Η απαλλαγή του εγγυητή λόγω πταίσματος της τράπεζας υπό το φως της πρόσφατης σημαντικής νομολογίας (ΕφΑθ 5634/2020)

Γράφει η Σουζάνα Κλημεντίδη, Δικηγόρος


Η ανάπτυξη και διάδοση της λιανικής τραπεζικής στην Ελλάδα, δηλαδή η σύναψη δανείων και η εν γένει ανάληψη τραπεζικών προϊόντων, κυρίως από φυσικά πρόσωπα ουσιαστικά αμφίβολης οικονομικής σταθερότητας, έχει οδηγήσει σε πληθώρα καταγγελιών των σχετικών δανειακών συμβάσεων. Στις περισσότερες, δε, από αυτές, παρέχεται προσωπική ασφάλεια χαριστικού χαρακτήρα, από τρίτα πρόσωπα, συγγενικά ή απλώς φιλικά, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την οφειλή, ούτε με το δανειζόμενο κεφάλαιο, πολλώ δε μάλλον αγνοούν τις συνέπειες της προσωπικής αυτής εγγύησής τους. Η δυνατότητα απαλλαγής τους και ακύρωσης των σχετικών συμβάσεων εγγύησης ήταν σπάνια νομολογιακά, όμως η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Αθηνών 5634/2020 δημιουργεί ιστορικό νομολογιακό προηγούμενο για παρόμοιες υποθέσεις που οδηγούνται στη δικαιοσύνη, σε σχέση με την ελευθέρωση του εγγυητή, που καλείται να ικανοποιήσει τη δανείστρια τράπεζα, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τον πρωτοφειλέτη εξαιτίας αποκλειστικά δικού της πταίσματος (βαριά αμέλεια). Είναι κρίσιμο να αναλυθεί η σημασία της εν λόγω απόφασης, η οποία αναγνωρίζει τόσο τον παρεπόμενο χαρακτήρα της σύμβασης εγγύησης, όσο και το αλλότριο της οφειλής, ενώ παράλληλα αντικατοπτρίζει επιτυχώς τη συνήθη τραπεζική πραγματικότητα.

Η απόφαση αυτή είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι δικαιώνει τον εγγυητή, αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι η τράπεζα αδικαιολόγητα αμέλησε να λάβει έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα (ενημέρωση, όχληση, αναγκαστική εκτέλεση, ασφαλιστικά μέτρα), ώστε να εξασφαλίσει την ικανοποίησή της και να εισπράξει την οφειλή από τον πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο που επιδιώκει την ικανοποίησή της από τον εγγυητή, να είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί από την περιουσία του πρωτοφειλέτη. Σημειωτέον ότι εφόσον ο εγγυητής δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής στραφεί πρώτα εναντίον του πρωτοφειλέτη (ένσταση διζήσεως, η παραίτηση από την οποία έχει παγιωθεί πια ως Γενικός Όρος Συναλλαγών), το μοναδικό όπλο που έχει πλέον είναι να ζητήσει την απαλλαγή του, υπό την προϋπόθεση ότι η  δανείστρια τράπεζα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τον οφειλέτη για λόγο που ανάγεται σε πταίσμα της τράπεζας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα παρέλειψε να ενημερώσει τον εγγυητή για το απαιτητό της οφειλής και εν συνεχεία, σιωπούσε επί 8 χρόνια! Συγκεκριμένα, η εγγυήτρια ενημερώθηκε από εταιρία ενημέρωσης οφειλετών ότι υπάρχει σε βάρος της υπέρογκη οφειλή από δάνειο, το οποίο σταμάτησε να εξυπηρετείται σχεδόν αμέσως μετά την εκταμίευση του ποσού από τον πρωτοφειλέτη. Παράλληλα, η τράπεζα επί περίπου οκτώ χρόνια δεν προσπάθησε να ικανοποιηθεί από τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος δεν κατέβαλε καθόλου τις δόσεις αποπληρωμής, ενώ μάλιστα σε περισσότερα χρονικά διαστήματα του ληξιπρόθεσμου της οφειλής, είχε αποκτήσει κινητά περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία η τράπεζα θα μπορούσε να είχε ικανοποιηθεί!

Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι κατά τη συναλλακτική τραπεζική πρακτική, αλλά και κατά την κοινή πείρα και λογική, η συμπεριφορά αυτή της τράπεζας ήταν αφενός ασύμφορη για το τραπεζικό ίδρυμα, αφετέρου άδικη και καταχρηστική ως προς τον εγγυητή, τρίτο πρόσωπο που από συναισθήματα ανιδιοτέλειας – συνήθως πρόκειται για συγγενείς, πολύ κοντινά φιλικά πρόσωπα ή συζύγους – δέχεται να παρέχει προσωπική ασφάλεια στο δάνειο του πρωτοφειλέτη, και στο τέλος καλείται μόνο αυτός να πληρώσει, μόνο και μόνο επειδή η τράπεζα στην καλύτερη αμέλησε, αν όχι επεδίωξε, να ικανοποιηθεί από το αρχικώς ενεχόμενο πρόσωπο.

Μάλιστα στη συγκεκριμένη απόφαση, παρόλο που κρίθηκε απορριπτέα η σε πρώτο βαθμό δεκτή αγωγική βάση ότι η υπάλληλος της τράπεζας εκμεταλλεύτηκε την απειρία της εγγυήτριας στις συναλλαγές και άρα η εγγυήτρια είχε πλήρη επίγνωση των εννόμων συνεπειών της υπογραφής της δανειακής σύμβασης, το Εφετείο εξετάζοντας τις προϋποθέσεις ελευθέρωσης του εγγυητή, κρίνει τελεσίδικα ότι, ακόμα και όταν υπάρχει επιμέλεια στις συναλλαγές, είναι δυνατό η συναλλακτική συμπεριφορά της τράπεζας να είναι υπαίτια και ιδιαιτέρως επιζήμια. Η έναρξη της υπερημερίας και άρα της τοκοφορίας, καθώς και το «κοκκίνισμα» της οφειλής, είναι περιστατικά που πρέπει αδιαμφισβήτητα να καθίστανται εγκαίρως και πάντως αμέσως γνωστά σε οφειλέτη και εγγυητή. Πέραν αυτού, ένα τραπεζικό ίδρυμα θα πρέπει να λαμβάνει έγκαιρα μέτρα για την ικανοποίηση της οφειλής και όχι να προβαίνει σε συμπεριφορές που έχουν ως συνέπεια την υπέρμετρη διόγκωση της οφειλής. Η τήρηση τέτοιας παθητικής στάσης τις περισσότερες φορές συμβάλλει στην οικονομική αδυναμία του πρωτοφειλέτη και στην περαιτέρω επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης από τον εγγυητή, ενώ ευνοεί καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις περιουσίας, καθιστώντας την τράπεζα υπαίτια, πράγμα εξαιρετικά σύνηθες τα τελευταία χρόνια στην τραπεζική πρακτική.

Αναμφίβολα η εν λόγω τελεσίδικη δικαστική απόφαση ανοίγει το δρόμο για την υπό προϋποθέσεις απαλλαγή του εγγυητή, που λόγω αδράνειας και καταχρηστικών παραλείψεων της τράπεζας καλείται να πληρώσει ένα υπέρογκο χρέος. Λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα τέτοιων φαινομένων, είναι φανερό ότι δημιουργείται σημαντικό έδαφος για τη δικαίωση εγγυητών, που μπορούν να ελευθερωθούν από τρίτα χρέη και να προχωρήσουν ουσιαστικά σε ένα νέο ξεκίνημα.