Τι ενδείξεις θέτουμε σε προϊόντα που δεν είναι τρόφιμα

Αγορανομικές ενδείξεις σε προϊόντα που δεν είναι τρόφιμα

Με βάση την Κωδικοποίηση Κανόνων Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (Κανόνες ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.) για προϊόντα που δεν είναι τρόφιμα ισχύουν σε σχέση με τις ενδείξεις τα παρακάτω

 

 

 

Άρθρο 50

 

Ενδείξεις προϊόντων (πλην τροφίμων)

 

1. Τα προϊόντα προσυσκευασμένα ή όχι, θα πρέπει κατά το στάδιο διάθεσης στο καταναλωτή, να φέρουν στη συσκευασία τους ή σε πινακίδα-ετικέτα σταθερά προσαρτημένη σε καθένα από αυτά, τις ακόλουθες ελάχιστες υποχρεωτικές ενδείξεις, γραμμένες κατά τρόπο εμφανή, ανεξίτηλο και ευανάγνωστο:

Α. Την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία, το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα και την ηλεκτρονική διεύθυνση του κατασκευαστή εφόσον είναι εγκατεστημένος στην Ε.Ε., άλλως του εισαγωγέα ή του υπεύθυνου διάθεσης του προϊόντος στην ελληνική αγορά, από τα οποία να προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία της επιχείρησης. Στην περίπτωση που δεν υφίσταται ηλεκτρονική διεύθυνση, πρέπει να αναγράφεται η ταχυδρομική διεύθυνση.

Β. Την ονομασία πώλησης του προϊόντος, τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα, ώστε να υπάρχει επαρκής πληροφόρηση για το είδος του προϊόντος. Εξαιρούνται τα προϊόντα σύγχρονης τεχνολογίας, για τα οποία έχουν καθιερωθεί διεθνώς αναγνωρισμένες ονομασίες πώλησης (π.χ.: DVD, VIDEO, MP3, κ.λπ.), καθώς και προϊόντα για τα οποία υφίστανται ειδικότερες διατάξεις.

Η ονομασία πώλησης, η οποία περιγράφει το είδος του προϊόντος, είναι η ονομασία που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις και ελλείψει αυτών συνίσταται στην καθιερωμένη ονομασία που χρησιμοποιείται, όταν πραγματοποιείται η πώληση του προϊόντος στον καταναλωτή. Η αναγραφή της εμπορικής επωνυμίας του προϊόντος (brand name) δεν υποκαθιστά την ένδειξη της ονομασίας πώλησης.

Γ. Την ονομαστική ποσότητα του περιεχομένου, όπως αυτή πρέπει να αναγράφεται σύμφωνα με το άρθρο 5.

Δ. Την ποιότητα, σύνθεση και άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά, πληροφορίες προφύλαξης, συντήρησης και χρήσης, τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα ή με σύμβολα ή εικονογράμματα, εφόσον τα ανωτέρω προβλέπονται από ισχύουσες διατάξεις ή από εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα (π.χ. Κλάση φορμαλδεϋδης Ε1 για τα είδη που αφορά, κ.λπ.).

Ε. Το τηλέφωνο του Κέντρου Δηλητηριάσεων σε όσα χημικά βιομηχανικά προϊόντα αρμοδιότητας του Γενικού Χημείου του Κράτους αναγράφονται φράσεις προφύλαξης, οι οποίες συνιστούν να κληθεί αμέσως το Κέντρο Δηλητηριάσεων.

ΣΤ. Οποιεσδήποτε άλλες ξενόγλωσσες πληροφορίες σε σχέση με την ασφάλεια και τις οδηγίες χρήσης, συντήρησης και συναρμολόγησης που υπάρχουν στο προϊόν ή στη συσκευασία του και οι οποίες παρέχονται εθελοντικά από τον κατασκευαστή του, πρέπει να αναγράφονται και στην ελληνική γλώσσα, με τη δυνατότητα χρήσης και άλλων τρόπων, όπως η χρήση σχεδίων, συμβόλων ή εικονογραμμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να διαπιστωθεί η επαρκής πληροφόρηση του καταναλωτή.

