Δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας – Διάκριση από τη δυσφήμηση προσώπου ατομικά – Έννοια και προϋποθέσεις

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α. 


 Εύλογα αναρωτιέται κανείς, αν είναι δυνατόν η αναφορά, ή η διάδοση σε βάρος τρίτου φυσικού προσώπου ισχυρισμού, που θίγει την τιμή και την εν γένει υπόληψη του (δυσφήμηση) να μπορεί να υπάρξει και σε βάρος νομικού προσώπου (εταιρείας ) και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Με το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα ασχολήθηκαν μεταξύ άλλων και οι υπ. αριθμ. 1557/2017 και 193/2018 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες απηχούν και την πάγια επί του ζητήματος νομολογία των δικαστηρίων μας και οι οποίες διέλαβαν στο σκεπτικό τους τα εξής:

Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 364ΠΚ, που αναφέρονται περιοριστικά στην ανώνυμη εταιρεία και προστατεύουν την οικονομική και επιχειρηματική οντότητα, τη φήμη και την επαγγελματική πίστη του νομικού προσώπου της, προκύπτει ότι, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δυσφήμισης της ανώνυμης εταιρίας, που είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, διάφορο της συκοφαντικής δυσφήμησης του φυσικού προσώπου, απαιτείται, εκτός των άλλων, όπως το υπό του υπαιτίου με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον  τρίτου, δια ισχυρισμού, ή διαδόσεως, ανακοινούμενο γεγονός, να αφορά είτε στις επιχειρήσεις, ή στην οικονομική κατάσταση, ή γενικά στις εργασίες της εταιρείας, είτε στα πρόσωπα που τη διευθύνουν, ή την διοικούν, υπό την ιδιότητα τους όμως αυτή και όχι ατομικώς, αφού στην τελευταία περίπτωση, προτεινόμενη δια σχετικού καταλυτικού ισχυρισμού του ως υπαιτίου φερομένου, δεν μπορεί να γίνει λόγος; για θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 364ΠΚ, μη αποκλειομένης όμως της συρροής αυτού με το έγκλημα του άρθρου 363ΠΚ (συκοφαντική δυσφήμηση ΑΠ 1074/1994, ΑΠ 359/2012) και ακόμη να είναι το γεγονός αυτό πρόσφορο να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και εν γένει στις επιχειρήσεις της, χωρίς να προσαπαιτείται και η επέλευση ζημίας και βλάβης αυτής.

Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης της ανώνυμης εταιρείας, απαιτείται δόλος άμεσος, ο οποίος συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού, ή της διαδόσεως, ενώπιον τρίτου του ως άνω γεγονότος και στη γνώση ότι, τούτο είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57ΑΚ και 59ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει : α) την άρση της προσβολής, β) την παράλειψη της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρα 914επ ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίησης απαιτείται επιπλέον σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό, ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων τη; ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται, τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.

Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της; επαγγελματικής πίστης ανώνυμης εταιρείας, μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 561, 362, 363 και 364ΠΚ, όπως η τελευταία (364ΠΚ) αναλύθηκε ανωτέρω .Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην ανώνυμη εταιρεία και τις επιχειρήσεις της διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός, ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, ή ανώνυμη εταιρεία, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του .Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως, ή γνώμης, ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοίνωσης. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς στην ηθική και την ευπρέπεια. Όμως δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμα δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση, κατά το άρθρο 361ΠΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 εδ. α – δ ΠΚ, το άδικο των προβλεπομένων από στα άρθρα 361 επ. ΠΚ πράξεων, αίρεται μεταξύ άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας, ή για τη διαφύλαξη (προστασία ) δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ και δ) .Η τελευταία ατή διάταξη (άρθρο 367ΠΚ) , για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57ΑΚ , 59ΑΚ και 914επ. ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις δυσφημιστικές ή εξυβριστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.) και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367ΠΚ, δηλαδή όταν, οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τομής του άλλου.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές οι σχετικές αποφάσεις έκριναν ότι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις διέλαβαν αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς αφενός μεν, από τα όσα δέχτηκαν δεν προέκυπτε αν όσα αναφέρθηκαν αφορούσαν τον προσβαλλόμενο στην τιμή και υπόληψη του ατομικά, ή υπό την ιδιότητα του, του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντας συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας, αφετέρου δε, ενώ οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δέχτηκαν την προβληθείσα εκ του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ ένσταση άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, παράλληλα, δεν εξέτασαν την προβληθείσα αντένσταση περί συνδρομής ειδικού σκοπού εξύβρισης, υπό την έννοια της εκ μέρους του υπαιτίου υπέρβασης του αναγκαίου μέτρου έκφρασης της γνώμης του, αφού η αναφορά αυτή θα μπορούσε να έχει εκλείψει, ή να γίνει αναφορά σε άλλα πρόσωπα.