Τι προβλέπει ο νέος ποινικός κώδικας για το έγκλημα του εμπρησμού

Γράφει ο Στάθης Δημ. Σταματελόπουλος, Νομικός Συνεργάτης Ε.Ε.Α.


Με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές που ξέσπασαν στην χώρα μας, προκαλώντας ανυπολόγιστη υλική, οικολογική και περιβαλλοντική καταστροφή είναι χρήσιμο να παραθέσουμε τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (με ισχύ από την 1/7/2019) για το έγκλημα του εμπρησμού και να αντιπαραβάλουμε αυτές με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, καθώς με το νέο Κώδικα επήλθε μία πολύ σημαντική μεταβολή, η οποία δυστυχώς έχει επιφέρει μείωση του αριθμού των περιπτώσεων πυρκαγιάς, στις οποίες θα καταφάσκεται τελικά η νομοτυπική κορφή του εγκλήματος του εμπρησμού, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί και ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κ. Δημήτριος Παπαγεωργίου, στην πρόσφατη υπ. αριθμ. 16/2021 γνωμοδότηση του, (αριθμός πρωτ. 3992/28-5-2021), με αφορμή σειρά σχετικών  ερωτημάτων, που του έθεσε υπόψη του η Διεύθυνση αντιμετώπισης εγκλημάτων εμπρησμού του Πυροσβεστικού Σώματος.

 

Παραθέτουμε αρχικά αυτούσιες τις σχετικές διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα:

 

Τα άρθρα 264 ΠΚ (εμπρησμός) και 265 ΠΚ (εμπρησμός σε δάση) εντάσσονται 13ο κεφάλαιο του νέου Ποινικού Κώδικα στα Κοινώς Επικίνδυνα Εγκλήματα.

 

Το άρθρο 264 έχει ως εξής:

 

«1. Όποιος προξενεί πυρκαγιά, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη αν στην περίπτωση των στοιχείων α` ή β` η πράξη προκάλεσε σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας ή είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπου, δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν στην περίπτωση του στοιχείου β` η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

 

  1. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια την πυρκαγιά από την οποία προέκυψε κίνδυνος για ξένα πράγματα ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή».

 

Και το αρθρο 265:

 

«1. Όποιος προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου ή σε έκταση που έχει νόμιμα κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, β) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη αν στην περίπτωση των στοιχείων α` ή β` η πράξη προκάλεσε σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας ή είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπου ή η φωτιά εξαπλώθηκε σε μεγάλη έκταση, δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν στην περίπτωση του στοιχείου β` η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

 

  1. Αν ο υπαίτιος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.

 

  1. Όποιος στις περιπτώσεις της πρώτης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια την πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του νόμου ή σε έκταση που έχει νόμιμα κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα τιμωρείται με φυλάκιση».

 

Αντίστοιχα δε στις σχετικές διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα προβλέπονταν τα εξής :

 

Το άρθρο 264 είχε ως εξής:

 

«Οποιος   με  πρόθεση  προξενεί  πυρκαγιά  τιμωρείται:  α)  με  Φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την  πράξη  μπορεί  να  προκύψει κοινός  κίνδυνος  σε  ξένα  πράγματα  β) με Κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος  για  άνθρωπο  γ)  με  Κάθειρξη  ισόβια  ή πρόσκαιρη  τουλάχιστον δέκα  ετών,  αν  στην  περίπτωση του στοιχ. β` επήλθε θάνατος».

 

Το δε άρθρο 265 (εμπρησμός σε δάση) είχε ως εξής:

 

«1. Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί  πυρκαγιά  σε  δάσος  ή  δασική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 998/1979 ή  σε  έκταση  που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, κατά την έννοια της παρ.  5 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται με Κάθειρξη η  μέχρι  δέκα  έτη και  με  χρηματική  ποινή  από  ένα  έως δέκα εκατομμύρια δραχμές. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η  πράξη  είχε  ως  επακόλουθο  να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση επιβάλλεται Κάθειρξη.

 

  1. Ανη  πράξη  τελέστηκε  από  ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση  που  κάηκε  είναι  ιδιαίτερα μεγάλη,  επιβάλλεται  Κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

 

  1. Όποιος με σκοπό να διαπράξει το έγκλημα της παραγράφου 1 προβαίνει σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ενέργεια τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η ποινή αυτή δεν μετατρέπεται, ούτε αναστέλλεται και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση της.»

 

Επίσης το προϊσχύσαν άρθρο 266 προέβλεπε τον Εμπρησμό από αμέλεια:

 

«1. Αν η  πράξη  του  άρθρου  264  τελέστηκε  από  αμέλεια,  επιβάλλεται Φυλάκιση.