Ζ. Την ένδειξη «μεταχειρισμένο», «ανακαινισμένο», «ανακατασκευασμένο» ή άλλη σχετική ένδειξη όταν πρόκειται αντίστοιχα για προϊόντα που δεν είναι καινούρια ή έχουν υποστεί ανακαίνιση ή ανακατασκευή. Η παραπάνω ένδειξη πρέπει να αναγράφεται και στα συνοδευτικά εμπορικά έγγραφα.

 

2. Εξαιρούνται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 προϊόντα που για τεχνικούς λόγους (πολύ μικρό μέγεθος, φύση προϊόντος) δεν είναι δυνατό να αναγράφονται οι ενδείξεις στη συσκευασία τους ή σε πινακίδα-ετικέτα σταθερά προσαρτημένη σε αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Στην περίπτωση αυτή οι ενδείξεις των εδαφίων Β, Γ, Δ και Ε της εν λόγω παραγράφου, αναγράφονται στα συνοδευτικά έγγραφα και με ευθύνη των λιανοπωλητών σε πινακίδα ανά κατηγορία προϊόντων ή σε κατάλογο που τοποθετείται σε ορατό σημείο του εκθετηρίου πώλησης, σε άμεση γειτνίαση με τα προϊόντα και διαμορφώνεται κατάλληλα, ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στους καταναλωτές. Από την υποχρέωση του προηγούμενου εδαφίου περί τοποθέτησης πινακίδας απαλλάσσονται τα καταστήματα των περιπτώσεων Α και Β της παραγράφου 3 του άρθρου 2.

 

3. Ειδικότερα τα προϊόντα τα οποία απαιτείται να φέρουν σήμανση συμμόρφωσης προς ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, η επισήμανσή τους πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του κατασκευαστή και τη διεύθυνσή του στο προϊόν ή όταν δεν είναι δυνατό, στην συσκευασία του ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν. Η διεύθυνση πρέπει να υποδεικνύει ένα μοναδικό σημείο στο οποίο μπορεί κάποιος να έρθει σε επαφή με τον κατασκευαστή. Επιπλέον, πρέπει να περιλαμβάνει και τις παρακάτω ενδείξεις:

Α. Τον αριθμό τύπου, παρτίδας ή σειράς ή όποιο άλλο στοιχείο επιτρέπει την ταυτοποίησή του. Η ένδειξη αυτή αναγράφεται στο προϊόν ή όταν δεν το επιτρέπει το μέγεθος ή η φύση του προϊόντος, στη συσκευασία ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν.

Β. Τη σήμανση CE που υποδηλώνει τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις απαιτήσεις ασφάλειας για τους καταναλωτές και κάθε τελικό χρήστη, εφόσον αυτή προβλέπεται από συγκεκριμένη κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη δήλωση συμμόρφωσης προβλέπεται, π.χ. ανεστραμμένο έψιλον για τα αεροζόλ. (Άρθρο 66, 1Α «ΜΗ ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΜΕ ΣΗΜΑΝΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ»)

 

4. Η σήμανση CE τίθεται κατά τρόπο εμφανή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο στο προϊόν ή στην πινακίδα-ετικέ-τα σταθερά προσαρτημένη σε αυτό μαζί με τα στοιχεία του κατασκευαστή. Ωστόσο, όταν η φύση του προϊόντος δεν το επιτρέπει ή δεν το δικαιολογεί, η σήμανση CE τίθεται στη συσκευασία του και στα συνοδευτικά έγγραφα, εφόσον τα προβλέπει η συγκεκριμένη νομοθεσία.

Η σήμανση CE πρέπει να πληροί τις γενικές αρχές του άρθρου 30 Κανονισμού (ΕΚ) 765/2008, ήτοι:

– Η σήμανση CE τοποθετείται μόνο από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του και μόνο σε προϊόντα για τα οποία προβλέπεται η επίθεσή της από ειδική κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης. Δεν επιτρέπεται να τίθεται σε κανένα άλλο προϊόν.

– Ο κατασκευαστής, θέτοντας τη σήμανση CE ή αναθέτοντας την επίθεσή της, αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος προς όλες τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την επίθεσή της.

