο εργαζόμενος δεν εργάστηκε καθόλου εντός του έτους 2014 και κατ’ αρχήν υπερέβη το όρια βραχείας ασθένειας, που εδικαιούτο ( 3 μήνες ). απουσιάζοντας εννέα μήνες από την εργασία του κάνοντας χρήση αναρρωτικής άδειας που έλαβε. Η ανωτέρω όμως απουσία του κρίθηκε κατά την άποψη που δέχτηκε το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, αλλά και ο Άρειος Πάγος ότι, δεν ήταν αδικαιολόγητη, ώστε να καταλογιστεί στις ημέρες της κανονικής του άδειας  αναψυχής για το έτος 2014 και να απομειώσει αυτήν, εφόσον εκ του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμα του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Ειδικότερα, εφόσον τελούσε σε αναρρωτική άδεια και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμα του για άδεια αναψυχής αυτουσίως, η αξίωση του μετατράπηκε σε χρηματική και συνακόλουθα δικαιούται τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, ως συνακολούθημα της άδειας αναψυχής. Έτσι και η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά δέχτηκε ότι, οι αποδοχές αδείας και ο επίδομα αδείας είναι διαφορετικές αξιώσεις  και ότι ο εργαζόμενος αν και είχε απωλέσει το δικαίωμα λήψης της κανονικής του άδειας, λόγω υπέρβασης των ορίων βραχείας ασθένειας των τριών μηνών, που εδικαιούτο, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του, εξακολουθούσε να δικαιούται τις αποδοχές αδείας και το επίδο9μα αδείας για το έτος 2014, κατά το οποίο δεν είχε εργασθεί καθόλου και επομένως δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες κατ’ αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου και κατέληξε στην ως άνω κρίση του.

Μετά από αυτά ο ΄Αρειος Πάγος απέρριψε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της εργοδότριας εταιρείας.