 

  1. Αν η πράξη του άρθρου 265 παρ. 1τελέστηκε  από  αμέλεια, επιβάλλεται Φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εκτός αν η πράξη  τιμωρείται  βαρύτερα  με άλλη διάταξη. Μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε δεν επιτρέπεται».

 

Το δε άρθρο 267 του προηγούμενου ΠΚ είχε ως εξής :

 

«Ο  υπαίτιος  της  πράξης  του άρθρου 266 απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν με την ελεύθερη θέλησή του καταστείλει ο ίδιος την πυρκαγιά ή με τη γρήγορη αναγγελία  του  προς  την  αρχή  δώσει  αφορμή  για την καταστολή της».

 

Όπως λοιπόν γίνεται αντιληπτό, με τις σχετικές διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα το έγκλημα του εμπρησμού χαρακτηρίζεται πλέον ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ενώ κατά τον προϊσχύσαντα ποινικό Κώδικα αυτό χαρακτηρίζονταν ως έγκλημα αφηρημένα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ή ως έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης .

 

Στην δε αιτιολογική έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα επισημαίνεται ότι, ο εμπρησμός διατηρεί ως προς την νομοτυπική μορφή του, τα γνωστά υπό τον προΙσχύσαντα Κώδικα στοιχεία, δηλαδή την πρόκληση πυρκαγιάς, από την οποία όμως (υπό το  νέο ΠΚ) θα πρέπει να προέκυψε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση, είτε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, είτε κίνδυνος για άνθρωπο, καθώς το έγκλημα προβλέπεται πλέον, ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης . Με την νέα μορφή του άρθρου 264 πάντως, ο εμπρησμός δεν καθίσταται έγκλημα βλάβης, αλλά παραμένει έγκλημα διακινδύνευσης, πλέον όμως συγκεκριμένης, αφού για την κατάφαση του θα πρέπει να έχει πραγματωθεί ( να έχει επέλθει)  ο σχετικός κίνδυνος          

 

Όπως άλλωστε πολύ εύστοχα και ορθά αναφέρει και ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Δημήτριος Παπαγεωργίου στην με αριθμ. 16/2021 ( με αριθμό πρωτ. 3992/28-5-2021) Γνωμοδότηση του, μετά την σχετική τροποποίηση των ως άνω άρθρων και τον χαρακτηρισμό του εγκλήματος του εμπρησμού ως εγκλήματος συγκεκριμένης διακινδύνευσης είναι δεδομένο ότι, θα επέλθει μείωση του αριθμού των περιπτώσεων πυρκαγιάς, στις οποίες πλέον θα μπορεί να καταφάσκεται η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος του εμπρησμού, καθώς θα απαιτείται η πραγμάτωση του κινδύνου και όχι απλά η πιθανότητα πραγμάτωσης αυτού .

 

Με τον τρόπο αυτό είναι πολύ πιθανό, όπως επίσης επισημαίνει στην ως άνω γνωμοδότηση του ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάφου, κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης να λιτουργούν πιο συχνά οι κανόνες της συρροής εγκλημάτων, αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 364ΠΚ και 378 παρ. 2 ΠΚ, ή ακόμη και να εμφανίζονται περιπτώσεις μετατροπής, ή μεταβολής της κατηγορίας, καθώς ο αρμόδιος για την άσκηση της  ποινικής δίωξης Εισαγγελέας θα δύναται να κινήσει ποινική δίωξη, όχι για το αδίκημα του εμπρησμού, αλλά για αυτό του άρθρου 378 παρ. 2 του ΠΚ (που αφορά το πλημμέλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας όταν αυτή τελείται με φωτιά, ή με εκρηκτικές ύλες), με ενδεχόμενο το αποτέλεσμα για την μείωση του αριθμού των ποινικών δικογραφιών, για το έγκλημα του εμπρησμού, ως απόρροια της εφαρμογής του νέου ΠΚ, που πλέον προβλέπει το έγκλημα του εμπρησμού, ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης.

Από τα παραπάνω αναφερόμενα γίνεται αντιληπτό ότι, θα πρέπει εύλογα να υπάρξει ένας προβληματισμός, αλλά και διάλογος για ενδεχόμενη νέα τροποποίηση των σχετικών διατάξεων, με σκοπό την αυστηροποίηση του πλαισίου των ποινών για το έγκλημα του εμπρησμού, και δη αυτού των δασών και δασικών εκτάσεων, υπό συγκεκριμένες πάντοτε προϋποθέσεις, ή ακόμη και ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας του εγκλήματος του εμπρησμού, ως εγκλήματος αφηρημένα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ή ως εγκλήματος δυνητικής διακινδύνευσης, όπως ίσχυε με βάση την διάταξη του άρθρου 264 του παλαιού Ποινικού Κώδικα.