– Η σήμανση CE αποτελεί τη μόνη σήμανση η οποία πιστοποιεί τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την επίθεσή της.

– Η θέση επί ενός προϊόντος σημάνσεων, συμβόλων ή ενδείξεων που είναι πιθανό να παραπλανήσουν τρίτους ως προς το νόημα ή τη μορφή της σήμανσης CE, απαγορεύεται. Είναι δυνατόν να τεθεί στο προϊόν κάθε άλλη σήμανση υπό τον όρο ότι δεν παρεμποδίζει το ευδιάκριτο, το ευανάγνωστο ή την κατανόηση της σήμανσης CE.

 

5. Πέραν των ενδείξεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, για τα προϊόντα που πρέπει να φέρουν σήμανση συμμόρφωσης προς Ενωσιακή νομοθεσία, απαιτούνται ειδικότερες ενδείξεις ανά κατηγορία προϊόντων, οι οποίες καθορίζονται βάσει τεχνικής τομεακής νομοθεσίας αρμοδιότητας κατά περίπτωση της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας ή άλλης αρμόδιας αρχής. Η εποπτεία της αγοράς για τα προϊόντα με α/α 1-18 του άρθρου 66, 1Α «ΜΗ ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΜΕ ΣΗΜΑΝΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΑ-ΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ» γίνεται σε συνεργασία με τις αρμόδιες Δ/νσεις της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας, οι οποίες εφόσον απαιτείται προβαίνουν σε περαιτέρω ελέγχους (έλεγχος του τεχνικού φακέλου ή/και εργαστηριακή εξέταση του προϊόντος).

 

6. Ειδικότερα η επισήμανση των χημικών ουσιών, μειγμάτων ή αντικειμένων που έχουν ταξινομηθεί ως επικίνδυνα, πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις των Κανονισμών 1907/2006/ΕΚ, L 396/30.12.2006 REACH) και 1272/2008/ ΕΚ (L 353/31.12.2008 CLP) όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν. Υπεύθυνος για την επισήμανση/συσκευασία των χημικών προϊόντων είναι ο προμηθευτής αυτών (παραγωγός, εισαγωγέας, μεταγενέστερος χρήστης ή διανομέας), όπως ορίζεται στους Κανονισμούς 1907/2006 και 1272/2008 όπως ισχύουν, εφόσον είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα. Σε περίπτωση που στην επισήμανση του προϊόντος δεν αναγράφονται τα στοιχεία φυσικού ή νομικού προσώπου εγκατεστημένου στην Ελλάδα, τότε υπεύθυνος για την επισήμανση/συσκευασία είναι ο πρώτος στην αλυσίδα εφοδιασμού στην ελληνική αγορά. Η εποπτεία της αγοράς για τον παραπάνω τομέα γίνεται σε συνεργασία με τις αρμόδιες διευθύνσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους.

 

7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος για τη σήμανση CE η οποία τοποθετείται από τον κατασκευαστή, υπεύθυνος για τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ελλάδα, το οποίο υπό την ιδιότητα του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα ή του διανομέα διαθέτει προϊόν στην ελληνική αγορά και σε κάθε περίπτωση ο υπεύθυνος διάθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (ιζ) του άρθρου 2 του ν. 4177/2013 όπως κάθε φορά ισχύει.

 

 

8. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων που απορρέουν από την εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία.

 

9. Στους παραβάτες επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο, ως κάτωθι:

Α. Για μη ύπαρξη ενδείξεων, χίλια ευρώ (1.000€) ανά κωδικό προϊόντος.

Β. Για ελλιπείς ενδείξεις, πεντακόσια ευρώ (500€) ανά κωδικό προϊόντος.

Γ. Για ανακριβείς-παραπλανητικές ενδείξεις, δύο χιλιάδες ευρώ (2.000€) ανά κωδικό προϊόντος.

 

 

Πηγή: Aριθμ. 91354/17 (ΦΕΚ 2983 Β/30-08-2017) : Κωδικοποίηση Κανόνων Διακίνησης και Εμπορίας Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών (Κανόνες ΔΙ.Ε.Π.Π.Υ.).

 

 

ΣΒ